Η τοποθέτηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας, αλλά γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ» διατυπώθηκε σε περίοδο σημαντικών αλλαγών για την Ανατολική Μεσόγειο. Η πιο ήπια στάση της Άγκυρας έναντι της Αθήνας συνδέεται με νέα δεδομένα των τελευταίων ετών, όπως η ενδυνάμωση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, η στρατηγική σύμπραξη Ελλάδας–Ισραήλ, η διευρυμένη αμερικανική παρουσία στη χώρα και η ενίσχυση του ενεργειακού της αποτυπώματος.
Παρά τη σημαντική στρατιωτική ισχύ και το γεωπολιτικό εκτόπισμα που διατηρεί η Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη, οι συσχετισμοί έχουν μεταβληθεί. Η Αθήνα δεν αντιμετωπίζεται πλέον από την Άγκυρα μόνο ως διμερής συνομιλητής, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος συνεργασιών, το οποίο διαμορφώνει τις εξελίξεις από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Μέση Ανατολή.
Η αναφορά του Ερντογάν στο αμερικανικό περιοδικό Newsweek δεν συνιστά αυτομάτως μεταβολή των διαχρονικών τουρκικών θέσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Καταδεικνύει, όμως, ότι η Άγκυρα επιχειρεί να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον όπου οι δεσμοί Ελλάδας–ΗΠΑ, η σύσφιξη Αθήνας–Τελ Αβίβ και οι ενεργειακές συνδέσεις της περιοχής επηρεάζουν καθοριστικά τους περιφερειακούς σχεδιασμούς.
Η στρατιωτική ενίσχυση της Ελλάδας μεταβάλλει τους συσχετισμούς
Στη διαμόρφωση της νέας κατάστασης κεντρική θέση καταλαμβάνει η ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας. Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα υλοποίησε ευρύ σχέδιο ανανέωσης των Ενόπλων Δυνάμεων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην Πολεμική Αεροπορία, αλλά και στη συνολική βελτίωση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της χώρας.
Η προμήθεια των γαλλικών Rafale αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη κίνηση. Τα αρχικά αεροσκάφη εντάχθηκαν στην ελληνική δύναμη το 2022, προσθέτοντας ένα μαχητικό πολλαπλών αποστολών με εξελιγμένα ηλεκτρονικά, όπλα σύγχρονης τεχνολογίας και ικανότητα πλήγματος σε μεγάλη απόσταση. Το ουσιαστικό όφελος δεν περιορίζεται στην ποσότητα, αλλά αφορά κυρίως το τεχνολογικό επίπεδο που εισάγουν.
Την ίδια ώρα προχωρά η μετατροπή των ελληνικών F-16 στην έκδοση Viper. Η αναβάθμιση αυτή έχει κομβική σημασία, καθώς προσδίδει στα μαχητικά μεγαλύτερες δυνατότητες σύνδεσης μεταξύ τους, ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμένης επιχειρησιακής δράσης.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η ελληνική συμμετοχή στο πρόγραμμα των F-35. Η Αθήνα έχει καταλήξει σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την απόκτηση αεροσκαφών πέμπτης γενιάς, τα οποία συγκαταλέγονται στα πλέον εξελιγμένα παγκοσμίως. Η επιλογή αυτή δεν ενισχύει απλώς την Πολεμική Αεροπορία, αλλά εντάσσει την Ελλάδα σε ένα νέο αμυντικό τεχνολογικό περιβάλλον, όπου η συλλογή δεδομένων, η λειτουργική διασύνδεση και οι επιχειρήσεις σε πεδίο υψηλής τεχνολογίας έχουν καθοριστικό ρόλο.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη διάσταση απέναντι στην Τουρκία. Η Άγκυρα είχε λάβει μέρος στην ανάπτυξη του F-35, αλλά η αγορά των ρωσικών S-400 οδήγησε στην αποπομπή της από το πρόγραμμα. Έκτοτε προσπαθεί να αποκαταστήσει την αμυντική συνεργασία της με την Ουάσιγκτον, ενώ παράλληλα αναπτύσσει εθνικά σχέδια, μεταξύ άλλων το μαχητικό KAAN και νέα μη επανδρωμένα συστήματα. Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει ήδη περάσει στο στάδιο απόκτησης δυνατοτήτων πέμπτης γενιάς.
