Το άρθρο αναδεικνύει τη βαθιά απόσταση ανάμεσα στην ανθρώπινη βιολογία, που εξελίχθηκε μέσα στην κίνηση, και τον σύγχρονο καθιστικό τρόπο ζωής, ο οποίος την έχει σχεδόν εξαφανίσει από την καθημερινότητα. Ο ομότιμος καθηγητής Γιάννης Κουτεντάκης επισημαίνει ότι η ανεπαρκής σωματική δραστηριότητα επιβαρύνει σοβαρά την υγεία, την οικονομία και την κοινωνική ανθεκτικότητα, και καλεί σε έναν νέο σχεδιασμό πόλεων, σχολείων και χώρων εργασίας που θα επαναφέρει την κίνηση ως φυσικό μέρος της ζωής, μέσα από «ενεργές πόλεις» και πιο ανθρώπινα περιβάλλοντα.

Πιο αναλυτικά

«Σήμερα έχουμε μία βιολογία που διαμορφώθηκε σε συνθήκες συστηματικής κίνησης, αλλά ζει σε ένα περιβάλλον που μας επιτρέπει -και συχνά μας ενθαρρύνει- να μην κινούμαστε».

Αυτά μεταξύ άλλων τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ομότιμος καθηγητής κ. Γιάννης Κουτεντάκης, προσθέτοντας πώς στα χιλιάδες χρόνια που μεσολάβησαν από τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες μέχρι τις μέρες μας, η ανθρώπινη βιολογία δεν είχε τον χρόνο να μεταβληθεί δραματικά. Αντίθετα, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, άλλαξε δραματικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή καλείται να λειτουργήσει. Και εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της εποχής μας: η ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Ο όρος «εξελικτική ασυμβατότητα», σύμφωνα με τον ίδιο, περιγράφει ακριβώς αυτή την κατάσταση: βιολογικά χαρακτηριστικά που διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο εξελικτικό περιβάλλον, καλούνται να λειτουργήσουν σε συνθήκες που μεταβλήθηκαν πολύ ταχύτερα από όσο μπορούσε να μεταβληθεί η βιολογία μας.

Ίσως κανένα παράδειγμα, συνεχίζει, δεν είναι πιο χαρακτηριστικό από τη σωματική δραστηριότητα. Το αυτοκίνητο αντικατέστησε το περπάτημα, ο ανελκυστήρας τη σκάλα, η μηχανή τη μυϊκή εργασία, και η οθόνη μεγάλο μέρος του ενεργού ελεύθερου χρόνου. Η σωματική προσπάθεια, με άλλα λόγια, έχει σταδιακά «αφαιρεθεί» από την καθημερινότητά μας.

Ο άνθρωπος, όμως, εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η κίνηση δεν ήταν επιλογή, χόμπι ή δραστηριότητα ελεύθερου χρόνου. Ήταν προϋπόθεση επιβίωσης. Για να εξασφαλίσει τροφή, νερό και καταφύγιο, για να μετακινηθεί και να προστατευθεί, έπρεπε να περπατά, να τρέχει, να σηκώνει, να μεταφέρει και να σκαρφαλώνει. Το ανθρώπινο σώμα εξελίχθηκε μέσα από την κίνηση. Έπρεπε να κινηθείς για να ζήσεις.

Όταν η κίνηση παύει να είναι αναγκαία

Η αλλαγή αυτή μπορεί να μετρηθεί. Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες (1960-2000), δεν παραλείπει να τονίσει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο ομότιμος καθηγητής, το περπάτημα ως κύριο μέσο μετάβασης των Αμερικανών στην εργασία μειώθηκε κατά περίπου 72%. Αλλά και στην Ελλάδα, με περίπου ένα επιβατικό αυτοκίνητο ανά 1,7 κατοίκους, το περπάτημα έχει μετατραπεί σχεδόν σε επιλογή. Και όμως, αποτελεί μία από τις θεμελιωδέστερες μορφές ανθρώπινης κίνησης.

Το ουσιαστικότερο, ωστόσο, δεν είναι απλώς ότι περπατάμε λιγότερο. Είναι ότι το περπάτημα έπαψε σταδιακά να αποτελεί αναγκαίο μέρος της καθημερινής ζωής. Δεν αστικοποιήθηκε, λοιπόν, η ανθρώπινη βιολογία. Αστικοποιήθηκε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή καλείται να λειτουργήσει. Για τη σύγχρονη ζωή ο ίδιος τονίζει τα εξής:

«Στη σύγχρονη ζωή διαπιστώνουμε ένα παράδοξο: αφαιρούμε συστηματικά τη σωματική προσπάθεια από την καθημερινότητά μας και στη συνέχεια δημιουργούμε ειδικούς χώρους, ειδικό χρόνο και ειδικά προγράμματα για να επαναφέρουμε την κίνηση που χάσαμε.

Αυτή η πραγματικότητα βρίσκεται πίσω από την έννοια του Συνδρόμου Ανεπαρκούς Άσκησης: μια κατάσταση στην οποία ο ανθρώπινος οργανισμός δέχεται λιγότερη σωματική δραστηριότητα από εκείνη που χρειάζεται για να διατηρεί τη φυσιολογική λειτουργία και την ανθεκτικότητά του. Ο μυς που δεν χρησιμοποιείται ατροφεί, η καρδιοαναπνευστική ικανότητα μειώνεται, η ευαισθησία στην ινσουλίνη επιδεινώνεται, η μυϊκή και οστική μάζα υποχωρούν και η λειτουργική ικανότητα περιορίζεται.

