Η εμπορία ανθρώπων αναδεικνύεται σε ένα από τα σοβαρότερα και πιο κερδοφόρα εγκλήματα διεθνώς, με τα κυκλώματα να προσαρμόζονται συνεχώς και να εκμεταλλεύονται ιδιαίτερα ευάλωτους πληθυσμούς, όπως μετανάστες και πρόσφυγες. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο παρουσιάζει ανησυχητική αύξηση, με τις νέες περιπτώσεις να σχεδόν διπλασιάζονται μέσα σε έναν χρόνο, ενώ η Πολιτεία δηλώνει ότι ενισχύει το θεσμικό της πλαίσιο με ειδικές δομές, μηχανισμούς προστασίας και συνεργασία των αρμόδιων φορέων για την αναγνώριση και στήριξη των θυμάτων.
Πιο αναλυτικά
Η σύγχρονη εμπορία ανθρώπων (human trafficking) αποτελεί τη δεύτερη πιο κερδοφόρα παράνομη δραστηριότητα παγκοσμίως. Πρόκειται για ένα διαρκώς εξελισσόμενο δίκτυο οργανωμένου εγκλήματος, με εκατομμύρια θύματα, όπου τα ετήσια παράνομα κέρδη των διακινητών από την καταναγκαστική εργασία αγγίζουν τα 236 δισεκατομμύρια δολάρια.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά της Εμπορίας Ανθρώπων στις 30 Ιουλίου, τα διεθνή δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι το φαινόμενο δεν είναι στατικό: από τη σεξουαλική εκμετάλλευση έως την καταναγκαστική εργασία, τα αδίστακτα κυκλώματα προσαρμόζονται ταχύτατα, εκμεταλλευόμενα τις σύγχρονες κοινωνικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, καθώς οι αυξημένες μεταναστευτικές και προσφυγικές μετακινήσεις αποτελούν συχνά έναν από τους βασικούς παράγοντες που αυξάνουν την έκθεση ευάλωτων προσώπων σε κινδύνους εκμετάλλευσης και απατηλών υποσχέσεων.
Βάσει των στοιχείων της EUROSTAT (Ιανουάριος 2026), μεταξύ των εγγεγραμμένων θυμάτων για τα οποία αναφέρθηκε η μορφή εκμετάλλευσης, η σεξουαλική εκμετάλλευση ήταν η κυρίαρχη μορφή εκμετάλλευσης το 2024, σε ποσοστό 46%, αν και το ποσοστό της σεξουαλικής εκμετάλλευσης μειωνόταν σταδιακά κατά την περίοδο 2008-2024, ενώ σημειώθηκε σημαντική αύξηση στον αριθμό των εγγεγραμμένων θυμάτων που διακινήθηκαν με σκοπό την καταναγκαστική εργασία ή την παροχή υπηρεσιών. Μεταξύ 2008 και 2018, το ποσοστό των θυμάτων που διακινήθηκαν για καταναγκαστική εργασία και υπηρεσίες κυμάνθηκε μεταξύ 14% και 21%, ενώ από το 2019 και μετά το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε μεταξύ 28% και 41%.
Η ακτινογραφία του φαινομένου στην Ελλάδα
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι η εμπορία ανθρώπων αποτελεί ένα ποινικό αδίκημα, άμεσα συνδεδεμένο με το διασυνοριακό οργανωμένο έγκλημα, την παράνομη μετανάστευση και τη δράση των εγκληματικών δικτύων διακινητών. Η εικόνα στη χώρα μας, όπως αποτυπώνεται στην πρόσφατα δημοσιευμένη Έκθεση του Εθνικού Μηχανισμού Αναφοράς (ΕΜΑ) για το 2025 από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), επιβεβαιώνει την έκταση και την πολυπλοκότητα του προβλήματος: Από το 2024 έως το 2025 υπήρξε ραγδαίος διπλασιασμός, μέσα σε ένα μόλις έτος. Συγκεκριμένα, οι νέες περιπτώσεις εκτινάχθηκαν από 465 το 2024 σε 881 νέες περιπτώσεις το 2025, με αξιοσημείωτη την αύξηση της εργασιακής εκμετάλλευσης και την εκμετάλλευση αγοριών για τη διάπραξη εγκληματικών δραστηριοτήτων (forcedcriminality). Το έγκλημα έχει μεταφερθεί στο διαδίκτυο («cyber-trafficking»), καθιστώντας τον εντοπισμό του εξαιρετικά δύσκολο, καθώς οι δράστες δρουν πίσω από την ανωνυμία και την κρυπτογράφηση ακολουθώντας αντίστοιχες πρακτικές με την παράνομη μετανάστευση.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης σε δήλωσή του τονίζει: «Η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί βασική υποχρέωση της Πολιτείας. Η διακίνηση και η εκμετάλλευση ευάλωτων ανθρώπων είναι ένα σοβαρό οργανωμένο έγκλημα, που παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα και συνδέεται άμεσα με τα κυκλώματα της παράνομης μετανάστευσης».
