Ο 33χρονος Κωνσταντίνος Ασλανίδης εξαφανίστηκε στις 7 Αυγούστου 2025 στην Καρύταινα Αρκαδίας και τα ερωτήματα για την υπόθεση παραμένουν αναπάντητα. Είχε φύγει από το Περιστέρι, όπου ζούσε με τους γονείς του, για να περάσει λίγες ημέρες με συγγενείς. Η συνηθισμένη του έξοδος, ωστόσο, κατέληξε σε μυστήριο: δεν επέστρεψε και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ούτε η μοτοσικλέτα του.

Η εξαφάνιση παρουσιάστηκε το βράδυ της Παρασκευής στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ», όπου η οικογένεια απηύθυνε δημόσια έκκληση για πληροφορίες που θα βοηθήσουν να διαλευκανθεί η υπόθεση. Αστυνομικοί, πυροσβέστες και εθελοντές πήραν μέρος στις έρευνες, χωρίς να εντοπίσουν κάποιο στοιχείο που να εξηγεί τι συνέβη στον 33χρονο.

Η Δήμητρα Κοντοπούλου, θεία και νονά του, μίλησε για την καθημερινότητά του στο χωριό. Όπως ανέφερε, συνήθιζε να περνά αρκετό χρόνο ανακαλύπτοντας την ευρύτερη περιοχή.

«Είχε έρθει στην Καρύταινα με τη μηχανή του, το βράδυ της Πέμπτης 31 Ιουλίου, από το Περιστέρι όπου ζούσε με τους γονείς του, για να καθίσει λίγες μέρες. Έκανε τις βόλτες του γιατί είναι φυσιολάτρης, πήγαινε στον Λούσιο, περπατούσε».

Οι κινήσεις του 33χρονου πριν χαθούν τα ίχνη του

Η συγγενής του αναφέρθηκε στις τελευταίες ώρες που θυμόταν ότι τον είχε δει, επισημαίνοντας ποια προσωπικά αντικείμενα είχαν μείνει πίσω.

«Το Σάββατο, γύρω στις 9 παρά τέταρτο, τον είδα στο σπίτι. Τον ρώτησα πού θα πήγαινε, γιατί είδα ότι ετοίμαζε το σακίδιό του και μου είπε ότι θα πήγαινε μία βόλτα στον Λούσιο και θα επέστρεφε. Γύρισε γύρω στις 10:30, έκανε ένα μπάνιο και στις 12 ξαναβγήκε. Απ’ ό,τι είδαμε, είχε πάρει μαζί του μόνο το τηλέφωνο και τα κλειδιά του σπιτιού. Είχε αφήσει το πορτοφόλι του, τον καπνό του και όλα τα υπόλοιπα πράγματά του».

Η απουσία του και η έλλειψη επικοινωνίας ενέτειναν σταδιακά την ανησυχία των συγγενών. Τον καλούσαν και του έστελναν μηνύματα, αλλά δεν λάμβαναν απάντηση, με αποτέλεσμα να φοβούνται πως είχε συμβεί κάτι σοβαρό.

«Καθώς περνούσε η ώρα, αρχίσαμε να ανησυχούμε. Ξεκινήσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο για να τον εντοπίσουμε και δεν απαντούσε ούτε στα τηλέφωνα ούτε σε μηνύματα. Εκεί αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε ότι κάτι του έχει συμβεί».

Η οικογένεια μιλά για καθυστέρηση στην πρώτη αντίδραση της Αστυνομίας

Οι συγγενείς ζήτησαν από τις Αρχές να αρχίσουν χωρίς καθυστέρηση οι έρευνες για τον εντοπισμό του. Η Δήμητρα Κοντοπούλου ανέφερε, όμως, ότι όταν πήγαν αρχικά στο Αστυνομικό Τμήμα Μεγαλόπολης, η διαδικασία καθυστέρησε.

«Πήγαμε στο Αστυνομικό Τμήμα Μεγαλόπολης και αναφέραμε την εξαφάνισή του αλλά ο αξιωματικός υπηρεσίας μάς είπε ότι θα έπρεπε να περιμένουμε να περάσουν δύο 24ωρα. Σκεφτήκαμε ότι δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε να περάσει τόσος χρόνος από την στιγμή που καταλαβαίναμε ότι κάτι μπορεί να του έχει συμβεί».

Όπως είπε η ίδια, στη συνέχεια επικοινώνησαν με άλλες αστυνομικές υπηρεσίες. Η εξαφάνιση δηλώθηκε επίσημα μετά τις 18:00 και τότε ξεκίνησε η κινητοποίηση για να βρεθεί ο 33χρονος.

