Ο 38χρονος Σέρβος Ούρος Νίνκοβιτς, που συνελήφθη στην Κρήτη για χρήση πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων, βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο των ελληνικών αρχών, οι οποίες ερευνούν τις κινήσεις και τις επαφές του στη χώρα, όπου ζούσε νόμιμα από το 2023 με την οικογένειά του. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι προσπάθησε να «εξαφανιστεί» από φόβο για απαγωγή, ενώ σερβικά μέσα τον συνδέουν με εγκληματικά δίκτυα, χωρίς όμως αυτό να έχει αποδειχθεί δικαστικά· την ίδια ώρα, παλαιότερη υπόθεση στο Μαυροβούνιο και οι έρευνες για πιθανές άλλες εμπλοκές του περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την εικόνα.
Πιο αναλυτικά
Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για την υπόθεση του 38χρονου Σέρβου Ούρος Νίνκοβιτς, η σύλληψη του οποίου στην Κρήτη έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στα μέσα ενημέρωσης των Βαλκανίων.
Ο άνδρας, τον οποίο σερβικά δημοσιεύματα συνδέουν, βάσει επιχειρησιακών πληροφοριών, με το εγκληματικό δίκτυο Kavač-Vračar, παραμένει υπό κράτηση, ενώ οι ελληνικές αρχές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τις κινήσεις και τις επαφές του κατά την παραμονή του στη χώρα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και ο ισχυρισμός του ίδιου ότι χρησιμοποίησε πλαστό ταξιδιωτικό έγγραφο επειδή φοβόταν πως επρόκειτο να απαχθεί για λύτρα. Την ίδια ώρα, μία δικαστική εξέλιξη από το Μαυροβούνιο περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εικόνα: ο 38χρονος απαλλάχθηκε πρωτοδίκως από κατηγορία που αφορούσε σχεδιασμό εγκληματικής ενέργειας, με την εισαγγελία να έχει ήδη ασκήσει έφεση.
Φέρεται να ήθελε να «εξαφανιστεί»
Σύμφωνα με πληροφορίες του Cretalive, ο Νίνκοβιτς ζούσε νόμιμα στην Ελλάδα από το 2023, έχοντας άδεια παραμονής, ενώ στη χώρα βρίσκονται η σύζυγος και το παιδί του. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι επί περίπου τρία χρόνια κυκλοφορούσε χρησιμοποιώντας τα πραγματικά στοιχεία του.
Όλα άλλαξαν όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την Κρήτη με προορισμό τη Μασσαλία. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επιχείρησε να ταξιδέψει με πλαστά έγγραφα, εμφανιζόμενος ως Τσέχος υπήκοος.
Η εξήγηση που φέρεται να έδωσε είναι ότι φοβόταν για την ασφάλειά του. Ο 38χρονος υποστηρίζει πως συγγενικά του πρόσωπα τον είχαν προειδοποιήσει ότι υπήρχε κίνδυνος απαγωγής του με σκοπό την καταβολή λύτρων και ότι θα έπρεπε να παραμείνει για ένα διάστημα «αθέατος».
Κατά τον ίδιο ισχυρισμό, η Μασσαλία ήταν ο προορισμός όπου θα συναντούσε πρόσωπα που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Το σχέδιό του, ωστόσο, σταμάτησε στην Κρήτη.
Τι λέει επισήμως η ΕΛ.ΑΣ. για την Ερυθρά Αγγελία
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επίσημη ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς διαφοροποιείται σε ένα κρίσιμο σημείο από πληροφορίες που είχαν κυκλοφορήσει τις πρώτες ώρες μετά τη σύλληψη.
Η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε ότι ο 38χρονος συνελήφθη το Σάββατο 22 Αυγούστου από αστυνομικούς του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, επειδή σε βάρος του εκκρεμούσε ερυθρά αγγελία διεθνών αναζητήσεων της INTERPOL Σερβίας. Η αγγελία, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας.
Παράλληλα, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, ερευνάται εάν υπάρχει εμπλοκή του και σε άλλες αξιόποινες πράξεις.
Η διευκρίνιση αυτή είναι κομβική, καθώς αρχικές πληροφορίες τον εμφάνιζαν να αναζητείται από το Μαυροβούνιο σε σχέση με υπόθεση ανθρωποκτονίας. Η επίσημη ελληνική ανακοίνωση, ωστόσο, δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και περιορίζει την Ερυθρά Αγγελία στην πλαστογραφία.
