Ο Άκης Σκέρτσος παρουσίασε τον απολογισμό της φετινής αντιπυρικής περιόδου, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα καταγράφει τη μικρότερη καμένη έκταση ανάμεσα στις πέντε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας 20ετίας. Τόνισε πως τα αποτελέσματα συνδέονται με τις επενδύσεις σε πρόληψη, τεχνολογία και μέσα Πολιτικής Προστασίας, όπως το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ», ενώ υπογράμμισε ότι παρά τη βελτίωση, η μάχη με τις πυρκαγιές παραμένει δύσκολη και κάθε απώλεια είναι βαριά.
Πιο αναλυτικά
Τον απολογισμό της φετινής αντιπυρικής περιόδου παρουσίασε ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναδεικνύοντας την εικόνα των πυρκαγιών στην Ελλάδα και συγκρίνοντάς την με εκείνη που καταγράφηκε σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
«Το φετινό καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη. Οι υψηλές θερμοκρασίες, η ξηρασία και οι ακραίες συνθήκες δοκίμασαν τις αντοχές όλων των χωρών της Μεσογείου στο πεδίο της αντιπυρικής προστασίας.
Με βάση τα στοιχεία του ευρωπαϊκού συστήματος Copernicus/EFFIS, έως τις 9 Σεπτεμβρίου 2026, η Ελλάδα καταγράφει τη μικρότερη καμένη έκταση μεταξύ των πέντε χωρών του ευρωπαϊκού Νότου που εξετάζουμε:
- Ισπανία: 2.965.020 στρ. | +246,6% έναντι Μ.Ο. 20ετίας
- Ιταλία: 1.075.970 στρ. | +104,3% έναντι Μ.Ο. 20ετίας
- Γαλλία: 969.310 στρ. | +599,5% έναντι Μ.Ο. 20ετίας
- Πορτογαλία: 654.380 στρ. | -13,9% έναντι Μ.Ο. 20ετίας
- Ελλάδα: 335.230 στρ. | -30,1% έναντι Μ.Ο. 20ετίας
Η Ελλάδα βρίσκεται δηλαδή 30,1% κάτω από τον μέσο όρο καμένων εκτάσεων της τελευταίας 20ετίας, ενώ είναι και η χώρα με τη μικρότερη απόλυτη καμένη έκταση μεταξύ των πέντε».
Ο υπουργός Επικρατείας διευκρινίζει ότι «δεν υπάρχει λόγος για πανηγυρισμούς. Η αντιπυρική περίοδος δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και κάθε δασική πυρκαγιά μετράει απώλειες που μας αφορούν όλους. Γι’ αυτό και η σωστή αποτίμηση δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε στη θριαμβολογία ούτε όμως και στην ισοπέδωση. Παρά μόνο στη σύγκριση με τον εαυτό μας τα προηγούμενα χρόνια και με τις υπόλοιπες χώρες της Μεσογείου».
Στη συνέχεια, όπως τόνισε: «H συστηματική επένδυση που κάνουμε τα τελευταία χρόνια στην πρόληψη, στην έγκαιρη ανίχνευση και στην επιχειρησιακή αντιμετώπιση των πυρκαγιών, μέσα από το πρόγραμμα “ΑΙΓΙΣ” των περίπου 2 δισ. ευρώ, αρχίζει να δημιουργεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Νέα εναέρια και επίγεια μέσα, δορυφορικά δεδομένα, drones και σύγχρονες τεχνολογίες έγκαιρου εντοπισμού, το πρόγραμμα δασικών καθαρισμών anti-Nero, οι ειδικά εκπαιδευμένοι πυροσβέστες – δασοκομάντος ενισχύουν την ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε τις φωτιές πριν αυτές πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Και αυτό φαίνεται στα δεδομένα: για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, η απώλεια αμιγούς δάσους στην Ελλάδα παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ το 2025 η χώρα μας κατέγραψε την καλύτερη επίδοση στη Μεσόγειο στην προστασία αμιγούς δάσους, με μόλις 3,9 στρέμματα ανά 100.000 στρέμματα, έναντι 13,6 στην Πορτογαλία.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι “κερδίσαμε την κλιματική κρίση”. Πρόκειται για μια άνιση μάχη που δεν την κερδίζεις ποτέ οριστικά.
Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε πυρκαγιά υπάρχουν άνθρωποι, περιουσίες, δάση και οικοσυστήματα. Φέτος στην Ελλάδα χάθηκαν 5 πυροσβέστες και 4 πολίτες. Στην Ισπανία, η τραγική πυρκαγιά στην Αλμερία κόστισε τη ζωή σε 13 ανθρώπους.
Η εικόνα μιας δύσκολης αντιπυρικής περιόδου αποτυπώνεται χαρακτηριστικά και στη μεγάλη φωτιά στο Πόρτο Γερμενό. Η πυρκαγιά ξέφυγε και έκαψε τον πολύτιμο δασικό πόρο της περιοχής σε συνθήκες πολύ ισχυρών ανέμων που περιόρισαν καθοριστικά τη δυνατότητα ασφαλούς επιχειρησιακής δράσης των εναέριων μέσων τις πρώτες κρίσιμες ώρες».
Τέλος, όπως σημείωσε: «Το συμπέρασμα, επομένως, είναι ότι η επένδυση στην πρόληψη, στην τεχνολογία, σε ανθρώπους και σε μέσα Πολιτικής Προστασίας μπορεί να κάνει μια χώρα πιο ανθεκτική απέναντι σε ένα ολοένα δυσκολότερο κλιματικό περιβάλλον. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν και δύσκολες πυρκαγιές που δοκιμάζουν κάθε χρόνο και τα πλέον σύγχρονα και ισχυρά συστήματα πολιτικής προστασίας και δασοπυρόσβεσης.
Τα φετινά δεδομένα, μέχρι σήμερα, δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καλύτερη θέση τόσο σε σχέση με τον ιστορικό της μέσο όρο όσο και σε σχέση με τις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Και αυτό είναι μια κατάκτηση πάνω στην οποία πρέπει να χτίσουμε και στο μέλλον».