Η ελληνική επιδίωξη δεν είναι να διαμορφωθεί στρατιωτική υπεροχή που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την ένταση, αλλά να καταστεί ισχυρότερη η αποτροπή και να περιοριστεί έτσι ο κίνδυνος εκδήλωσης μιας κρίσης.
Η αμερικανική διάσταση ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας
Η μετατόπιση της ελληνικής θέσης δεν προκύπτει αποκλειστικά από τις αμυντικές αγορές. Σημαντική συμβολή έχει και η αναβάθμιση της στρατηγικής συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Με την ανανεωμένη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας διευρύνθηκαν οι δυνατότητες παρουσίας και συντονισμού των δύο πλευρών. Παράλληλα, υποδομές όπως η βάση στη Σούδα της Κρήτης και η Αλεξανδρούπολη απέκτησαν μεγαλύτερη γεωστρατηγική βαρύτητα.
Ιδιαίτερα η Αλεξανδρούπολη μετατράπηκε σε κρίσιμο σημείο τόσο για τη διακίνηση στρατιωτικού εξοπλισμού όσο και για τη διαφοροποίηση των ενεργειακών οδεύσεων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η θέση της Ελλάδας, στο σημείο όπου συναντώνται τα Βαλκάνια, η Ευρώπη και η Ανατολική Μεσόγειος, έχει γίνει ακόμη πιο σημαντική. Σε μια περίοδο που η προστασία των ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της Δύσης, η γεωγραφία της χώρας αποκτά πρόσθετη στρατηγική αξία.
Η συγκεκριμένη μεταβολή είναι ένας παράγοντας που η Τουρκία δεν μπορεί να αφήσει εκτός των υπολογισμών της.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως δύναμη χωρίς εύκολη αντικατάσταση στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα έχει πλέον αναβαθμιστεί σε παράγοντα με επιρροή που δεν περιορίζεται στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Ελλάδα–Ισραήλ: Η στρατηγική σχέση αλλάζει τους συσχετισμούς
Στη νέα περιφερειακή εξίσωση καθοριστική είναι και η δεύτερη μεγάλη παράμετρος: η ολοένα στενότερη σχέση μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ.
Η σχέση αυτή, η οποία πριν από 20 χρόνια δεν διέθετε τη σημερινή στρατηγική σημασία, μετατράπηκε προοδευτικά σε έναν από τους κεντρικούς άξονες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Καλύπτει τομείς από την άμυνα και την τεχνολογία έως την ενέργεια και την ασφάλεια.
Ιδιαίτερη ώθηση έλαβε η συνεργασία μεταξύ Αθήνας και Τελ Αβίβ μετά το 2010, περίοδο κατά την οποία άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρές ρωγμές στις σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ.
Το επεισόδιο με το πλοίο Mavi Marmara και η κρίση που ακολούθησε λειτούργησαν ως καμπή στις σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ. Κατά τα επόμενα έτη η σύγκρουση οξύνθηκε, ιδίως έπειτα από τις εξελίξεις στη Γάζα.
Πλέον, το τοπίο έχει αλλάξει πλήρως.
Η Τουρκία και το Ισραήλ, κράτη που άλλοτε είχαν οικοδομήσει στενή στρατιωτική και οικονομική σχέση, διανύουν σήμερα περίοδο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επανειλημμένως επιτεθεί με σφοδρότητα στην ισραηλινή κυβέρνηση, καταλογίζοντάς της ευθύνες για τις επιχειρήσεις στη Γάζα και διατυπώνοντας προσωπική κριτική προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Από την ισραηλινή πλευρά, αξιωματούχοι έχουν εκφράσει ισχυρή ανησυχία για τη στάση της Άγκυρας, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Χαμάς και στη ρητορική του Τούρκου προέδρου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει καταστεί ένας από τους πλέον σημαντικούς εταίρους του Ισραήλ στην Ευρώπη.
Άμυνα και τεχνολογία στον άξονα Αθήνας–Τελ Αβίβ
Το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης Πιλότων στην Καλαμάτα συγκαταλέγεται στα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας. Το πρόγραμμα υλοποιείται με τη συμμετοχή της ισραηλινής Elbit Systems και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αμυντικές συνεργασίες των δύο χωρών.
