Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εδραιώσει ως βασικό της αφήγημα την αυτοδυναμία, τη σταθερότητα και τον σεβασμό στους θεσμούς, απορρίπτοντας τα σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών και επιμένοντας ότι οι εκλογές του 2027 θα κριθούν από την εμπιστοσύνη των πολιτών. Με αφορμή και την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το Μαξίμου περνά στην αντεπίθεση, κατηγορώντας την αντιπολίτευση για στοχοποίηση και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ υπογραμμίζει ότι η δικαστική διερεύνηση πρέπει να προηγείται κάθε πολιτικής καταδίκης.

Πιο αναλυτικά

Σε δύο κεντρικές γραμμές κινείται η κυβέρνηση, με αφορμή και τις εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και εν μέσω προεκλογικής περιόδου, και παρότι ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης επαναλαμβάνει μονότονα ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027.

Η πρώτη είναι η ανάδειξη του κρίσιμου διακυβεύματος της σταθερότητας και η δεύτερη η ανάγκη σεβασμού των θεσμών και του τεκμηρίου της αθωότητας. Πρόκειται για δύο άξονες που, σύμφωνα με ανώτατα κυβερνητικά στελέχη, συνδέονται άμεσα με την ποιότητα της δημοκρατίας και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. «Έχουμε καλές πιθανότητες να επανεκλεγούμε, διότι αντιμετωπίζουμε το έργο της διακυβέρνησης με πολύ μεγάλη σοβαρότητα» επεσήμανε χθες από την Πνύκα ο πρωθυπουργός και πρόσθεσε: «Μπορείς να κερδίσεις εκλογές ως μετριοπαθής κεντρώος, μπορείς να νικήσεις τους λαϊκιστές υλοποιώντας τις υποσχέσεις σου, αυτό έχουμε πράξει εμείς».

Με επιδίωξη την αυτοδυναμία

Η στρατηγική επιδίωξη της αυτοδυναμίας – όπως επισημαίνουν στο κυβερνητικό επιτελείο – δεν παρουσιάζεται ως έκφραση πολιτικής αλαζονείας, αλλά ως επιλογή που αποσκοπεί στη διασφάλιση μιας σταθερής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Η κυβέρνηση επιμένει ότι η χώρα χρειάζεται σαφές πρόγραμμα, συνέπεια στην εφαρμογή των δεσμεύσεων, αξιοπιστία και υπευθυνότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων που επηρεάζουν άρδην την οικονομία.

Στο ίδιο πλαίσιο απορρίπτονται τα σενάρια περί μετεκλογικών συνεργασιών ως πρόωρα και πολιτικά αβάσιμα. Ανώτατο στέλεχος επισήμανε ότι οι κυβερνήσεις δεν αποτελούν προϊόν πολιτικών συμφωνιών της τελευταίας στιγμής, ούτε διαμορφώνονται από εξωθεσμικά κέντρα ή προσωπικές συνεννοήσεις, αλλά αποκλειστικά από την εκλογική βούληση των πολιτών. Με αυτό το σκεπτικό, στο Μέγαρο Μαξίμου υπογραμμίζουν ότι η πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια διαδικασία διαπραγμάτευσης χωρίς προγραμματικές συγκλίσεις, ιδιαίτερα όταν έχουν προηγηθεί έντονες δημόσιες αντιπαραθέσεις και αντικρουόμενες θέσεις σε ζητήματα εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής.

Στην αντεπίθεση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Νέος γύρος πολιτικών διαξιφισμών κυριάρχησε μετά τις εξελίξεις για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αρκετοί υπουργοί και βουλευτές βρέθηκαν το προηγούμενο διάστημα στο επίκεντρο σκληρής κριτικής και πολιτικής στοχοποίησης πριν ακόμη ολοκληρωθεί η δικαστική αξιολόγηση των στοιχείων. Όπως επισημαίνεται, από τα 13 πρόσωπα (υπουργοί-βουλευτές της ΝΔ) έχουν ήδη αρχειοθετηθεί ή οδηγηθεί σε απαλλαγή οι 9, ενώ για τους υπόλοιπους 4 συνεχίζεται η δικαστική διερεύνηση σε επίπεδο πλημμελημάτων.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα στοιχεία της έκθεσης Τυχεροπούλου, σύμφωνα με τα οποία τα ποσά πιθανής ζημίας που τελικά διερευνώνται εμφανίζονται σημαντικά μικρότερα από εκείνα που είχαν αρχικά παρουσιαστεί κατά τη διαδικασία άρσης ασυλίας.

Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, χρησιμοποιώντας βαρύτατους χαρακτηρισμούς, όπως «κυβέρνηση υποδίκων» ή «συμμορία», χωρίς να αναμένει την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας. Παράλληλα, το κυβερνητικό επιτελείο υπενθυμίζει ότι κατά την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο έχουν υποβληθεί συνολικά 89 αιτήματα άρσης ασυλίας για βουλευτές όλων των κομμάτων, εκ των οποίων μόλις 21 αφορούν βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, στοιχείο που, όπως τονίζουν, αποδεικνύει ότι η άρση ασυλίας δεν μπορεί από μόνη της να εκλαμβάνεται ως ένδειξη ενοχής. Υπό το πρίσμα αυτό, η κυβέρνηση επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη μεγαλύτερης θεσμικής αυτοσυγκράτησης από το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος τόνιζε ότι σε μια δημοκρατία, η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία και θεμιτή, ωστόσο οφείλει να ασκείται με σεβασμό στις αρχές του κράτους δικαίου και στη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική κριτική και τη δικαστική κρίση.