Για να χαρτογραφήσουν τις κινήσεις του, οι συγγενείς αναζήτησαν καταγραφές από κάμερες ασφαλείας. Κάμερα κοντινής καφετέριας τον κατέγραψε να κινείται προς την πλατεία, όπου είχε αφήσει τη μοτοσικλέτα του.

«Εκείνο το πρωί πριν φύγει, μίλησε για λίγο με την αδελφή μου και της έλεγε ότι καθάριζε το κράνος του. Δεν είδε κανείς πώς έφυγε. Από την κάμερα ενός καφέ που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση, είδαμε ότι ανέβηκε τα σκαλιά και πήγε προς την πλατεία όπου είχε παρκαρισμένη τη μηχανή του».

Οι συγγενείς συγκέντρωσαν και πληροφορίες για πιθανές διαδρομές προς τα μοναστήρια της περιοχής. Παραμένει, ωστόσο, αδιευκρίνιστο αν ο αγνοούμενος κατευθύνθηκε πράγματι προς τα εκεί.

«Από μία μαρτυρία μάθαμε ότι στην πρώτη του βόλτα ρώτησε ποιος είναι ο καλύτερος δρόμος για να πάει προς τα μοναστήρια και είχε ως πληροφορία ότι το Ελληνικό ήταν καλύτερη διαδρομή. Αυτά τα είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα».

Ο χαρακτήρας του 33χρονου και όσα παραμένουν αδιευκρίνιστα

Η Δήμητρα Κοντοπούλου περιέγραψε τον ανιψιό της ως ήρεμο άνθρωπο, με στενή σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του. Πρόσθεσε ότι δεν γνώριζε να είχε κάποια προσωπική αντιπαράθεση που θα μπορούσε να σχετίζεται με την εξαφάνισή του.

«Ήταν πολύ ήρεμο παιδί, δεν είχε διαπληκτιστεί ποτέ με κανέναν. Αγαπούσε πολύ τον τόπο εδώ γιατί, όπως έλεγε, είχε ζήσει τα καλύτερά του χρόνια με παιχνίδι με φίλους. Δεν υπάρχει κάποιος που θα ήθελε να του κάνει κακό στο χωριό. Είναι μικρός ο τόπος και γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους».

Ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης φοίτησε στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, ενώ πρόσφατα είχε στραφεί πιο ενεργά στην πληροφορική. Παρακολουθούσε σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα, με στόχο να ενισχύσει τα επαγγελματικά του προσόντα στην ανάπτυξη εφαρμογών.

Η θεία του σημείωσε πως, καθώς δεν έχουν εντοπιστεί ευρήματα, η οικογένεια εξακολουθεί να ελπίζει ότι ο 33χρονος είναι ζωντανός, αν και οι Αρχές διερευνούν όλα τα πιθανά ενδεχόμενα.

«Μελετούσε πολλές ώρες και έπαιρνε πιστοποιήσεις για να εμπλουτίσει το βιογραφικό του γιατί τον ενδιέφερε περισσότερο η πληροφορική. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι του έχει συμβεί, ούτε να κάνω υποθέσεις. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει βρεθεί τίποτα εδώ κοντά στην περιοχή. Αυτό μας δίνει βέβαια την ελπίδα ότι μπορεί να είναι ακόμα στη ζωή. Όπως μας λένε και από την Ασφάλεια όμως, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά».

Στο τέλος, κάλεσε όποιον έχει πληροφορίες για τις μετακινήσεις του Κωνσταντίνου ή γνωρίζει κάτι σχετικό με την εξαφάνισή του να απευθυνθεί στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να συμβάλει στην προσπάθεια της οικογένειας να λάβει απαντήσεις.

«Αν υπάρχει κάποιος που έχει δει κάτι, έχει μάθει κάτι, να μας βοηθήσει να μάθουμε τι έχει συμβεί στον Κωνσταντίνο. Θα ήταν ένα δώρο αυτό για εμάς».

Το άλυτο μυστήριο γύρω από τη μοτοσικλέτα που αγνοείται

Καθοριστικής σημασίας για την έρευνα θεωρείται ο εντοπισμός της μοτοσικλέτας του 33χρονου, η οποία παραμένει άφαντη από την ημέρα που έφυγε από την Καρύταινα. Κάμερες ασφαλείας έχουν καταγράψει τις κινήσεις του πριν χαθούν τα ίχνη του, όμως δεν έχει διευκρινιστεί ποια πορεία ακολούθησε στη συνέχεια.

