Ο Αλέξης Σταμάτης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σημαντική λογοτεχνική πορεία με 34 βιβλία, εκ των οποίων τα 20 μυθιστορήματα. Ο συγγραφέας, που μεγάλωσε μέσα στον χώρο του κινηματογράφου ως γιος της Μπέτυς Αρβανίτη, είχε μιλήσει ανοιχτά για τη μάχη του με το αλκοόλ, την οποία κατάφερε να ξεπεράσει το 1996, ενώ συχνά έδινε πρώτα τα νέα έργα του στη μητέρα του και στη σύζυγό του, Εύα Σιμάτου.
Πιο αναλυτικά
Θλίψη προκάλεσε η είδηση του θανάτου του Αλέξη Σταμάτη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών. Ο καταξιωμένος συγγραφέας είχε μιλήσει ανοιχτά στο παρελθόν για τη δύσκολη περίοδο της ζωής του, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον εθισμό στο αλκοόλ, αλλά είχε αναφερθεί και στη μητέρα του, την ηθοποιό Μπέτυ Αρβανίτη.
Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας του στη λογοτεχνία, υπέγραψε συνολικά 34 βιβλία, από τα οποία τα 20 ήταν μυθιστορήματα.
Μεγάλωσε μέσα στα κινηματογραφικά στούντιο, έχοντας την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά σπουδαίους αστέρες της εποχής. Παρότι ανατράφηκε σε ένα περιβάλλον γεμάτο τέχνη και κινηματογράφο, δεν επέλεξε να ακολουθήσει την επαγγελματική πορεία της μητέρας του. Άλλωστε, όπως είχε περιγράψει ο ίδιος, όλοι εκείνοι που για τους περισσότερους αποτελούσαν θρύλους του ελληνικού κινηματογράφου, στα δικά του μάτια «ήταν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, φίλοι και συνάδελφοι της μητέρας του».
Ο Αλέξης Σταμάτης χάραξε τη δική του ξεχωριστή διαδρομή στον χώρο της λογοτεχνίας, ενώ συνήθιζε να εμπιστεύεται πρώτα τα νέα του έργα στα δύο σημαντικότερα πρόσωπα της ζωής του, τη μητέρα του Μπέτυ Αρβανίτη και τη σύζυγό του, επίσης ηθοποιό, Εύα Σιμάτου, καθώς τους έδινε «να διαβάσουν πρώτες τα βιβλία του».
Σε παλιότερη συνέντευξή του είχε μιλήσει με απόλυτη ειλικρίνεια για την εξάρτησή του από το αλκοόλ και τον δύσκολο αγώνα που έδωσε μέχρι να την ξεπεράσει.
«Στο αλκοόλ με οδήγησε η κατάσταση μετά το Πολυτεχνείο, η απόλυτη ελευθερία. Άρχισα να μην μπορώ να ξυπνάω χωρίς αυτό, η κλασική κάθοδος του αλκοολικού στον Άδη. Δεν έχω μέτρο σαν άνθρωπος. Έπινα 2-3 μπουκάλια τη μέρα, πήρα την απόφαση να το σταματήσω 10 Απριλίου 1996. Όλα αυτά ήταν μία εσωτερική υπερβολή, ένα είδος εσωτερικού ψώνιου τύπου “να δούμε πού θα πάει”», είχε δηλώσει.
