Το άρθρο περιγράφει την εκρηκτική άνοδο και την καταστροφική πτώση του Γιώργου Κοσκωτά, ο οποίος από υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης εξελίχθηκε σε πανίσχυρο τραπεζίτη, εκδότη και παράγοντα του ποδοσφαίρου, χτίζοντας μια αυτοκρατορία μέσω της «Γραμμής Α.Ε.», της αγοράς ιστορικών εφημερίδων και του Ολυμπιακού. Παράλληλα, όμως, πλήθαιναν οι απορίες για την προέλευση των χρημάτων του, μέχρι που οι έρευνες αποκάλυψαν τεράστια υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης, οδηγώντας στην κατάρρευση του ομίλου του και σε ένα σκάνδαλο που εξελίχθηκε σε πολιτικό σεισμό για τη χώρα.
Πιο αναλυτικά
Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος για το πολυσυζητημένο σκάνδαλο Κοσκωτά που στιγμάτισε μια ολόκληρη εποχή, είδαμε με ποιον τρόπο ο επιχειρηματίας ξεκίνησε ως υπάλληλος στην Τράπεζα Κρήτης και κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του ίδιου του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στο οποίο εργαζόταν. Εκμεταλλεύτηκε τα κενά του εσωτερικού ελέγχου, τη δυσκολία παρακολούθησης των συναλλαγματικών κινήσεων και την αδυναμία του συστήματος να αντιληφθεί εγκαίρως τι συνέβαινε πίσω από τους αριθμούς.
Όμως η Τράπεζα Κρήτης ήταν μόνο η αρχή. Ο Κοσκωτάς δεν ήθελε να είναι απλώς ένας τραπεζίτης. Ήθελε να γίνει παράγοντας. Να μπει στα σαλόνια της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Να αποκτήσει δημόσιο λόγο, πρόσβαση, κύρος και πάνω από όλα, προστασία. Και για να το πετύχει, στράφηκε σε δύο χώρους που στην Ελλάδα έχουν μέχρι και σήμερα τεράστια επιρροή: στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στον αθλητισμό.
Τα ΜΜΕ μπορούν να διαμορφώνουν πολιτικό κλίμα, να στηρίζουν ή να αποδομούν κυβερνήσεις, να προστατεύουν πρόσωπα και συμφέροντα. Ο αθλητισμός, από την άλλη, δίνει κάτι διαφορετικό: λαϊκή αποδοχή. Προσφέρει στις μάζες έντονο συναίσθημα κι αυτές του ανταποδίδουν κύματα συμπαράστασης και βέβαια αναγνωρισιμότητα. Ένας τραπεζίτης μπορεί να προκαλεί καχυποψία. Ένας πρόεδρος μεγάλης ομάδας, όμως, γίνεται σύνθημα στην εξέδρα. Ο Κοσκωτάς το κατάλαβε αυτό νωρίς. Τον κατάλαβαν και άλλοι όμως…
Η ανοικτή επιστολή Τεγόπουλου προς τον Ανδρέα Παπανδρέου
Στις 11 Ιουνίου 1988 ο εκδότης της «Ελευθεροτυπίας», Κίτσος Τεγόπουλος, δημοσιεύει μια ανοικτή επιστολή προς τον πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου, μέσω της οποίας θέτει σειρά εύλογων ερωτημάτων για την προέλευση των επενδυτικών κεφαλαίων του μεγαλομετόχου της Τράπεζας Κρήτης, Γιώργου Κοσκωτά.
Αξίζει να σταθούμε σε αυτή, καθότι αποτυπώνει τις απορίες της συντριπτικής πλειοψηφίας του εκδοτικού κόσμου εκείνης της εποχής για το φαινόμενο Κοσκωτά που αγόραζε με ευκολία τους πάντες και τα πάντα καθώς και τη δυναμική που είχε αναπτύξει. Γράφει χαρακτηριστικά ο Κίτσος Τεγόπουλος προς τον τότε πρόεδρο της κυβέρνησης, Ανδρέα Παπανδρέου:
«Κύριε Πρόεδρε,
τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται στη χώρα μας, δίκην χιονοστιβάδας, ένα φαινόμενο, που τείνει να δηλητηριάσει όλο και περισσότερο τη δημόσια ζωή της χώρας: Το φαινόμενο “Κοσκωτάς”. Το 1980 ένας ικανός και δραστήριος νέος φτάνει από την Αμερική, αγοράζει το 20% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης και συγχρόνως αναλαμβάνει εργασία ως διευθυντικό στέλεχος.
