Στις 17 Σεπτεμβρίου η Ολομέλεια της Βουλής θα αποφασίσει για την άρση της ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου, έπειτα από το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που έχουν εκδώσει οι βελγικές αρχές στο πλαίσιο της υπόθεσης Qatargate. Η Επιτροπή Δεοντολογίας έχει ήδη εισηγηθεί ομόφωνα την άρση της ασυλίας, ενώ ο ίδιος ο πρώην επίτροπος αρνείται κάθε εμπλοκή, δηλώνει ότι δεν επιδίωξε να αποφύγει τη Δικαιοσύνη και εμφανίζεται έτοιμος να συνεργαστεί πλήρως με τις βελγικές αρχές.

Πιο αναλυτικά

Στην Ολομέλεια της Βουλής φτάνει την Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου το αίτημα για την άρση της ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχουν εκδώσει οι βελγικές Αρχές για την υπόθεση του Qatargate. Οι βουλευτές θα κληθούν να συζητήσουν την υπόθεση και να αποφασίσουν με ψηφοφορία εάν θα αρθεί η ασυλία του βουλευτή Ηλείας της Νέας Δημοκρατίας και πρώην επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όχι.

Τον δρόμο προς την Ολομέλεια άνοιξε η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής, η οποία εισηγήθηκε ομόφωνα την άρση της ασυλίας του. Ο ίδιος ο Δημήτρης Αβραμόπουλος είχε ζητήσει, με υπόμνημα που απέστειλε στα μέλη της Επιτροπής, να μην αποτελέσει η βουλευτική του ιδιότητα εμπόδιο στη διερεύνηση της υπόθεσης. Παράλληλα, αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση με παράνομες πράξεις και δηλώνει έτοιμος να παρουσιαστεί ενώπιον των βελγικών δικαστικών Αρχών.

«Με το παρόν υπόμνημα επιθυμώ να θέσω υπόψη της Επιτροπής, με απόλυτη σαφήνεια και πλήρη σεβασμό προς τον θεσμικό της ρόλο, τα ουσιώδη πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης για την οποία έχει υποβληθεί αίτημα άρσης της βουλευτικής μου ασυλίας. Δηλώνω εξαρχής και απερίφραστα, ότι δεν έχω καμία σχέση με τις παράνομες πράξεις που περιγράφονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και ουδέποτε συμμετείχα, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα συνδεόμενη με την αποκαλούμενη υπόθεση “Qatargate”», αναφέρει στο υπόμνημά του.

Ο πρώην επίτροπος της ΕΕ διευκρινίζει ακόμη ότι δεν ζητά από το Κοινοβούλιο να εξετάσει την ουσία της δικαστικής έρευνας, αλλά θεωρεί υποχρέωσή του να ενημερώσει αναλυτικά τους συναδέλφους του για τα γεγονότα και τη σειρά με την οποία αυτά εκτυλίχθηκαν: «Δεν ζητώ από τη Βουλή να υποκαταστήσει τη Δικαιοσύνη, ούτε να κρίνει την ουσία μιας εκκρεμούς δικαστικής έρευνας. Θεωρώ όμως υποχρέωσή μου απέναντι στη Βουλή και στους συναδέλφους μου να καταθέσω τα πραγματικά γεγονότα και τη χρονική τους ακολουθία».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη λήξη της θητείας του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2019, όταν ολοκλήρωσε τα καθήκοντά του ως Ευρωπαίος Επίτροπος Μετανάστευσης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Ιθαγένειας. Όπως υποστηρίζει, από εκείνη τη χρονική στιγμή δεν κατείχε θέση που θα μπορούσε να του επιτρέψει να επηρεάσει αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών. «Έκτοτε δεν κατείχα θεσμική θέση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δεν είχα οποιαδήποτε αρμοδιότητα, ή δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» υπογραμμίζει.