Η Δήμητρα Κοντοπούλου, θεία και νονά του, βρέθηκε ξανά στα σημεία από όπου πέρασε ο ανιψιός της, αυτή τη φορά μαζί με την κάμερα της εκπομπής, και παρουσίασε τις μαρτυρίες και τα διαθέσιμα βίντεο.

«Ο Κωνσταντίνος πάρκαρε τη μηχανή του στην πλατεία, γιατί ο δρόμος που οδηγεί στο σπίτι μας είναι πλακόστρωτος και δεν μπορούσε να την κατεβάσει μέχρι εκεί. Εκείνο το πρωινό πήρε το κράνος, το κινητό και τα κλειδιά του σπιτιού και έφυγε, με κατεύθυνση προς την πλατεία, για να πάρει τη μηχανή του. Εδώ βρίσκεται και η κεντρική εκκλησία, η κάμερα της οποίας τον κατέγραψε να παίρνει τη μηχανή. Παρακολουθώντας το βίντεο, μου έκανε εντύπωση ότι, όταν επέστρεφα, φαίνεται πως με είδε και έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να μην ήθελε να τον αντιληφθώ», αναφέρει χαρακτηριστικά η Δήμητρα Κοντοπούλου.

Τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί δείχνουν ότι ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης έφυγε από την πλατεία προς τα αριστερά, στον δρόμο που κατευθύνεται προς τον Λούσιο ποταμό και τα μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η διέλευσή του καταγράφηκε και από δεύτερη κάμερα, χωρίς να είναι γνωστό τι ακολούθησε μετά.

Οι δικοί του επιχειρούν να εντοπίσουν ποιες διαδρομές μπορεί να ακολούθησε, ελέγχοντας και περάσματα όπου μπορούν να κινηθούν αποκλειστικά δίκυκλα.

«Από εκείνο το σημείο και μετά δεν έχουμε στη διάθεσή μας άλλα στοιχεία. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι δεν κατευθύνθηκε προς το Ατσιχώρι, καθώς υπάρχει κάμερα στον δρόμο που δεν τον κατέγραψε. Υπάρχει, ωστόσο, ένα γεφύρι από το οποίο μπορεί να περάσει μόνο μηχανή, οπότε δεν αποκλείεται να κινήθηκε προς την πλευρά του Λούσιου. Αυτές τις ημέρες θα είχε και τα γενέθλιά του, κάτι που κάνει την αγωνία μας ακόμη πιο δύσκολη. Τον αγαπάμε και τον περιμένουμε», λέει συγκινημένη.

Η μαρτυρία για τον δασοφύλακα και οι φόβοι για τις ορεινές διαδρομές

Πληροφορίες για τις διαδρομές του Κωνσταντίνου Ασλανίδη πριν από την εξαφάνισή του ήρθαν από την περιοχή της Ψηλής Παναγιάς, στην Καρύταινα Αρκαδίας. Μαρτυρία αναφέρει ότι ο 33χρονος γεωπόνος βρέθηκε κοντά σε πυροφυλάκιο και συνομίλησε με εποχικό δασοφύλακα, από τον οποίο ζήτησε να μάθει αν υπήρχε άλλος δρόμος για να κινηθεί με τη μοτοσικλέτα του.

Οικογένεια και φίλοι του αγνοούμενου αναζήτησαν πληροφορίες σε μέρη όπου εκείνος συνήθιζε να κάνει εξορμήσεις, ελπίζοντας να εντοπίσουν ανθρώπους που μπορεί να τον είχαν δει. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας έμαθαν πως ο δασοφύλακας θυμόταν τον 33χρονο, καθώς και την ερώτηση που του είχε κάνει.

«Τον ρώτησε αν υπήρχε κάποιος άλλος δρόμος ή βατό μονοπάτι για να φύγει πιο γρήγορα με τη μοτοσικλέτα. Ο δασοφύλακας τον συμβούλεψε να επιστρέψει από τον δρόμο που είχε έρθει και να μην αναζητήσει άλλο πέρασμα, καθώς στην περιοχή είχαν προηγηθεί αστυνομικές έρευνες για χασισοφυτείες και υπήρχε κίνδυνος».

Η πληροφορία αυτή δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα στην υπόθεση: δεν είναι γνωστό αν ο Κωνσταντίνος βρέθηκε ξανά στο ίδιο σημείο την ημέρα της εξαφάνισής του. Η αναφορά σε παλαιότερες αστυνομικές έρευνες για χασισοφυτείες έχει επίσης προβληματίσει το περιβάλλον του, αν και δεν έχει προκύψει κανένα στοιχείο που να συνδέει την εξαφάνιση με παράνομη δραστηριότητα.