Τα επόμενα δύο χρόνια ιδρύει την εκδοτική εταιρία “Γραμμή Α.Ε.” και αποκτά το 60% περίπου των μετοχών της Τράπεζας Κρήτης.
Σήμερα, μετά από αλλεπάλληλες επενδύσεις, εμφανίζεται να έχει στην ιδιοκτησία του τουλάχιστον:
- Το 82% των μετοχών της Τράπεζας Κρήτης, η οποία αυξάνει αλματωδώς τις εργασίες της, ιδρύοντας πλήθος νέων υποκαταστημάτων και προσελκύοντας καταθέσεις που φτάνουν τα 76,5 δισεκατομμύρια, από 8 δισ. το 1981. Η Τ.Κ., παράλληλα, ελέγχει άλλες 7 μεγάλες ανώνυμες εταιρίες, ποικίλων δραστηριοτήτων.
- Το 100% των μετοχών της εκδοτικής εταιρίας “Γραμμή Α.Ε.” (ίδια κεφάλαια 4,5 δισ., ξένα κεφάλαια 8,5 δισ.), που εκδίδει δύο εφημερίδες –“Καθημερινή” και “24 Ώρες”– και 5 περιοδικά.
- Το 100% της εφημερίδας “Βραδυνή”.
- Την ΠΑΕ Ολυμπιακός και συμμετοχές σε 2-3 άλλες μικρότερες ΠΑΕ.
Σύντομα θα λειτουργήσει ραδιοφωνικό σταθμό και μόλις προχτές ανακοίνωσε ότι θα βοηθήσει ενεργά το έργο της επιτροπής για την ανάθεση της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1996 στην Αθήνα, με 300 εκατομμύρια.
Το ΣΥΝΟΛΟ των χρημάτων που φέρεται να επένδυσε προσωπικά (δηλαδή από την τσέπη του) ο κ. Γ. Κοσκωτάς, είναι κατ’ ελάχιστον:
1) Τράπεζα Κρήτης 3 δισ.
2) “Γραμμή Α.Ε.” 4,5 δισ.
3) “Βραδυνή” και ο τίτλος “Καθημερινή” 1 δισ.
4) Ολυμπιακός, συμμετοχή σε άλλες ΠΑΕ, αγορά παικτών κ.λπ. 2,5 δισ.
Σύνολο 11 δισεκατομμύρια δραχμές. Εάν αφαιρεθεί από το ποσό αυτό ένα δισεκατομμύριο που αποκόμισε (μετά την αφαίρεση των φόρων) ο κ. Κοσκωτάς από τα μερίσματα των μετοχών της Τράπεζας Κρήτης τα τελευταία 7 χρόνια, μένουν 10 δισεκατομμύρια ή 72 εκατομμύρια δολάρια.
Γύρω από την προέλευση αυτού του ποσού έγινε και γίνεται πολύς θόρυβος. Οι διαδόσεις δίνουν και παίρνουν και εκφράζονται φοβερές, μέχρι παραλογισμού, υποψίες, όχι μόνο από ενδεχόμενους εχθρούς του κ. Κοσκωτά αλλά και από τον Τύπο, τον πολιτικό κόσμο, τους άλλους παράγοντες της δημόσιας ζωής και το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων, καθώς, εξαιτίας της ανάμιξης του κ. Κοσκωτά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στο ποδόσφαιρο, το ενδιαφέρον του κοινού υπήρξε δικαιολογημένα μέγα.
Ένα μικρό απάνθισμα των διαδόσεων, που όχι μόνο ψιθυρίζονται, αλλά και έχουν γραφτεί: Του τα έδωσε η Μαφία. Είναι προϊόν φόνου μετά ληστείας. Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος τον χρηματοδοτεί για λογαριασμό της CIA. Πίσω από τα χρήματα αυτά βρίσκεται το ταμείο του ΠΑΣΟΚ και ειδικότερα ο Γιώργος Παπανδρέου. Είναι χορηγήσεις ξένων μυστικών οργανώσεων με ανομολόγητους σκοπούς εναντίον της χώρας. Χρησιμοποιεί παράνομα τις καταθέσεις του κοινού, γιατί δεν τολμούν η Τράπεζα Ελλάδος και η κυβέρνηση να του κάνουν έλεγχο.
“Όχι”, λέει ο ίδιος. “Τα κέρδισα στις επιχειρήσεις και στο χρηματιστήριο στην Αμερική. Το πού και το πώς δεν με υποχρεώνει ο νόμος να πω ή να επιδείξω”.