Αναφερόμενος στη συμμετοχή του στο Επίτιμο Συμβούλιο της οργάνωσης Fight Impunity, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε τίποτα για ενδεχόμενες παράνομες ενέργειες προσώπων που συνδέονταν με αυτήν και ότι δεν ανέλαβε οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετική με το Κατάρ ή άλλη χώρα. Όπως σημειώνει, «καθ’ όλη τη διάρκεια της συμμετοχής μου στο Επίτιμο Συμβούλιο δεν γνώριζα, ούτε είχα οποιαδήποτε ένδειξη περί παράνομης δραστηριότητας προσώπων συνδεόμενων με το Fight Impunity. Δεν συμμετείχα σε καμία δραστηριότητα που αφορούσε το Κατάρ ή άλλη τρίτη χώρα, δεν μου ζητήθηκε να ασκήσω επιρροή σε ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο και ουδέποτε ενήργησα προς αυτή την κατεύθυνση».

Στο υπόμνημά του εξηγεί επίσης τους λόγους για τους οποίους δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση που του απηύθυναν το 2025 οι βελγικές δικαστικές Αρχές, προκειμένου να εξεταστεί στο πλαίσιο της έρευνας. Αποδίδει εκείνη την επιλογή στη νομική στρατηγική που του είχαν εισηγηθεί οι σύμβουλοί του, αναγνωρίζοντας ότι, εάν είχε μεταβεί τότε στο Βέλγιο, η εξέλιξη της υπόθεσης ενδέχεται να ήταν διαφορετική.

«Το 2025 οι βελγικές δικαστικές αρχές απηύθυναν πρόσκληση προκειμένου να εξεταστώ στο πλαίσιο της έρευνάς τους. Η μη ανταπόκρισή μου τότε δεν εξέφραζε δική μου πρόθεση να αποφύγω τη βελγική Δικαιοσύνη ούτε και άρνηση να δώσω εξηγήσεις.

Η στάση που ακολουθήθηκε βασίσθηκε στη νομική εκτίμηση και στη στρατηγική που μου υποδείχθηκαν τότε από τους νομικούς μου συμβούλους, με αιτιολόγηση ως προς τη σχέση της πρόσκλησης με το καθεστώς της βουλευτικής μου ασυλίας.

Τώρα εκτιμώ ότι εάν είχα ανταποκριθεί στην αρχική πρόσκληση του 2025, όπως προσωπικά θα προτιμούσα, θα είχα ήδη προσέλθει ενώπιον των βελγικών αρχών, θα είχα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις και θα είχα καταθέσει όλα τα στοιχεία που διαθέτω. Πιστεύω ότι τότε η υπόθεση θα είχε εξελιχθεί ομαλά και δεν θα είχαμε φθάσει στη σημερινή διαδικαστική κατάσταση. Η μεταγενέστερη έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος πρέπει επομένως να ιδωθεί και υπό το πρίσμα αυτής της προηγηθείσας διαδικαστικής εξέλιξης και όχι ως αποτέλεσμα δικής μου πρόθεσης να αποφύγω τη Δικαιοσύνη».

Κλείνοντας το υπόμνημά του, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος δηλώνει ότι πλέον είναι διατεθειμένος να συνεργαστεί πλήρως με τη βελγική Δικαιοσύνη, να εμφανιστεί αυτοβούλως ενώπιον των αρμόδιων Αρχών και να παρουσιάσει τα έγγραφα που, κατά τον ίδιο, αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του. «Από τη στιγμή που κατέστη σαφής η πραγματική διαδικαστική κατάσταση, δήλωσα χωρίς καμία επιφύλαξη ότι είμαι έτοιμος να συνεργαστώ πλήρως με τη βελγική Δικαιοσύνη. Έχω δηλώσει την πρόθεσή μου να προσέλθω αυτοβούλως ενώπιον των αρμόδιων βελγικών δικαστικών αρχών, να εξεταστώ και να απαντήσω σε κάθε ερώτηση. Δεν επικαλούμαι τη βουλευτική μου ασυλία προκειμένου να αποφύγω τη διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν ζητώ προνομιακή μεταχείριση. Ζητώ να μπορέσω να καταθέσω τα πραγματικά περιστατικά και τα επίσημα έγγραφα που τα αποδεικνύουν και να κριθώ αποκλειστικά βάσει αυτών», καταλήγει, αφήνοντας την απόφαση για την άρση της ασυλίας του στην κρίση της Βουλής.