Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξιοποίησε τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα για να στείλει μηνύματα προς την Τουρκία, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, επαναφέροντας το ζήτημα του casus belli και ζητώντας από τους συμμάχους να σεβαστούν τις ελληνικές θέσεις και την αξιοπιστία της Συμμαχίας. Παράλληλα, εμφανίστηκε καθησυχαστικός για το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, τονίζοντας ότι υπάρχουν νομικά εμπόδια, ενώ υπογράμμισε πως η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά στην ενίσχυση της αεράμυνάς της με Rafale, αναβάθμιση F-16 και τα δικά της F-35.
Πιο αναλυτικά
Την πολιτική που ακολουθεί πιστά στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής συνέχισε και με την παρουσία του στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Έχοντας πλήρη επίγνωση της εποχής στην οποία ζούμε αλλά και των γεωπολιτικών ισορροπιών, και με την εικόνα της Ελλάδας να έχει αλλάξει και να αντιμετωπίζεται από τους εταίρους της ως πιστός σύμμαχος και πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή μας, ο πρωθυπουργός έστειλε πολιτικά μηνύματα προς τρεις κατευθύνσεις: την Άγκυρα, την Ευρώπη αλλά και τις ΗΠΑ.
Η απόφασή του να θέσει για δεύτερη φορά σε τουρκικό έδαφος το θέμα του casus belli φυσικά και δεν έγινε τυχαία. Όπως τονίζεται, μέσα από την υπενθύμιση ότι μια χώρα – μέλος του ΝΑΤΟ εδώ και 31 χρόνια απειλεί με πόλεμο μια χώρα εταίρο της, δεν έγινε ούτε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης ούτε για να ακουστούν μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρισμα.
Η κίνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να θέσει ένα τέτοιο θέμα ενώ Τραμπ και Ερντογάν αντάλλασσαν φιλοφρονήσεις και ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες, έδειξε ότι η Ελλάδα ασκεί μια υπερήφανη εξωτερική πολιτική η οποία προκάλεσε την ενόχληση του τουρκικού Τύπου, αμηχανία στο επιτελείο του Τούρκου Προέδρου, και η έκφραση «ιστορική ανορθογραφία», όπως αποκάλεσε το απόγευμα της Τετάρτης την απειλή πολέμου, κατέδειξε ότι οι εταίροι μας στο ΝΑΤΟ πρέπει να δουν κατάματα την ποιότητα της αξιοπιστίας και της συνοχής της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Με απλά λόγια, ο Έλληνας πρωθυπουργός διεμήνυσε ότι ακριβώς επειδή η χώρα μας είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της απέναντι στο ΝΑΤΟ, πρέπει και η συμμαχία, αν θέλει κάποια στιγμή να αναβαθμιστούν οι σχέσεις της με την Τουρκία και η Ευρώπη αν θέλει να αναπτύξει περαιτέρω δεσμούς με την Άγκυρα, να σταθούν δίπλα σε έναν από τους πιο παλαιούς εταίρους τους, την Ελλάδα, και να σεβαστούν τις ευαισθησίες της.
Για την κυβέρνηση το πλαίσιο ως προς τα F-35 είναι επίσης ξεκάθαρο: Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, περί άρσης των κυρώσεων CAATSA και πιθανής επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών δεν είναι τίποτε άλλο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή παρά ευσεβείς πόθοι, καθώς υπάρχουν νομικοί περιορισμοί και ο παράγων Κογκρέσο.
Από την άλλη, όπως υπογράμμισε και ο πρωθυπουργός, η Ελλάδα είναι πολλά βήματα μπροστά. «Οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν το 2027 να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35 που ήδη κατασκευάζονται. Δεν είναι δική μου δουλειά να σχολιάζω τις επιλογές άλλων χωρών, ούτε θα υποδείξουμε στις ΗΠΑ σε ποιον θα πουλήσει όπλα. Απλώς, παρατηρώ ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν νομικά εμπόδια για να πωληθούν τα αεροπλάνα στην Τουρκία. Η Ελλάδα έχει παραγγείλει τα δικά της αεροπλάνα. Η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά την αεροπορία της. Τρέχει με γρήγορους ρυθμούς η αναβάθμιση των F-16 σε viper, πήραμε 24 Rafale, μπήκαμε και συμμετέχουμε ενεργά στο πρόγραμμα των F-35», είπε κλείνοντας το θέμα.
