Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Στις 7 Ιουλίου 1989 ξεκίνησε θεσμικά στη Βουλή η υπόθεση Κοσκωτά, με τη Νέα Δημοκρατία να ζητά την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών κατά του Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργών του ΠΑΣΟΚ, ανοίγοντας τον δρόμο για Προανακριτική Επιτροπή και Ειδικό Δικαστήριο. Το σκάνδαλο, που συνδέθηκε με την υπεξαίρεση στην Τράπεζα Κρήτης, δίχασε βαθιά το πολιτικό σύστημα, με τη μία πλευρά να μιλά για «κάθαρση» και την άλλη για «Βρόμικο ’89», αφήνοντας πίσω του μια από τις πιο έντονες θεσμικές και πολιτικές κρίσεις της Μεταπολίτευσης.

Πιο αναλυτικά

Σαν σήμερα πριν από ακριβώς 37 χρόνια, στις 7 Ιουλίου 1989, η πολύκροτη υπόθεση Κοσκωτά περνούσε από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων στη θεσμική της φάση. Εκείνη την ημέρα, 144 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, κατέθεταν στο Κοινοβούλιο πρόταση για την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, κατά του πρώην πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και μιας σειράς υπουργών του ΠΑΣΟΚ, με φόντο το σκάνδαλο υπεξαίρεσης χρημάτων από την Τράπεζα Κρήτης που είχε ως πρωταγωνιστή τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά.

Ήταν το χρονικό σημείο από το οποίο ξεκινούσε επίσημα να κινείται ο θεσμικός μηχανισμός που θα οδηγούσε, λίγες ημέρες αργότερα, στη σύσταση κοινοβουλευτικής Προανακριτικής Επιτροπής και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στην παραπομπή πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο.

Η δε χώρα είχε μόλις βγει από τις εκλογές του Ιουνίου 1989 και όδευε ολοταχώς προς τις επόμενες κάλπες του Νοεμβρίου. Η Νέα Δημοκρατία είχε κερδίσει με το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 44,28% χωρίς όμως να έχει αυτοδυναμία, το ΠΑΣΟΚ είχε υποστεί σοβαρή πολιτική φθορά χάνοντας περίπου 6,7 ποσοστιαίες μονάδες και πέφτοντας στο 39,13% και η κυβέρνηση Τζαννή Τζαννετάκη, προϊόν της συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού, είχε αναλάβει την προσωρινή διακυβέρνηση του τόπου μέσα σε κλίμα ασυνήθιστα μεγάλης έντασης.

Η λέξη που κυριάρχησε τότε ήταν «κάθαρση». Για τη Νέα Δημοκρατία και ένα τμήμα της Αριστεράς, η υπόθεση Κοσκωτά δεν μπορούσε να μείνει στο επίπεδο των καταγγελιών, των δημοσιευμάτων και των πολιτικών υπαινιγμών. Έπρεπε να διερευνηθεί θεσμικά, με τον τρόπο που προέβλεπε το Σύνταγμα και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Απέναντι σε αυτή την ανάγνωση, στον χώρο του ΠΑΣΟΚ άρχισε να παγιώνεται μια άλλη φράση: το επονομαζόμενο «Βρόμικο ’89». Με αυτή θα περιέγραφαν πολλοί ολόκληρη την περίοδο τα επόμενα χρόνια, όχι ως θεσμική διερεύνηση ενός μεγάλου οικονομικοπολιτικού σκανδάλου, αλλά ως απόπειρα πολιτικής δίωξης του Ανδρέα Παπανδρέου και της παράταξης που είχε κυριαρχήσει κατά τη δεκαετία του 1980.

Την 7η Ιουλίου 1989 άνοιγε ο δρόμος που θα οδηγούσε σε Προανακριτική Επιτροπή, σε σφοδρές κοινοβουλευτικές συγκρούσεις, στο Ειδικό Δικαστήριο, στην κατάρρευση του Μένιου Κουτσόγιωργα μέσα στη δικαστική αίθουσα, στην οριακή αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου και στις καταδίκες πολιτικών προσώπων για επιμέρους πτυχές της υπόθεσης. Ακολούθως ο ίδιος ο Γιώργος Κοσκωτάς θα καταδικαζόταν για την υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης, την υπόθεση που βρισκόταν στην αφετηρία όλης της πολιτικής καταιγίδας.

Τριάντα επτά χρόνια μετά, η υπόθεση μας θυμίζει πώς ένα τραπεζικό σκάνδαλο μπορεί να μετατραπεί σε κρίση θεσμών, πώς η σχέση χρήματος, ΜΜΕ και πολιτικής μπορεί να δηλητηριάσει μια ολόκληρη χώρα και πώς η αναζήτηση λογοδοσίας μπορεί να διαβαστεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο από αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα.

Το ζητούμενο, σήμερα είναι να μην χρειαστεί ξανά η Ελλάδα να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο θεσμικής δοκιμασίας. Να μη χρειαστεί ξανά ένα Ειδικό Δικαστήριο για να απαντηθούν ερωτήματα που έπρεπε να είχαν προλάβει οι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Και, κυρίως, να μη βρεθεί ξανά ένας άνθρωπος τύπου Κοσκωτά που θα γιγαντώνει την εξουσία του εκμεταλλευόμενος κενά του συστήματος, αποκτώντας τον έλεγχο τραπεζών, εξαγοράζοντας μέσα μαζικής ενημέρωσης, αξιοποιώντας τη λαϊκή απήχηση του ποδοσφαίρου καθώς και τις πολιτικές προσβάσεις, μέχρι να παρασύρει μαζί του μια ολόκληρη χώρα.