Από την πλευρά της, η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Σέβη Βολουδάκη, σημειώνει: «Η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων απαιτεί σταθερή πολιτική βούληση και ουσιαστική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Απέναντι στα εγκληματικά δίκτυα που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη ευαλωτότητα, η απάντηση της Πολιτείας οφείλει να είναι αποφασιστική και συντονισμένη».
Σύμφωνα με το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί έναν αδιάσπαστο κύκλο δράσης: την αποφασιστική καταστολή του εγκλήματος, την έγκαιρη αναγνώριση των θυμάτων και την πλήρη προστασία τους.
Πώς όμως μεταφράζεται η πολιτική βούληση σε πράξη; Η γενική γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας (ΓΓΕΠΘΠ) του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, έχει περάσει σε μια αντεπίθεση διαρκούς θεσμικής οχύρωσης.
Από την πλευρά της Πολιτείας γίνεται προσπάθεια για διαρκή θεσμική οχύρωση. Κομβικό σημείο της προσπάθειας αυτής αποτελεί η θεσμοθέτηση εξειδικευμένου Τμήματος Προστασίας Θυμάτων Εμπορίας Ανθρώπων και Βίας στη γενική γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Το Τμήμα αυτό αναλαμβάνει, μεταξύ άλλων το συντονισμό των πολιτικών αναγνώρισης, προστασίας και αρωγής των θυμάτων, την προώθηση της διατομεακής συνεργασίας και τη διασύνδεση των εμπλεκόμενων φορέων. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για παιδιά, γυναίκες, άτομα με αναπηρία και λοιπά πρόσωπα που βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης ευαλωτότητας.
Επιπλέον, συγκροτήθηκε και λειτουργεί Διυπουργική-Διεπιστημονική Ομάδα Εργασίας. Σκοπός της ομάδας αυτής είναι η ζωντανή χαρτογράφηση του πεδίου: η καταγραφή των αναγκών, η αναγνώριση των θεσμικών κενών και η κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων για την αντιμετώπιση των νέων μορφών εκμετάλλευσης.
Παράλληλα, για την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1712 (που τροποποιεί την Οδηγία 2011/36/ΕΕ),Ομάδα Εργασίας του υπουργείου Δικαιοσύνης εισηγήθηκε κομβικές αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και την Ποινική Δικονομία.
Βασικούς πυλώνες παρέμβασης συνιστούν ο Εθνικός Μηχανισμός Αναφοράς (ΕΜΑ) για τον εντοπισμό, την παραπομπή και την καταγραφή των θυμάτων, παράλληλα με τον Εθνικό Μηχανισμό Επείγουσας Ανταπόκρισης (ΕΜΕΑ) της γενικής γραμματείας Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας, ο οποίος λειτουργεί ως άμεσο δίκτυο προστασίας παρέχοντας ταχεία πλαισίωση και ασφαλή στέγαση σε ασυνόδευτους ανηλίκους και ευάλωτα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο. Την εικόνα αυτή συμπληρώνουν η Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ευάλωτων Προσώπων της γενικής γραμματείας, καθώς και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης του Γραφείου του Εθνικού Εισηγητή για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων.
