Η κυβέρνηση απαντά στις αιχμές του Αντώνη Σαμαρά απορρίπτοντας τα σενάρια εσωστρέφειας και υποστηρίζοντας ότι η Νέα Δημοκρατία κρίνεται από τους πολίτες, οι οποίοι την έχουν εμπιστευτεί με διαδοχικές εκλογικές νίκες. Στο Μαξίμου τονίζουν πως οι προσωπικές ατζέντες δεν ενδιαφέρουν την κοινωνία, παραπέμπουν τη συζήτηση για τις παρακολουθήσεις στη Δικαιοσύνη και επιμένουν ότι προτεραιότητα της κυβέρνησης παραμένει η υλοποίηση του προγράμματός της και η πολιτική σταθερότητα.
Πιο αναλυτικά
Μπορεί για λίγες ώρες από σήμερα, Τρίτη 7/7 το απόγευμα το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται στην Άγκυρα όπου θα βρεθεί ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης για μία από τις πιο κρίσιμες συνόδους του ΝΑΤΟ, ωστόσο τα μέτωπα στο εσωτερικό παραμένουν ανοιχτά και στα παλιά προστίθενται νέα με πιο καθαρά χαρακτηριστικά.
Όπως για παράδειγμα η αντιπαράθεση με πινγκ-πονγκ ανακοινώσεων και διαρροών με τον πρώην πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά.
Η κυβέρνηση απάντησε σε όλα όσα της καταλογίζει ο πρώην πρωθυπουργός απορρίπτοντας τα σενάρια εσωστρέφειας, επικαλέστηκε τις εκλογικές επιτυχίες της Νέας Δημοκρατίας και παρέπεμψε στη Δικαιοσύνη για την υπόθεση των παρακολουθήσεων.
Πλέον άλλαξε και το ύφος των απαντήσεων και έγινε πιο αιχμηρό μετά τις νέες δημόσιες παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, με τα βίντεο που δημοσιοποίησε αλλά και τις πρόσφατες δηλώσεις του.
Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι η Νέα Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει καταγράψει διαδοχικές εκλογικές νίκες, εξασφαλίζοντας ποσοστά που συγκαταλέγονται στα υψηλότερα στην ιστορία της παράταξης. Όπως επισημαίνουν, η λαϊκή ετυμηγορία αποτελεί την πιο ισχυρή απάντηση απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση της κυβερνητικής πορείας, υπενθυμίζοντας ότι οι πολίτες εξέφρασαν με σαφήνεια την εμπιστοσύνη τους στη Νέα Δημοκρατία στις δύο τελευταίες εθνικές εκλογές.
«Δεν ενδιαφέρουν τους πολίτες οι προσωπικές ατζέντες»
Στο Μέγαρο Μαξίμου πιστεύουν ότι οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για προσωπικές πολιτικές διαφωνίες ή εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, αλλά για την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης και τη βελτίωση της καθημερινότητάς τους.
Στο πλαίσιο αυτό τονίζουν ότι σε μία μεγάλη πολιτική παράταξη είναι φυσιολογικό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, ωστόσο αυτές δεν μπορούν να οδηγούν σε προσωπικές πολιτικές πρωτοβουλίες που πλήττουν τη συνοχή του κόμματος.
«Αλίμονο αν κάθε φορά που κάποιο στέλεχος είχε παράπονα ή αντιρρήσεις προχωρούσε σε προσωπική πολιτική κίνηση», λένε χαρακτηριστικά γιατί όπως εξηγούν κάτι τέτοιο δεν θα ταίριαζε σε μία μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη όπως η Νέα Δημοκρατία, αλλά σε μικρά περιθωριακά κόμματα, όπου οι διασπάσεις και οι προσωπικές στρατηγικές αποτελούν συχνό φαινόμενο.
Αυτό που παρατηρούν τα τελευταία 24ωρα είναι και μία τακτική με σειρά μεθοδευμένων κινήσεων από τον πρώην πρωθυπουργό με τα βέλη του να στοχεύουν αποκλειστικά τη ΝΔ.
Για παράδειγμα, ανήμερα της επετείου του δημοψηφίσματος αντί να αναφερθεί στο άλλοτε μεγάλο πολιτικό του αντίπαλο και διώκτη του, Αλέξη Τσίπρα, επέλεξε να επιτεθεί στο κόμμα που ανήκε το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής του καριέρας ανεβάζοντας δύο βιντεάκια στα social media.
Χθες, απευθύνθηκε στον Άρειο Πάγο ζητώντας διευκρινίσεις για την εξέλιξη της υπόθεσης των παρακολουθήσεων.
Ειδικά για το θέμα αυτό η κυβερνητική πλευρά επιμένει ότι οι απαντήσεις δίνονται από τη Δικαιοσύνη, η οποία –όπως υποστηρίζει– έχει ήδη εκδώσει σειρά διατάξεων για την ουσία της υπόθεσης. Παράλληλα υπενθυμίζει ότι το θέμα βρίσκεται στη δημόσια συζήτηση ήδη από το 2022 και έχει αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης.
Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ακόμη ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα ασκήσει δημόσια κριτική στην κυβέρνηση για το συγκεκριμένο θέμα, ακόμη και από το βήμα της Βουλής πριν από περίπου έναν μήνα, ενώ είχε θέσει το ίδιο ζήτημα και μέσω του αιτήματός του προς τον Άρειο Πάγο.
Η κυβέρνηση διαμηνύει ότι παραμένει προσηλωμένη στην εφαρμογή του προγράμματος με το οποίο εξελέγη και απορρίπτει τη συζήτηση γύρω από προσωπικές πολιτικές επιδιώξεις. Σύμφωνα με την ίδια επιχειρηματολογία, προτεραιότητα αποτελεί η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και η βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, ενώ οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις δεν πρέπει να επισκιάζουν τον βασικό στόχο της ενίσχυσης της παράταξης και της διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας.