ΣΩΣΤΑ. Και είναι έννομος αν εισηγείτο και τα 72 εκατομμύρια δολάρια από την Αμερική στο όνομά του. Τα έφερε όμως; Μέχρι σήμερα δεν θέλησε να το πει ή να το αποδείξει. Ούτε η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη σε σχετική ανακοίνωση για να τον καλύψει. Η κυβέρνηση, όμως, που είχε την ευαισθησία, όταν το 1982 οργίαζαν οι διαδόσεις και τα δημοσιεύματα για δήθεν χαριστικές και παράνομες χρηματοδοτήσεις στον Τύπο, να ενεργήσει αυστηρό και λεπτομερή έλεγχο στα οικονομικά του Τύπου -με τη συγκατάθεση όλων των εφημερίδων- και με τον τρόπο αυτό αποδείχτηκαν οι κατηγορίες συκοφαντικές, δεν αισθάνεται την υποχρέωση, όταν μάλιστα βάλλεται ευθέως η ίδια και το τραπεζικό σύστημα, να προβεί στον ίδιο εξονυχιστικό έλεγχο στην εκδοτική επιχείρηση “Γραμμή Α.Ε.”, με ταυτόχρονο αυστηρό έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης (κεντρικό κατάστημα και καταστήματα) και στις άλλες δραστηριότητες του κ. Κοσκωτά, για να σταματήσουν και οι συκοφαντίες εναντίον του ΠΑΣΟΚ και η κατασυκοφάντηση ενός ατόμου, που, αυτή τη στιγμή, παίζει ένα σημαντικότατο ρόλο στην οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου;
Χωρίς να επιχειρώ, κ. Πρωθυπουργέ, να σας υποδείξω το καθήκον σας, νομίζω ότι, για το καλό του τόπου, ο έλεγχος αυτός είναι απόλυτου προτεραιότητας, ακόμα και αν ο κ. Γ. Κοσκωτάς εγκαταλείψει τη μέχρι σήμερα τακτική του και σπεύσει αύριο να αποδείξει την προέλευση των 10 δισεκατομμυρίων.
Ειλικρινά δικός σας,
Χρήστος Τεγόπουλος».
Οι απορίες που εξέφραζε ο εκδότης της «Ελευθεροτυπίας» είναι αυτές που συζητούνταν καθημερινά από τα πολιτικά γραφεία μέχρι τα καφενεία. Πώς ένας άνθρωπος ξεκινώντας από το μηδέν είχε καταφέρει αποκτήσει τόσο πλούτο και ισχύ. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι μεγάλοι, λοιπόν, πάμε να δούμε τη συνέχεια της ιστορίας που εμφανίστηκε από το πουθενά, αγόρασε τράπεζα ΜΜΕ και ασκούσε πολιτική επιρροή.
Από την τράπεζα στον Τύπο
Η εκδοτική δραστηριότητα του Γιώργου Κοσκωτά οργανώθηκε μέσω της «Γραμμής Α.Ε.», της εταιρείας που πέρασε στον ουσιαστικό του έλεγχο και έγινε το βασικό όχημα της επέκτασής του στα ΜΜΕ. Ο επιχειρηματίας άρχισε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 να χτίζει έναν όμιλο που για τα δεδομένα της εποχής έμοιαζε εντυπωσιακός. Περιοδικά, εφημερίδες, σύγχρονες εγκαταστάσεις, ακριβός εξοπλισμός και γενναιόδωρες αμοιβές για το προσωπικό. Ο Κοσκωτάς δεν μπήκε στον Τύπο διακριτικά. Μπήκε με θόρυβο.
Εξέδωσε περιοδικά όπως το «ΕΝΑ», το «ΚΑΙ», το «TV3», το «ΜΙΑ», το «ΔΥΟ» και το εξαιρετικό «Τέταρτο» υπό τη διεύθυνση του κορυφαίου μουσικοσυνθέτη, Μάνου Χατζιδάκι, ενώ κυκλοφόρησε και την ημερήσια εφημερίδα «24 Ώρες», ένα έντυπο που επιχειρούσε να μιμηθεί πιο μοντέρνα αμερικανικά πρότυπα – όπως τη «USA Today». Έφθασε να πουλάει έως και 200.000 φύλλα την ημέρα! Η εικόνα που ήθελε να χτίσει ήταν αυτή ενός ανθρώπου του χρήματος, της ταχύτητας, της τεχνολογίας και της επικοινωνίας που δεν είχε καμία σχέση με παραδοσιακούς εκδότες όπως ο Κίτσος Τεγόπουλος («Ελευθεροτυπία»), ο Γιώργος Μπόμπολας («Έθνος») και ο Χρήστος Λαμπράκης («Τα Νέα» και «Το Βήμα»). Δημιουργεί στην Παλλήνη μεγάλες εκτυπωτικές εγκαταστάσεις, με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας. Για πολλούς δημοσιογράφους και τεχνικούς της εποχής, η «Γραμμή» έμοιαζε με μια καλή ευκαιρία να βγάλουν χρήματα και να ανέλθουν στην καριέρα τους. Πλήρωνε καλά, υποσχόταν το άνοιγμα ακόμη περισσότερων μέσων ενημέρωσης κι έδινε την αίσθηση ότι είχε γεννηθεί ένα νέο κέντρο ισχύος στον ελληνικό Τύπο. Μάλιστα στο απόγειό του ο όμιλος έφθανε να απασχολεί 4.000 εργαζόμενους, ενώ μεταξύ 1986 και 1987 η «Γραμμή» αύξησε το κεφάλαιό της από τα 6 στα πάνω από 13 δισεκατομμύρια δραχμές.