Στο μικροσκόπιο οι κινήσεις του στην Κρήτη
Το μεγάλο ερώτημα για τις ελληνικές Αρχές είναι πλέον τι ακριβώς έκανε ο Νίνκοβιτς στην Κρήτη.
Εξετάζεται πότε έφθασε στο νησί, πού διέμενε, ποια πρόσωπα συνάντησε και ποιες επαφές διατηρούσε. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, αναζητούσε επιχειρηματικές και επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων και στην Κρήτη.
Το Cretalive αναφέρει ακόμη ότι στην κατοχή του βρέθηκαν δύο πανάκριβα ρολόγια Rolex, τα οποία, μετά τον σχετικό έλεγχο, παραδόθηκαν στη σύζυγό του καθώς διαπιστώθηκε η νόμιμη κατοχή τους.
Άλλα τοπικά δημοσιεύματα αναφέρουν επίσης ότι κατά τον έλεγχο είχαν εντοπιστεί τέσσερα κινητά τηλέφωνα και μετρητά, με τις Αρχές να εξετάζουν τις επαφές και τις κινήσεις του.
Η καταδίκη στο Ηράκλειο
Ο 38χρονος οδηγήθηκε στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου για τα αδικήματα που σχετίζονται με την απόπειρα εξόδου από τη χώρα και τη χρήση πλαστών εγγράφων.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο συνήγορός του, Λευτέρης Κάρτσωνας, ο Νίνκοβιτς κρίθηκε αθώος για την κατηγορία κατοχής πλαστού διπλώματος οδήγησης, ενώ για τις υπόλοιπες πράξεις τού επιβλήθηκε συνολική ποινή άνω των 40 μηνών. Το δικαστήριο διέταξε τη μερική έκτιση της ποινής και, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, θα πρέπει να παραμείνει στη φυλακή για δέκα μήνες.
Η κατηγορία για δολοφονική επίθεση στο Μαυροβούνιο
Την ώρα που οι έρευνες στην Ελλάδα βρίσκονται σε εξέλιξη, μία παλαιότερη υπόθεση του Νίνκοβιτς επανέρχεται στο προσκήνιο από το Μαυροβούνιο.
Ο 38χρονος είχε συλληφθεί το 2022 κοντά στο Νίκσιτς και είχε κατηγορηθεί σε υπόθεση που αφορούσε συμφωνία για τέλεση εγκληματικής πράξης σε βάρος του Μίλοβαν «Μίγιο» Ζίζιτς, πατέρα του Λούκα Ζίζιτς, ο οποίος είχε δολοφονηθεί στο Βελιγράδι τον Απρίλιο του ίδιου έτους.
Το αρμόδιο δικαστήριο του Νίκσιτς τον απάλλαξε από τη συγκεκριμένη κατηγορία. Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έχει κλείσει οριστικά, καθώς η εισαγγελία προσέβαλε την απόφαση και η έφεση παραμένει σε εκκρεμότητα.
Οι αναφορές για την εγκληματική οργάνωση Kavač – Vračar
Σερβικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τον Νίνκοβιτς ως πρόσωπο με υψηλή θέση στο περιβάλλον των οργανωμένων εγκληματικών ομάδων Kavač και Vračar και τον συνδέουν, βάσει πληροφοριών των υπηρεσιών ασφαλείας, με πρόσωπα που έχουν απασχολήσει επανειλημμένως τις διωκτικές αρχές των Βαλκανίων.
Οι συγκεκριμένες αναφορές, ωστόσο, προέρχονται από δημοσιεύματα και επιχειρησιακές πληροφορίες και δεν συνιστούν δικαστική απόδειξη συμμετοχής του στις εγκληματικές πράξεις που του αποδίδονται. Μάλιστα, ο ίδιος φέρεται να αρνείται τις σχετικές κατηγορίες.
Έτσι, πίσω από τη φαινομενικά απλή υπόθεση ενός επιβάτη με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, οι ελληνικές αρχές καλούνται τώρα να ξεκαθαρίσουν ένα πολύ πιο σύνθετο παζλ: γιατί βρισκόταν στην Κρήτη, ποιους συνάντησε, γιατί αποφάσισε ξαφνικά να ταξιδέψει με άλλη ταυτότητα και, κυρίως, αν η παρουσία του στη χώρα συνδέεται με οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα.