Μάρτυρας που έδωσε συνέντευξη στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» ανέφερε ότι ανησυχεί μήπως ο 33χρονος αντιμετώπισε κίνδυνο σε κάποια από τις εξορμήσεις του.

«Δεν ξέρω αν επέστρεψε εκεί την ημέρα που εξαφανίστηκε. Είναι, όμως, μία περιοχή που γνώριζα ότι επισκεπτόταν. Φοβάμαι μήπως είδε κάτι που δεν έπρεπε να δει και του έκαναν κακό. Όλα περνούν πλέον από το μυαλό μου. Όταν προσπάθησα να μάθω αν συνέβαιναν τέτοια πράγματα στην περιοχή, μου είπαν ‘μην μπλέκεις’».

Έρευνες σε μοναστήρια και μαρτυρίες για τον αγνοούμενο 33χρονο

Η αναζήτηση για τον Κωνσταντίνο Ασλανίδη οδήγησε και στα μοναστήρια γύρω από τον Λούσιο, καθώς εξετάστηκε αν είχε επισκεφθεί κάποια μονή ή είχε μείνει εκεί. Η Αστυνομία ερεύνησε χώρους των μοναστηριών, ενώ ζήτησε από τους μοναχούς να ενημερώσουν τις Αρχές για πιθανή παρουσία του αγνοούμενου.

Για τις αστυνομικές έρευνες μίλησε μοναχός της Ιεράς Μονής Αιμυαλών, κοντά στη Δημητσάνα, ο οποίος γνώριζε την υπόθεση. Βλέποντας φωτογραφία του 33χρονου, είπε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί με σιγουριά αν τον είχε συναντήσει, αφού πολλοί επισκέπτες περνούν από το μοναστήρι.

«Τώρα εντάξει, αν τον είχα δει και μία φορά δεν έχω συγκρατήσει το πρόσωπό του, βλέπουμε αρκετό κόσμο εδώ στο μοναστήρι».

Ο μοναχός ανέφερε πως η μονή δεν διαθέτει χώρους φιλοξενίας επισκεπτών, παρά μόνο έναν μικρό ξενώνα για συγγενείς των μοναχών, απαντώντας στο ενδεχόμενο να είχε καταλύσει εκεί ο Κωνσταντίνος. Πρόσθεσε, ως προσωπική εκτίμηση, ότι ύστερα από τόσο καιρό χωρίς να έχει βρεθεί κάποιο ίχνος, θεωρεί δύσκολο να βρίσκεται ακόμη στην περιοχή.

«Όχι, δεν διαθέτει η μονή ξενώνες φιλοξενίας, οπότε δεν μπορεί να φιλοξενήσει κάποιον. Έχει μόνο έναν μικρό ξενώνα για συγγενείς μοναχών. Δεν ξέρω τι του έχει συμβεί αλλά εδώ στην περιοχή δεν πρέπει να είναι, γιατί μου φαίνεται απίστευτο μετά από τόσο καιρό να μην έχει βρεθεί ούτε ένα ίχνος του. Μετά από τόσο χρονικό διάστημα δεν γίνεται να μην τον ανακαλύψεις, να μην αναγνωρίσει κάποιος έναν ξένο στο χωριό».

Όπως είπε, αστυνομικοί μετέβησαν στη μονή σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Αρχικά έκαναν έναν τυπικό έλεγχο, ενώ στη δεύτερη επίσκεψη, έπειτα από εισαγγελική εντολή, ερεύνησαν διεξοδικά τους χώρους με τη βοήθεια ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων.

«Η Αστυνομία έχει έρθει δύο φορές. Την πρώτη φορά έκαναν έναν τυπικό έλεγχο. Τη δεύτερη με εισαγγελική εντολή ερεύνησαν εξονυχιστικά όλους τους χώρους του μοναστηριού. Μπήκαν στα κελιά, στις αποθήκες. Ήρθαν και με σκυλιά και ερεύνησαν οτιδήποτε ανήκει στη μονή. Κάτι άλλο έχει συμβεί. Αυτό που λένε αρκετοί, ότι με κάποιο τρόπο προσπάθησε να εξαφανιστεί μην αφήνοντας ίχνη πίσω».