Το ερώτημα, όμως, παρέμενε το ίδιο με εκείνο που συνόδευε και την άνοδό του στην τράπεζα: Από πού έρχονταν όλα αυτά τα χρήματα; Τότε, η απάντηση δεν ήταν καθαρή. Ή μάλλον δεν ήταν καθαρή για όσους δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να τη δουν. Ο Κοσκωτάς εμφανιζόταν ως ένας επιτυχημένος τραπεζίτης που επένδυε δυναμικά. Η Τράπεζα Κρήτης μεγάλωνε με ταχύτητα, άνοιγε υποκαταστήματα, συγκέντρωνε καταθέσεις, εμφάνιζε εντυπωσιακά μεγέθη. Ο ιδιοκτήτης της μπορούσε, επομένως, να παρουσιάζεται ως άνθρωπος με ρευστότητα. Κανείς, τουλάχιστον στην αρχή, δεν μπορούσε να αποδείξει ότι η ρευστότητα αυτή είχε άλλη προέλευση.
Η αγορά της «Καθημερινής»
Το μεγάλο συμβολικό βήμα όμως έγινε όταν ο Κοσκωτάς αγόρασε την «Καθημερινή» από την εκδότρια Ελένη Βλάχου έναντι 280 εκατομμυρίων δραχμών. Εδώ πλέον δεν μιλάμε απλώς και μόνο για μια ακόμα εφημερίδα. Η «Καθημερινή» ήταν ένας ιστορικός τίτλος, συνδεδεμένος με την αστική και κεντροδεξιά παράδοση της χώρας, με βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από την κυκλοφορία της. Η απόκτησή της από έναν νεαρό τραπεζίτη με αμερικανικό αέρα και αδιευκρίνιστη οικονομική ισχύ, προκάλεσε όπως ήταν λογικό συζητήσεις, απορίες και αντιδράσεις.
Στην πραγματικότητα ο επιχειρηματίας αγόραζε ιστορία, κύρος και πρόσβαση σε ένα κοινό που δεν μπορούσε να κερδίσει μόνο με τα νέα περιοδικά του. Έμπαινε πλέον στον πυρήνα του παραδοσιακού Τύπου. Έπαυε να είναι απλώς ο εκδότης κάποιων μοντέρνων εντύπων. Γινόταν ιδιοκτήτης ενός εντύπου με πολιτικό βάρος. Λίγο αργότερα, το ενδιαφέρον του θα στρεφόταν και σε άλλους ιστορικούς τίτλους εφημερίδων. Η «Βραδυνή» μπήκε επίσης στο κάδρο των αγορών και αποκτιέται τον Μάιο του 1988. Αυτό ήταν το σημείο όπου οι υπόλοιποι εκδότες άρχισαν να βλέπουν τον Κοσκωτά όχι απλώς ως έναν νέο παίκτη, αλλά ως απειλή. Ο ίδιος αργότερα θα υποστήριζε πως οι αγορές των εφημερίδων έγιναν με εντολή του τότε πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, οι οποίες διαβιβάζονταν μέσω του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Μένιου Κουτσόγιωργα, ή μέσω του συνεργάτη και προσωπικού του φίλου, Γιώργου Λούβαρη.
