Υπεγράφη στη Ρώμη η συμφωνία για την απόκτηση δύο μεταχειρισμένων ιταλικών φρεγατών FREMM από την Ελλάδα, παρουσία των υπουργών Άμυνας Ελλάδας και Ιταλίας, με τον Νίκο Δένδια να κάνει λόγο για σημαντικό βήμα ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος και ανανέωσης του Πολεμικού Ναυτικού. Η συμφωνία προβλέπει και ελληνική συμμετοχή στη συντήρηση και προσαρμογή των πλοίων, ενώ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο στρατηγικής συνεργασίας Αθήνας και Ρώμης στον αμυντικό τομέα.
Πιο αναλυτικά
Υπεγράφη πριν από λίγη ώρα στη Ρώμη, παρουσία του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια και του Ιταλού ομολόγου του, Γκουίντο Κροσέτο, η συμφωνία για την απόκτηση δύο μεταχειρισμένων φρεγατών FREMM, με το μέλος της ελληνικής κυβέρνησης να κάνει λόγο για καθοριστικό βήμα στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και την ανανέωση του στόλου μας.
H Εφαρμοστική Ρύθμιση υπεγράφη από τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και την αντίστοιχη ιταλική Διεύθυνση Εξοπλισμών. Παρόντες από ελληνικής πλευράς ήταν ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, στρατηγός Δημήτριος Χούπης, και ο αρχηγός ΓΕΝ, αντιναύαρχος Δημήτριος Ελευθέριος Κατάρας ΠΝ. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, η φρεγάτα «Carlo Bergamini» προβλέπεται να μεταβιβασθεί στην Ελλάδα εντός του πρώτου εξαμήνου του 2028, ενώ η «Virginio Fasan» εντός του πρώτου εξαμήνου του 2029.
Όπως ανέφερε ο κ. Δένδιας «το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι απλώς η απόκτηση δύο ακόμη πολεμικών πλοίων, και πιθανότητα τεσσάρων, αλλά η αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας και η προσαρμογή του Πολεμικού Ναυτικού στις απαιτήσεις του σύγχρονου περιβάλλοντος ασφαλείας. Οι FREMM, μαζί με τις τέσσερις φρεγάτες FDI και τον εκσυγχρονισμό των φρεγατών ΜΕΚΟ, θα συγκροτήσουν τον νέο πυρήνα ισχύος του ελληνικού Στόλου, και με τις αλλαγές που θα επιφέρουμε, θα τις καταστήσουμε πανίσχυρες. Στόχος είναι ένας στόλος με αυξημένη ακτίνα ενεργείας και επιχειρησιακή αντοχή, ικανός να δρα από το Αιγαίο έως την Ανατολική Μεσόγειο και πέραν αυτής».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ελληνική προστιθέμενη αξία της συμφωνίας, υπογραμμίζοντας ότι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να συνδέεται με την ενδυνάμωση της εγχώριας αμυντικής παραγωγικής βάσης. «Η Εφαρμοστική Ρύθμιση προβλέπει εμπλοκή ελληνικών ναυπηγείων στη συντήρηση και στην προσαρμογή νέων συστημάτων, με στόχο η τεχνογνωσία που αποκτάται να παραμένει στη χώρα. Ενισχύει τα ναυπηγεία μας, διευρύνει τις δυνατότητες της αμυντικής μας βιομηχανίας και τροφοδοτεί το οικοσύστημα αμυντικής καινοτομίας», τόνισε ο υπουργός, θέτοντας παράλληλα ως απαράβατη προϋπόθεση «τον σεβασμό στο υστέρημα του Έλληνα φορολογούμενου και την αυστηρή διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος» υπογράμμισε, συνδέοντας τη σημερινή συμφωνία με τη συνολικότερη στρατηγική σύγκλιση Ελλάδας και Ιταλίας.
Μάλιστα υπενθύμισε ότι το 2020 οι δύο χώρες οριοθέτησαν τις θαλάσσιες ζώνες τους, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ το 2025, στη Λα Σπέτσια, διαμορφώθηκε το πλαίσιο της νέας ναυτικής συνεργασίας. «Σήμερα, στη Ρώμη, του προσδίδουμε συγκεκριμένο επιχειρησιακό περιεχόμενο», ανέφερε. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται, σύμφωνα με τον υπουργό, η περαιτέρω συνεργασία των αμυντικών βιομηχανιών των δύο χωρών, οι κοινές προμήθειες και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Από την πλευρά του, ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο χαρακτήρισε σημαντική τη συμφωνία, σημειώνοντας ότι η απόφαση για τα πλοία ανήκει στο ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό, αλλά η συμφωνία έχει πολιτικό χαρακτήρα και πλέον οι δύο πλευρές καλούνται να την υλοποιήσουν. Όπως αναφέρει το ΑΠΕ -ΜΠΕ, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της θάλασσας για Ελλάδα και Ιταλία, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία δεν αφορά μόνο τη Μεσόγειο αλλά και την Ερυθρά Θάλασσα, καθώς, όπως ανέφερε, πάνω από το 85% των εμπορικών συναλλαγών πραγματοποιείται μέσω θαλάσσης.
Αναφερόμενος στην ιταλική αμυντική βιομηχανία και τη Fincantieri, τόνισε ότι στόχος δεν είναι μόνο η αναβάθμιση των πλοίων, αλλά και η μεταφορά της απαραίτητης τεχνογνωσίας στην Ελλάδα, ώστε η εταιρεία να αποτελέσει μέρος του ελληνικού αμυντικού οικοσυστήματος. «Η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει και για να γίνει αυτό πρέπει να συνεργαστούν οι χώρες», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι ο διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας είναι ευκολότερος και λόγω των ιστορικών δεσμών των δύο χωρών.