Η έρευνα για την εξαφάνιση στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου

Η δημοσιογραφική αναζήτηση στοιχείων έφτασε και στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου, στη χαράδρα του Λούσιου, νότια της Δημητσάνας. Εκεί διερευνήθηκε πληροφορία που είχαν λάβει οι συγγενείς του 33χρονου, σύμφωνα με την οποία ένας άνδρας παρόμοιας ηλικίας είχε φιλοξενηθεί στη μονή την περίοδο που εκείνος εξαφανίστηκε.

Ο μοναχός που συνομίλησε με τη δημοσιογράφο αρνήθηκε ότι ο Κωνσταντίνος είχε μείνει στη μονή. Όπως εξήγησε, για κάθε φιλοξενία απαιτείται έγκριση και καταχώριση των στοιχείων του επισκέπτη.

«Δεν ισχύει ότι έχουμε φιλοξενήσει εμείς τον νεαρό. Έχουμε ξενώνα αλλά για να φιλοξενήσουμε κάποιον πρέπει να πάρουμε άδεια απ’ τη μητρόπολη. Η φιλοξενία γίνεται πάντα με ένδειξη και καταγραφή των στοιχείων της ταυτότητας».

Εξήγησε ότι η διαμονή στους χώρους αυτούς προσφέρεται μόνο σε εξαιρετικές συνθήκες, κυρίως όταν πρέπει να προστατευτούν άνθρωποι που αδυνατούν να συνεχίσουν με ασφάλεια την πορεία τους. Πρόσθεσε ότι η αστυνομία έλεγξε όλους τους χώρους της μονής, ακόμη και τα ιδιωτικά δωμάτια των μοναχών.

«Έχουν κάνει έρευνα και σ’ εμάς οι Αρχές. Έχουν ψάξει με σκυλιά όλο το μοναστήρι, τους έχουμε πάει παντού, ακόμα και στα δωμάτιά μας. Το βασικό είναι όμως ότι δεν φιλοξενούμε παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Αν κάποιος αργήσει για παράδειγμα και δεν μπορεί να πεζοπορήσει τη νύχτα στο μονοπάτι που έχει πέσει και έχουν βάλει σχοινιά για να περάσεις απέναντι».

Ο μοναχός έδειξε επίσης στη δημοσιογράφο το βιβλίο επισκεπτών, σημειώνοντας ότι δεν είχε καταγραφεί εκεί ο αγνοούμενος. Αναφέρθηκε και στο δύσβατο ανάγλυφο της περιοχής, τονίζοντας πως κατά μήκος αρκετών σημείων της διαδρομής από την Καρύταινα υπάρχουν επικίνδυνοι γκρεμοί.

«Μακάρι να ζει ο άνθρωπος. Αλλά όλη διαδρομή από την Καρύταινα μέχρι εδώ είναι όλο γκρεμούς. Αν έχει πέσει κάπου 30 – 40 μέτρα κάτω είναι δύσκολο να βρεθεί».

Η Μητρόπολη απαντά για το ενδεχόμενο φιλοξενίας

Η έρευνα μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, που είναι χτισμένη πάνω σε απόκρημνο βράχο. Η πρόσβαση έχει δυσκολέψει ακόμη περισσότερο μετά τις κατολισθήσεις που προκάλεσαν οι πλημμύρες του χειμώνα.

Η προσέγγιση της μονής απαιτεί πεζοπορία σε δύσβατα μονοπάτια, ενώ σε κάποια σημεία της διαδρομής έχουν εγκατασταθεί σχοινιά για να διευκολύνουν όσους περνούν.

Στο πλαίσιο των ερευνών, η δημοσιογράφος μίλησε με τον Ιωσήφ Αγγελίδη, γενικό αρχιερατικό επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως. Εκείνος δήλωσε πως δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι ο Κωνσταντίνος είχε περάσει από το μοναστήρι και πρόσθεσε ότι η Μητρόπολη είχε ήδη ενημερώσει γραπτώς τις μονές για την εξαφάνισή του.

«Δεν ήρθε στο μοναστήρι καθόλου. Εμείς είχαμε ψάξει, είχαμε στείλει και έγγραφο από τη μητρόπολη προς τις ιερές μονές αλλά δεν τον έχει δει κανένας. Ήρθε και η Αστυνομία και έψαξε. Δεν είναι τόσο μεγάλα τα μοναστήρια ώστε να μην μπορούμε να τον βρούμε, ούτε θα τον κρύβαμε ενώ ανησυχούν οι γονείς του. Ακόμα κι αν ήθελε να μείνει, θα του λέγαμε πήγαινε να τα βρεις με την οικογένειά σου και μετά εμείς εδώ είμαστε».