Στους σχεδιασμούς του εντάσσεται όμως και το ραδιόφωνο. Τον Αύγουστο του 1988, η «Γραμμή Α.Ε.» ξεκίνησε τον ΣΚΑΪ 100,4, έναν σταθμό που ήρθε να προστεθεί στις εφημερίδες, στα περιοδικά και στις μεγάλες εκτυπωτικές εγκαταστάσεις της Παλλήνης. Η κίνηση είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί εκείνη την περίοδο η ιδιωτική ραδιοφωνία έκανε τα πρώτα της βήματα στην Ελλάδα και το μέχρι τότε κρατικό μονοπώλιο στην ενημέρωση άρχιζε να αμφισβητείται στην πράξη. Για τον Κοσκωτά, ο ΣΚΑΪ 100,4 αποτελούσε την είσοδο σε ένα νέο, δυναμικό και άμεσο μέσο επικοινωνίας. Οι εφημερίδες διαμόρφωναν πολιτικό κλίμα από το πρωί στα περίπτερα· το ραδιόφωνο, όμως, μπορούσε να παρεμβαίνει μέσα στην ίδια τη ροή της ημέρας, να μεταδίδει ειδήσεις, σχόλια και πολιτικά μηνύματα σε πραγματικό χρόνο. Έτσι, ο μιντιακός μηχανισμός του Κοσκωτά έπαυε να είναι αποκλειστικά έντυπος και αποκτούσε παρουσία και στα ερτζιανά. Η επιρροή που είχε μεγάλη. Μεγάλη ήταν και η πίεση προς την κυβέρνηση, για να μπορεί να κινείται ελεύθερα. Μεγάλη και η εξυπηρέτηση που μπορούσε να προσφέρει.
Ο πόλεμος των εκδοτών
Θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως ο ελληνικός Τύπος της δεκαετίας του 1980 αποτελούσε βασικό πυλώνα εξουσίας. Αποτελούσε θα λέγαμε τον ορισμό της «τέταρτης εξουσίας». Οι εκδότες είχαν πολιτικές σχέσεις, οικονομικές διαδρομές, επιχειρηματικά συμφέροντα και ισχυρές προσβάσεις. Η είσοδος ενός τραπεζίτη που είχε έρθει «από το πουθενά», ξόδευε αφειδώς, αγόραζε τίτλους και προσέλκυε προσωπικό με υψηλές αμοιβές, προφανώς και δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Στην αρχή, αρκετοί τον αντιμετώπισαν με περιέργεια ή και θαυμασμό. Πολύ σύντομα όμως η περιέργεια έγινε καχυποψία. Δημοσιογράφοι και εκδότες άρχισαν να ψάχνουν το παρελθόν του στο εξωτερικό, τις τραπεζικές του κινήσεις, τις σχέσεις του με πολιτικά πρόσωπα, την ταχύτητα με την οποία μεγάλωνε η Τράπεζα Κρήτης και την προέλευση των κεφαλαίων με τα οποία αγόραζε τα πάντα.
Οι παλιοί εκδότες ένιωθαν ότι απειλούνται από έναν άνθρωπο που διέθετε σχεδόν ανεξήγητη ρευστότητα. Έβλεπαν έναν νέο όμιλο να γιγαντώνεται μπροστά στα μάτια τους, να εισβάλλει σε χώρους που έως τότε είχαν συγκεκριμένες ισορροπίες και να διεκδικεί κομμάτι από την πολιτική επιρροή που παραδοσιακά ασκούσαν οι εφημερίδες. Ο Κοσκωτάς σε όλα αυτά απαντούσε επιθετικά. Δεν έδειχνε διάθεση να περιοριστεί. Αντιθέτως, όσο πλήθαιναν τα ερωτήματα, τόσο εκείνος επέκτεινε τις δραστηριότητές του.
Το πρώτο ρήγμα: Η απρόσμενη σύλληψη στις Ηνωμένες Πολιτείες
Στις 8 Οκτωβρίου 1987, ο Κοσκωτάς βρίσκεται στην Ουάσιγκτον. Έχει προσκληθεί σε εκδήλωση στην οποία παρίσταται ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρέιγκαν. Κατά τον έλεγχο των προσκεκλημένων, η Secret Service εντόπισε εκκρεμές ένταλμα από το 1980 σε βάρος του για φορολογικές απάτες και συναφή αδικήματα. Ενημερώνεται άμεσα η αμερικανική φορολογική υπηρεσία, (IRS), η οποία και τον συλλαμβάνει. Σύμφωνα με το περιοδικό TIME, η σύλληψη έγινε στο ξενοδοχείο του στην Ουάσιγκτον.