Το σχέδιο αποβλέπει στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου πλαισίου εκπαίδευσης για Έλληνες πιλότους, με τεχνολογία αντίστοιχη εκείνης προηγμένων αεροπορικών δυνάμεων. Η αξία του, ωστόσο, υπερβαίνει το εκπαιδευτικό σκέλος, καθώς διαμορφώνει σταθερό μηχανισμό επιχειρησιακής συνεργασίας και τεχνολογικής διασύνδεσης των δύο κρατών.
Ταυτόχρονα, Ελλάδα και Ισραήλ έχουν καλλιεργήσει στενή συνεργασία και στις κοινές ασκήσεις.
Αεροπορικές δυνάμεις του Ισραήλ λαμβάνουν συχνά μέρος σε ασκήσεις που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, ενώ ελληνικά μέσα έχουν μεταβεί στο Ισραήλ για εκπαιδευτικές δραστηριότητες.
Η συγκεκριμένη συνεργασία αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα εξαιτίας της γεωγραφικής θέσης της Ανατολικής Μεσογείου. Στην περιοχή συναντώνται διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, των κρατών της Μέσης Ανατολής και των περιφερειακών δυνάμεων. Για την Αθήνα, η σχέση με το Ισραήλ εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική οικοδόμησης συνεργασιών. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει αναπτύξει σχέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ, επιδιώκοντας να ενδυναμώσει τον ρόλο της ως παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή.
Η ενέργεια ως μέσο γεωπολιτικής επιρροής
Η διαμόρφωση της νέας εξίσωσης στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από στρατιωτικούς παράγοντες. Εξίσου καθοριστικό ρόλο έχει η ενέργεια. Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα επιδιώκει να αναδειχθεί σε ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Αλεξανδρούπολη. Ο τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) εντάσσεται στην ευρωπαϊκή επιδίωξη για διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και περιορισμό της εξάρτησης από μικρό αριθμό προμηθευτών.
Η δυνατότητα διασύνδεσης με τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη προσδίδει πρόσθετη σημασία στη θέση της Ελλάδας. Την ίδια ώρα, η ηλεκτρική σύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα ενεργειακά σχέδια της περιοχής. Ο Great Sea Interconnector επιδιώκει να ενώσει τα δίκτυα ηλεκτρισμού των τριών χωρών και να ενισχύσει την ενεργειακή σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με την Ευρώπη.
Για την Αθήνα, έργα αυτού του είδους δεν έχουν αποκλειστικά οικονομικό χαρακτήρα. Φέρουν και γεωπολιτικό βάρος, καθώς ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας στις συζητήσεις για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η εξέλιξη αυτή συνιστά πρόκληση για την Άγκυρα. Η Τουρκία υποστηρίζει διαχρονικά πως, λόγω της γεωγραφικής θέσης της, η ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι δυνατό να σχεδιαστεί χωρίς τη δική της συμμετοχή.
Η ελληνική πλευρά αντιτείνει ότι τα ενεργειακά σχέδια οφείλουν να στηρίζονται στο διεθνές δίκαιο και στις συμφωνίες που συνάπτουν τα κράτη. Αυτή η διαφωνία αποτελεί έναν από τους κύριους λόγους που η Ανατολική Μεσόγειος εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού.
Άγκυρα και περιφερειακές ισορροπίες στο νέο περιβάλλον
Η δήλωση του Ερντογάν για την Ελλάδα πρέπει να αξιολογηθεί υπό αυτό το ευρύτερο πρίσμα. Δεν υφίσταται δημόσια τεκμηρίωση ότι η μεταβολή στη ρητορική οφείλεται αποκλειστικά στη συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά, η αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών είναι ένας από τους παράγοντες που διπλωματικές πηγές και αναλυτές εξετάζουν κατά την αξιολόγηση της νέας στάσης της Άγκυρας.
Η Τουρκία διανύει μια φάση κατά την οποία επιδιώκει να κρατά ανοικτά κανάλια επικοινωνίας προς πολλές κατευθύνσεις. Στόχος της είναι να διατηρήσει τον βαρύνοντα ρόλο της στο ΝΑΤΟ, να μην απολέσει την επιρροή που ασκεί στη Μέση Ανατολή και να διαχειριστεί τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποφεύγοντας συγχρόνως νέες εντάσεις που θα περιόριζαν την ελευθερία των κινήσεών της. Μια ακόμη κρίση με την Ελλάδα θα λειτουργούσε ανασταλτικά σε αυτή την επιδίωξη.