Τίθεται επομένως το ερώτημα: «Είναι η άσκηση κάτι που προσθέτουμε στη ζωή μας για να βελτιώσουμε την υγεία μας ή είναι η κίνηση η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου και η χρόνια απουσία της εκείνη που δημιουργεί το πρόβλημα;».

Από την υγεία στην οικονομία και την ανθεκτικότητα

Οι συνέπειες, όμως, υπερβαίνουν την ατομική υγεία, διαπιστώνει ο κ. Κουτεντάκης. Και εξηγεί:

«Η ανεπαρκής σωματική δραστηριότητα συνδέεται με αυξημένο φορτίο καρδιαγγειακών νοσημάτων, διαβήτη τύπου 2, ορισμένων μορφών καρκίνου και άλλων χρόνιων παθήσεων. Αυτά μεταφράζονται σε νοσηλείες, φάρμακα, μακροχρόνια φροντίδα, απουσίες από την εργασία και απώλεια παραγωγικότητας.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υπολογιστεί ότι, εάν όλοι επιτύγχαναν τα συνιστώμενα 150 λεπτά μέτριας έντασης σωματικής δραστηριότητας την εβδομάδα, θα μπορούσαν να εξοικονομούνται περίπου 8 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε δαπάνες υγείας. Συνεπώς, η επένδυση στη σωματική δραστηριότητα δεν αποτελεί απλώς δαπάνη δημόσιας υγείας, αλλά επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο μιας χώρας.

Υπάρχει και μία ευρύτερη διάσταση: η κοινωνική ανθεκτικότητα. Μία κοινωνία δεν είναι πραγματικά ανθεκτική μόνο επειδή διαθέτει ισχυρή οικονομία και αποτελεσματικές υπηρεσίες. Είναι ανθεκτική όταν διαθέτει και λειτουργικά ικανούς πολίτες. Ένας υγιής, ανεξάρτητος και σωματικά ικανός πληθυσμός βρίσκεται σε καλύτερη θέση να αντιμετωπίσει καύσωνες, φυσικές καταστροφές ή άλλες κρίσεις από έναν πληθυσμό με υψηλή νοσηρότητα, χαμηλή φυσική κατάσταση και αυξημένη λειτουργική εξάρτηση. Υπό αυτή την έννοια, η οργανωμένη σωματική δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί μέρος της προληπτικής υποδομής μιας ανθεκτικής κοινωνίας». Ο ίδιος σημειώνει πως η κίνηση έχει, επιπλέον, κοινωνική διάσταση. Το περπάτημα, τα μονοπάτια, οι πλατείες, ο αθλητισμός και οι ομαδικές δραστηριότητες δημιουργούν συναντήσεις. Το παιδί που παίζει κοινωνικοποιείται, ο ηλικιωμένος που περπατά παραμένει ενεργός και ορατός στην κοινότητα, ενώ ο αθλητισμός δημιουργεί σχέσεις, συνεργασία και κοινή ταυτότητα. Η κίνηση γίνεται έτσι μέσο σύνδεσης ανθρώπων, γενεών και κοινοτήτων.

Επανασυνδέοντας την ανθρώπινη βιολογία με τον σύγχρονο τρόπο ζωής

Για πολλά χρόνια λέγαμε στον πολίτη: «Πρέπει να ασκείσαι περισσότερο». Η συμβουλή είναι σωστή, αλλά δεν αρκεί.

Δεν μπορούμε να δημιουργούμε πόλεις, τονίζει ο κ. Κουτεντάκης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, που απαιτούν αυτοκίνητο για κάθε μετακίνηση, χώρους εργασίας που καθηλώνουν τον άνθρωπο σε μία καρέκλα, σχολεία όπου τα παιδιά κάθονται το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και ψηφιακά περιβάλλοντα που μας κρατούν διαρκώς μπροστά σε μία οθόνη — και στη συνέχεια να πιστεύουμε ότι το πρόβλημα λύνεται απλώς λέγοντας: «Πήγαινε στο γυμναστήριο». Για να καταλήξει τονίζοντας:

«Εάν αφαιρέσαμε την κίνηση από την καθημερινότητα, πρέπει συνειδητά να την επαναφέρουμε. Αυτό σημαίνει σχολεία και πανεπιστήμια που ενθαρρύνουν την ενεργό ζωή, χώρους εργασίας που περιορίζουν την παρατεταμένη καθιστική συμπεριφορά, ασφαλείς δημόσιους χώρους, πρόσβαση στη φύση και στρατηγικές ενεργού γήρανσης. Σημαίνει επίσης να μιλάμε όχι μόνο για “έξυπνες πόλεις”, αλλά και για “ενεργές πόλεις”. Γιατί μία πραγματικά έξυπνη πόλη είναι εκείνη που χρησιμοποιεί την τεχνολογία χωρίς να καταργεί τον άνθρωπο ως βιολογικό ον.

Η λέξη-κλειδί, τελικά, είναι επανασύνδεση. Δεν πρόκειται για επιστροφή στη ζωή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη, ούτε για απόρριψη της τεχνολογίας. Πρόκειται για την αναγνώριση ενός απλού βιολογικού γεγονότος: ότι το σώμα μας εξακολουθεί να έχει ανάγκη την κίνηση και ότι η βασική του βιολογία παραμένει ουσιαστικά προσαρμοσμένη σε έναν πολύ πιο δραστήριο τρόπο ζωής από τον σημερινό.

Δεν χρειάζεται, συνεπώς, να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Χρειάζεται να σχεδιάσουμε καλύτερα το μέλλον: να επαναφέρουμε την κίνηση στη ζωή, τη ζωή στη φύση και τους ανθρώπους πιο κοντά τον έναν στον άλλον».