Η είδηση φθάνει στην Ελλάδα και προκαλεί αίσθηση. Ο πανίσχυρος τραπεζίτης και εκδότης, ο άνθρωπος που εμφανίζεται ως σύμβολο επιτυχίας, αποδεικνύεται ότι είχε ανοιχτούς λογαριασμούς με τις αμερικανικές αρχές. Αφήνεται ελεύθερος με εγγύηση, αλλά του κρατείται το διαβατήριο. Εκείνος όμως, σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί, απευθύνεται στην ελληνική πρεσβεία, δηλώνει… απώλεια διαβατηρίου, εξασφαλίζει προσωρινό ταξιδιωτικό έγγραφο και επιστρέφει στην Ελλάδα. Θα περίμενε κανείς ότι μετά από αυτό θα χαμήλωνε τους τόνους. Παραδόξως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Ο Κοσκωτάς επέστρεψε ακόμα πιο αποφασισμένος να διευρύνει την ισχύ του. Και λίγες εβδομάδες αργότερα θα έκανε την κίνηση που θα τον έβγαζε από τα οικονομικά και εκδοτικά σαλόνια και θα τον έφερνε κατευθείαν στο κέντρο της λαϊκής προσοχής: θα αγόραζε τον Ολυμπιακό.
Ο Ολυμπιακός ως λαϊκό διαβατήριο
Στις 18 Νοεμβρίου 1987, ο Γιώργος Κοσκωτάς αποκτά το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της ΠΑΕ Ολυμπιακός (51%) από τον Σταύρο Νταϊφά έναντι ποσού 95 εκατομμυρίων δραχμών. Παράλληλα «αναλαμβάνει όλα τα χρέη της εταιρείας, χωρίς όμως να αναφερθεί πόσα είναι τα χρήματα που πρέπει να διατεθούν για να καλυφθεί το άνοιγμα που υπάρχει. Πολλοί πάντως υπολογίζουν ότι φτάνει γύρω στα 150.000.000 δρχ.» διαβάζουμε στον «Ελεύθερο Τύπο» της επόμενης μέρας.
Μάλιστα ο Νταϊφάς στη συνέντευξη Τύπου θα πει: «Είχα πει πως ήθελα να βρω έναν άνθρωπο ικανό να συνεχίσει στον Ολυμπιακό. Ήθελα να με πείσει ότι μπορεί και θέλει να προσφέρει. Ο κ. Κοσκωτάς με έπεισε ότι είναι ο άνθρωπος που ζητούσα. […] Είναι γεγονός ότι ο κ. Κοσκωτάς με εντυπωσίασε. Έτσι θα πω ότι είμαι ήσυχος και υπερήφανος που έκανα το καθήκον μου, γιατί ο Ολυμπιακός πήγε σε καλά χέρια. Θα σταθώ, όμως, δίπλα του και θα του συμπαρασταθώ όσο χρειάζεται. Ο κ. Κοσκωτάς είναι ωραίος, πληθωρικός, προσγειωμένος στην πραγματικότητα και προέρχεται όπως κι εγώ από τα χαμηλά στρώματα».
Για τους φιλάθλους της ομάδας, η είδηση έμοιαζε με αρχή νέας εποχής. Ο Ολυμπιακός βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση και ο νέος ιδιοκτήτης παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος που μπορούσε να βάλει χρήματα, να καλύψει υποχρεώσεις και να φέρει μεγάλους ποδοσφαιριστές. Το νέο αφεντικό της πειραϊκής ομάδας αποκτούσε πρόσβαση σε έναν από τους μεγαλύτερους λαϊκούς οργανισμούς της χώρας. Η τράπεζα του προσέδιδε οικονομικό προφίλ. Τα ΜΜΕ του έδιναν πολιτική και επικοινωνιακή επιρροή. Τώρα ο Ολυμπιακός του έδινε κατά κάποιο τρόπο λαϊκή νομιμοποίηση.
Η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου
Ο νέος πρόεδρος κινήθηκε γρήγορα. Κάλυψε εκκρεμότητες, υποσχέθηκε μεγάλα πράγματα και προσπάθησε να αλλάξει αμέσως την εικόνα της ομάδας. Τον Δεκέμβριο του 1987 έγιναν μεταγραφές, ενώ το καλοκαίρι του 1988 θα πραγματοποιούνταν η κίνηση που θα προκαλούσε πανελλήνιο θόρυβο: η μεταγραφή του Ούγγρου διεθνούς, Λάγιος Ντέταρι.