Από την πλευρά της, η Αθήνα αξιολογεί προσεκτικά τη διαφοροποιημένη ρητορική. Όπως έχει δείξει η ελληνική εμπειρία, οι διακηρύξεις καλών προθέσεων αποκτούν ουσία μόνον εφόσον συνοδεύονται από απτές ενέργειες. Συνεπώς, το κύριο ζητούμενο δεν περιορίζεται στην ηπιότερη γλώσσα, αλλά αφορά και τη σταθερότητα στο πεδίο.
Τουρκία, ΗΠΑ και η νέα ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο
Η μεταβολή στη στάση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έναντι της Ελλάδας πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο δρα σήμερα η Τουρκία.
Τα τελευταία χρόνια, η Άγκυρα προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο απαιτητικούς ρόλους. Επιδιώκει, αφενός, να παραμένει μεταξύ των πλέον σημαντικών συμμάχων του ΝΑΤΟ, διαθέτοντας ξεχωριστή γεωστρατηγική βαρύτητα. Αφετέρου, χαράσσει περισσότερο αυτόνομη εξωτερική πολιτική, οικοδομώντας σχέσεις και αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες που δεν συμπίπτουν πάντοτε με τις δυτικές επιλογές.
Μιλώντας στο Newsweek, ο Τούρκος πρόεδρος επανέφερε αυτή την αντίληψη, περιγράφοντας την Τουρκία ως μια χώρα που έχει τη δυνατότητα να διατηρεί διάλογο με διαφορετικά μέρη.
Ο Ερντογάν επισήμανε τη διαμεσολαβητική συμβολή της Άγκυρας σε κρίσεις της περιφέρειας και ανέδειξε τη βαρύτητα των δεσμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε πως η Τουρκία επιδιώκει να διασφαλίζει τα δικά της συμφέροντα.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα στην παρούσα συγκυρία, καθώς η Ουάσιγκτον προχωρά σε επανεκτίμηση των περιφερειακών ισορροπιών.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τουρκία παραμένει σύμμαχος ιδιαίτερης σημασίας, χάρη στη γεωγραφική θέση και τη στρατιωτική ισχύ της, αλλά και εξαιτίας της παρουσίας της σε νευραλγικές ζώνες, μεταξύ των οποίων η Μαύρη Θάλασσα, ο Καύκασος και η Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει αναβαθμίσει σε μεγάλο βαθμό τη συνεργασία της με την Ελλάδα. Ο ρόλος της Αθήνας έχει ενισχυθεί μέσα από την αμερικανική παρουσία στη Σούδα, τη στρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης, την αμυντική συνεργασία, καθώς και την ελληνική συμμετοχή σε ευρύτερους δυτικούς σχεδιασμούς για την ενέργεια και την ασφάλεια.
Για την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή συνιστά μια νέα παράμετρο. Πλέον, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως διμερής ανταγωνίστρια στα θέματα του Αιγαίου, αλλά συγχρόνως ως μέρος ενός εκτενέστερου πλέγματος περιφερειακών και δυτικών συνεργασιών.
Τουρκία–Ισραήλ: Η ένταση και ο ρόλος της Ελλάδας
Καθοριστική παράμετρο αποτελεί επίσης η επιδείνωση στις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Κατά το παρελθόν, οι δύο χώρες είχαν οικοδομήσει στενή συνεργασία, ιδίως σε στρατιωτικό επίπεδο, ενώ η Τουρκία συγκαταλεγόταν στους σημαντικότερους εταίρους του Ισραήλ εντός του μουσουλμανικού κόσμου.
Σήμερα, ωστόσο, η κατάσταση έχει αλλάξει. Ο πόλεμος στη Γάζα όξυνε δραματικά τις διμερείς σχέσεις, καθώς ο Ερντογάν στράφηκε με ιδιαίτερα σκληρή φρασεολογία εναντίον της ισραηλινής κυβέρνησης και ο Νετανιάχου ανταπάντησε στην κριτική της Τουρκίας. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στα όρια μιας διαφοράς μεταξύ δύο κρατών, αλλά έχει λάβει περιφερειακά χαρακτηριστικά. Συνδέεται με τον ρόλο που διεκδικεί κάθε χώρα στη Μέση Ανατολή, τους δεσμούς της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την άσκηση επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με ξεχωριστό ενδιαφέρον παρακολουθεί η Ελλάδα αυτή την εξέλιξη, δεδομένου ότι η συνεργασία με το Ισραήλ έχει πλέον στρατηγική διάσταση. Η Αθήνα δεν επιθυμεί να αξιοποιήσει τους δεσμούς της με το Τελ Αβίβ ως μέσο αντιπαράθεσης απέναντι στην Τουρκία. Εντούτοις, είναι γεγονός ότι η αναβάθμιση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας συγκαταλέγεται στους παράγοντες που αναδιαμορφώνουν το περιφερειακό τοπίο. Για την Άγκυρα, πάντως, το θέμα δεν εξαντλείται στις σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ.