Το ποσό που συνδέθηκε με τη μεταγραφή ήταν τεράστιο, το μεγαλύτερο που είχε δοθεί έως τότε στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Για να τον αποκτήσει πρόσφερε 1,5 δισ. δραχμές στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης, ενώ την ίδια ώρα τον διεκδικούσε και η Γιουβέντους. Η έλευσή του στον Ολυμπιακό λειτούργησε ως απόδειξη δύναμης. Ο Κοσκωτάς ήθελε να δείξει ότι μπορούσε να φέρει στην Ελλάδα παίκτες που έως τότε έμοιαζαν απλησίαστοι. Ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ο άνθρωπος των μεγάλων κινήσεων.
Ο Μαγυάρος ποδοσφαιριστής προσγειώνεται στην Ελλάδα στις 13 Ιουλίου 1988 και η υποδοχή που του γίνεται στην πλατεία Κοραή του Πειραιά είναι ανεπανάληπτη. Δεκάδες χιλιάδες οπαδοί συγκεντρώνονται για να τον αποθεώσουν. Στην ομάδα έμεινε για δύο χρόνια (1988-1990) και έβαλε 37 γκολ σε 67 εμφανίσεις, κατακτώντας το Κύπελλο Ελλάδας της σεζόν 1989-90. Στην πραγματικότητα, ο Ολυμπιακός είχε γίνει μέρος της ίδιας αφήγησης που είχε χτίσει ο πρόεδρος της ομάδας και στα ΜΜΕ: όλα ήταν μεγάλα, γρήγορα, ακριβά, εντυπωσιακά. Η εικόνα έπρεπε να προηγείται των ερωτημάτων. Η λάμψη έπρεπε να καλύπτει τις σκιές. Όμως οι σκιές είχαν ήδη αρχίσει να μεγαλώνουν.
Η Δικαιοσύνη ασχολείται επιτέλους μαζί του
Το 1988 η κατάσταση γύρω από το πρόσωπο του Κοσκωτά αρχίζει να αλλάζει. Οι έρευνες του Τύπου γίνονται εντονότερες. Οι ανταγωνιστές του δεν αρκούνται πια σε υπαινιγμούς. Δημοσιεύματα αρχίζουν να συνδέουν το αμερικανικό του παρελθόν, την ταχύτατη επέκταση της Τράπεζας Κρήτης, τις αγορές εφημερίδων και τις σχέσεις του με κυβερνητικά στελέχη. Τα αριθμητικά στοιχεία του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που διοικεί προκαλούν απορίες. Η Τράπεζα Κρήτης εμφανίζεται να μεγαλώνει με ρυθμούς που δεν είναι εύκολο να εξηγηθούν. Το ενεργητικό της αυξάνεται εντυπωσιακά, το δίκτυό της επεκτείνεται συνεχώς, οι καταθέσεις μεγαλώνουν, οι δραστηριότητες πολλαπλασιάζονται. Όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελούν ένδειξη επιτυχίας. Όταν όμως συνδυάζονται με την προσωπική υπερεπέκταση του ιδιοκτήτη της, αρχίζουν να μοιάζουν με προειδοποιητικό σήμα. Η σύγκρουση με τον Τύπο πήρε γρήγορα χαρακτηριστικά πολέμου. Από τη μία πλευρά ο ίδιος, με τη Γραμμή Α.Ε., την Τράπεζα Κρήτης και τον Ολυμπιακό. Από την άλλη, οι παλαιότεροι εκδότες, που πίεζαν για ελέγχους και απαντήσεις.
Στις 11 Ιουλίου 1988, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Δημήτρης Τσεβάς, διατάζει προκαταρκτική εξέταση, με αφορμή δημοσιεύματα που απέδιδαν αξιόποινες πράξεις στον Κοσκωτά. Αυτό ήταν ένα από τα κρισιμότερα σημεία. Η υπόθεση έφευγε πλέον από τα πρωτοσέλιδα και περνούσε στο πεδίο της δικαστικής έρευνας. Ο Κοσκωτάς έβλεπε τον κλοιό γύρω του να σφίγγει. Αλλά ακόμα και τότε συνέχιζε να κινείται σαν να μπορούσε να ελέγξει τις εξελίξεις. Πουλούσε, αγόραζε, διαπραγματευόταν, αναζητούσε στηρίγματα. Η αυτοκρατορία του όμως είχε αρχίσει να κλονίζεται.
Η δεύτερη σύλληψη στις ΗΠΑ και το ξεπούλημα των πάντων
Το φθινόπωρο του 1988, η υπόθεση παίρνει πλέον ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος τοποθετεί προσωρινό επίτροπο στην Τράπεζα Κρήτης τον Σπύρο Παπαδάτο, προκειμένου να ελεγχθεί η πραγματική οικονομική κατάσταση του ιδρύματος. Η ενδελεχής έρευνα αποκαλύπτει ότι πίσω από την εικόνα της επιτυχίας κρυβόταν μια τεράστια μαύρη οικονομική τρύπα.
Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη αποτύπωση της υπόθεσης, ο Κοσκωτάς είχε υπεξαιρέσει δεκάδες δισεκατομμύρια δραχμές από την Τράπεζα Κρήτης. Αν και τα νούμερα πήγαιναν κι ερχόντουσαν, το ποσό που θα συνδεθεί περισσότερο με την υπόθεση είναι αυτό των 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Με τα χρήματα αυτά, σύμφωνα με τα πορίσματα και τη δικαστική διερεύνηση, χρηματοδοτήθηκε μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής του επέκτασης. Εκείνη τη στιγμή καταρρέει και ο μύθος του αυτοδημιούργητου μεγιστάνα. Ο Κοσκωτάς δεν είναι πια ο νεαρός τραπεζίτης που κατάφερε να εκμεταλλευτεί ευκαιρίες, αλλά ένας άνθρωπος που έχτισε την οικονομική και δημόσια ισχύ του, πάνω σε χρήματα της ίδιας της τράπεζας που διοικούσε.
Η κατάρρευση είναι ταχύτατη. Ο Κοσκωτάς πουλά εσπευσμένα περιουσιακά στοιχεία και επιχειρήσεις. Η Τράπεζα Κρήτης, η «Γραμμή Α.Ε.» και η ΠΑΕ Ολυμπιακός περνούν σε άλλα χέρια. Ο άνθρωπος που λίγους μήνες νωρίτερα παρουσιαζόταν ως πανίσχυρος παράγοντας της οικονομίας, του Τύπου και του ποδοσφαίρου, τώρα βρίσκεται πλέον ίσως για πρώτη φορά σε εμφανή θέση άμυνας. Στις 5 Νοεμβρίου 1988 φεύγει από την Ελλάδα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής και μεταγενέστερες αναδρομές, ταξιδεύει αρχικά στη Βραζιλία και στη συνέχεια επιστρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δίνει πλέον την εικόνα ενός φυγά που καταζητείται. Στις 23 Νοεμβρίου συλλαμβάνεται στη Μασαχουσέτη. Ως κρατούμενος από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αρχίζει να μιλά. Και αυτά που θα πει μετατρέπουν το τραπεζικό σκάνδαλο σε πολιτικό σεισμό.
Από την οικονομική απάτη στην πολιτική καταιγίδα
Η υπόθεση αποκαλύπτει ένα σύστημα σχέσεων όπου συνυπήρχαν τράπεζες, ΜΜΕ, ποδόσφαιρο, κρατικές καταθέσεις, πολιτικές επαφές, δημόσια πρόσωπα και επιχειρηματικά συμφέροντα. Κάθε νέο στοιχείο φώτιζε εκτός από τον ίδιο τον Κοσκωτά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπόρεσε να κινηθεί. Ο Τύπος, που είχε αποτελέσει ένα από τα εργαλεία της ανόδου του, έγινε τελικά και ένας από τους βασικούς μηχανισμούς της πτώσης του. Οι εκδότες έκαναν τα πάντα για να τον ξεσκεπάσουν και τα κατάφεραν. Ανέδειξαν το παρελθόν, πίεσαν για ελέγχους, ανέσυραν στοιχεία, συντήρησαν το θέμα στην επικαιρότητα και ανάγκασαν την πολιτική και δικαστική εξουσία να κινηθεί. Ο Ολυμπιακός, από την άλλη, έμεινε πίσω με τα τραύματα μιας σύντομης και εκρηκτικής εποχής. Η διοίκηση Κοσκωτά είχε υποσχεθεί μεγαλείο, έφερε πράγματι μεγάλα ονόματα της εποχής, δημιούργησε προσδοκίες, αλλά μετά τις αποκαλύψεις η ομάδα ήρθε αντιμέτωπη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα που θα την ταλαιπωρούσαν για χρόνια.
Από τη στιγμή που ο Κοσκωτάς άρχισε να μιλά από τις φυλακές των Ηνωμένων Πολιτειών, το ερώτημα δεν ήταν πια μόνο αν είχε υπεξαιρέσει χρήματα από την Τράπεζα Κρήτης. Ήταν ποιοι γνώριζαν, ποιοι τον κάλυψαν, ποιοι ωφελήθηκαν και πόσο βαθιά έφθανε η σχέση του με την τότε πολιτική εξουσία. Η χώρα είχε μπει στον δρόμο για το «Βρόμικο ’89», κάτι που θα δούμε στο επόμενο μέρος…