Το ζήτημα συνδέεται με τον φόβο της Άγκυρας ότι ενδέχεται να διαμορφωθεί ένα περιφερειακό πλέγμα συνεργασιών, μέσα στο οποίο η Τουρκία θα διαδραματίζει πιο περιορισμένο ρόλο από αυτόν που επιζητεί.
Η στρατηγική της Ελλάδας: Αποτροπή και διπλωματικός διάλογος
Απέναντι στα νέα δεδομένα, η ελληνική στρατηγική στηρίζεται σε δύο πυλώνες: την αποτροπή και τη διπλωματία. Στο σκέλος της αποτροπής, η Αθήνα έχει διαθέσει πόρους για την αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ παράλληλα έχει οικοδομήσει ισχυρές συνεργασίες σε διεθνές επίπεδο.
Στο σκέλος της διπλωματίας, εξακολουθεί να επιδιώκει ανοικτά κανάλια επικοινωνίας με την Τουρκία. Αυτή ακριβώς η αντίληψη αντανακλάται και στη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Μολονότι οι διαφορές παραμένουν ουσιώδεις, η Αθήνα και η Άγκυρα έχουν προσπαθήσει να αποτρέψουν την επιστροφή σε έναν νέο κύκλο έντασης. Οι πολιτικές επαφές, οι θεσμοθετημένοι δίαυλοι διαλόγου και οι διαδικασίες για τη διαχείριση ενδεχόμενων κρίσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα περιορισμού του κινδύνου ενός ατυχήματος.
Παρά ταύτα, η Ελλάδα επιμένει πως ο διάλογος δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως απομάκρυνση από τις σταθερές της θέσεις. Για την Αθήνα, οι διαφορές οφείλουν να επιλύονται με γνώμονα το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες που ρυθμίζουν τις διεθνείς σχέσεις.
Οι πράξεις θα αποτελέσουν το ουσιαστικό κριτήριο
Η αναφορά του Ερντογάν στην Ελλάδα συνιστά, χωρίς αμφιβολία, μεταβολή στον δημόσιο λόγο της Άγκυρας. Οι επόμενες ενέργειες θα δείξουν εάν πρόκειται για αλλαγή με διάρκεια ή για τακτική προσαρμογή που υπαγορεύεται από τις διεθνείς συνθήκες.
Το καθοριστικό δεδομένο είναι πως η σημερινή Ανατολική Μεσόγειος διαφέρει από εκείνη προ δεκαετίας. Η Ελλάδα έχει θωρακίσει την αμυντική της θέση με νέα μέσα, όπως τα Rafale και τα F-35, έχει ενισχύσει τη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει οικοδομήσει στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ και επιδιώκει να αναλάβει ευρύτερο ρόλο στην ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής.
Την ίδια ώρα, το Ισραήλ είναι σημαντικός εταίρος για την Αθήνα, ενώ οι σχέσεις του με την Άγκυρα διανύουν περίοδο έντονης αντιπαράθεσης.
Η Τουρκία παραμένει ισχυρή περιφερειακή δύναμη και κρίσιμος παράγοντας για τη Δύση. Πλέον, όμως, καλείται να δράσει σε ένα περιβάλλον στο οποίο η Ελλάδα έχει ενισχύσει το στρατηγικό της βάρος και έχει διαμορφώσει ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών. Το περιεχόμενο της νέας περιόδου δεν εξαντλείται στις δηλώσεις. Αποτυπώνεται στο ότι οι ισορροπίες έχουν μεταβληθεί. Η επόμενη φάση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα εξαρτηθεί από το εάν η νέα γλώσσα της Άγκυρας θα μετατραπεί σε σταθερή πολιτική επιλογή ή θα μείνει μια πρόσκαιρη προσαρμογή σε μια περιοχή που αλλάζει με ταχύτητα.
