Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Έξι χρόνια μετά την εφαρμογή της, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής έχει περιορίσει την είσοδο υποψηφίων με χαμηλές επιδόσεις, αλλά ταυτόχρονα έχει αφήσει σχεδόν μία στις πέντε θέσεις της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης κενή, με ιδιαίτερα μεγάλες απώλειες στα περιφερειακά πανεπιστήμια και σε τμήματα όπως Μαθηματικά, Φυσική, Φιλολογία και Γεωπονία. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η ΕΒΕ, όπως εφαρμόζεται σήμερα, δεν λύνει τα δομικά προβλήματα του ακαδημαϊκού χάρτη και της σύνδεσης σπουδών με την αγορά εργασίας, αλλά αναδεικνύει την ανάγκη για πιο ουσιαστικό σχεδιασμό των εισακτέων ανά τμήμα και έτος.

Πιο αναλυτικά

Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής συμπληρώνει πλέον έξι χρόνια εφαρμογής στην ελληνική εκπαίδευση. Από τις Πανελλαδικές Εξετάσεις του 2021, οπότε εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, έως και σήμερα, έχει επηρεάσει σημαντικά τον αριθμό των εισακτέων, τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου και, τελικά, τον ίδιο τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.

Η θέσπισή της παρουσιάστηκε από την Πολιτεία ως απάντηση στην ανάγκη να περιοριστεί η εισαγωγή στα Πανεπιστήμια υποψηφίων με εξαιρετικά χαμηλές βαθμολογίες. Η βασική λογική ήταν ότι οι υποψήφιοι αυτοί ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην διαθέτουν το αναγκαίο γνωστικό υπόβαθρο για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και να ολοκληρώσουν επιτυχώς ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θεσπίστηκε η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, ένα μεταβαλλόμενο βαθμολογικό κατώφλι το οποίο δεν είναι κοινό για όλα τα Τμήματα ούτε παραμένει σταθερό από χρονιά σε χρονιά..

Έξι χρόνια μετά, η ΕΒΕ εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον συζητημένα μέτρα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Αναμφίβολα περιόρισε την εισαγωγή υποψηφίων με πολύ χαμηλές επιδόσεις, δημιουργώντας, ωστόσο, νέες και έντονες ανισορροπίες, με χιλιάδες κενές θέσεις, άνισα κατανεμημένες μεταξύ των Τμημάτων και ιδιαίτερα αυξημένες στα περιφερειακά Πανεπιστήμια.

Η διαμόρφωση αυτής της εικόνας δεν στηρίζεται σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό για τις ανάγκες της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και της αγοράς εργασίας, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από τις επιλογές των υποψηφίων. Επιλογές που, δυστυχώς, συχνά πραγματοποιούνται χωρίς επαρκή ενημέρωση για το περιεχόμενο των σπουδών, τις σύγχρονες επαγγελματικές διαδρομές και τις πραγματικές προοπτικές κάθε Τμήματος.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο εάν η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση χρειάζεται ένα ελάχιστο ακαδημαϊκό κατώφλι. Είναι εάν ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού και εφαρμογής της ΕΒΕ υπηρετεί πράγματι τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ή εάν, έξι χρόνια μετά, απαιτείται ουσιαστική επανεξέτασή του.

Σχεδόν μία στις πέντε θέσεις έμεινε κενή

Η αποτίμηση της εξαετούς εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν περάσουμε από τη θεωρία στους αριθμούς.

Από το 2021 έως και το 2026 προσφέρθηκαν συνολικά στους υποψηφίους των Ημερήσιων Γενικών Λυκείων 377.544 θέσεις στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Από αυτές καλύφθηκαν οι 307.695, ενώ 69.849 θέσεις παρέμειναν κενές. Αυτό σημαίνει ότι, στη διάρκεια της συγκεκριμένης εξαετίας, δεν καλύφθηκε το 18,50% των διαθέσιμων θέσεων, σχεδόν μία στις πέντε.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη εάν συνυπολογίσουμε ότι ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των προσφερόμενων θέσεων. Επομένως, το ποσοστό των υποψηφίων που έμειναν εκτός Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είναι υψηλότερο από το ποσοστό των κενών θέσεων και, με βάση τα συνολικά δεδομένα της περιόδου, υπερβαίνει το 20%.

Δεν επηρεάστηκαν όλα τα Τμήματα με τον ίδιο τρόπο

Η επίδραση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής δεν είναι ίδια σε όλες τις σχολές και σε όλα τα επιστημονικά αντικείμενα. Στα Τμήματα Νομικής, Ψυχολογίας, Ιατρικής και Φαρμακευτικής η κάλυψη των θέσεων αγγίζει σταθερά το 100%. Πρόκειται για σχολές με ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση, στις οποίες ο αριθμός των υποψηφίων που καλύπτουν την ΕΒΕ και συγκεντρώνουν υψηλές βαθμολογίες είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων. Επομένως, είναι αναμενόμενο να μη μένει καμία θέση κενή.

Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται σημαντικά σε άλλες ομάδες σπουδών. Υπάρχουν Τμήματα τα οποία εξακολουθούν να θεωρούνται περιζήτητα, αλλά δεν καταφέρνουν πάντοτε να καλύψουν το σύνολο των διαθέσιμων θέσεων τους, εξαιτίας των πρόσθετων βαθμολογικών προϋποθέσεων που θέτει η ΕΒΕ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα Τμήματα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών. Κατά την εξαετία 2021–2026, από τις συνολικά 3.896 διαθέσιμες θέσεις, οι 547 παρέμειναν κενές. Πρόκειται για ποσοστό 14,04%, παρά το γεγονός ότι η Αρχιτεκτονική παραμένει μία από τις δημοφιλέστερες επιλογές των υποψηφίων του 2ου Επιστημονικού Πεδίου.

Στην περίπτωση των Αρχιτεκτονικών Σχολών, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η υποχρέωση των υποψηφίων να καλύψουν όχι μόνο την ΕΒΕ του Τμήματος, αλλά και τις ξεχωριστές ΕΒΕ στο Ελεύθερο και στο Γραμμικό Σχέδιο. Εάν ο υποψήφιος δεν πετύχει το απαιτούμενο όριο ακόμη και σε ένα από τα δύο ειδικά μαθήματα, αποκλείεται από τη διεκδίκηση όλων των αντίστοιχων Τμημάτων, ανεξάρτητα από τη συνολική βαθμολογία του και τον αριθμό των θέσεων που παραμένουν διαθέσιμες.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η έκταση του φαινομένου σε ορισμένες παραδοσιακές επιστημονικές κατευθύνσεις. Στα Τμήματα Φιλολογίας, από τις 7.327 διαθέσιμες θέσεις της περιόδου 2021–2026, οι 2.003 παρέμειναν κενές, ποσοστό 27,34%, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται κυρίως στα περιφερειακά Τμήματα.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στις βασικές θετικές επιστήμες. Στα Τμήματα Μαθηματικών έμειναν κενές 3.657 από τις 7.536 διαθέσιμες θέσεις, ποσοστό 48,53%. Με άλλα λόγια, σχεδόν μία στις δύο θέσεις δεν καλύφθηκε. Ακόμη υψηλότερο είναι το αντίστοιχο ποσοστό στα Τμήματα Φυσικής: από τις 6.199 διαθέσιμες θέσεις, οι 3.256 έμειναν κενές, ποσοστό 52,52%. Εδώ, περισσότερες από τις μισές θέσεις που προσφέρθηκαν κατά την εξαετία δεν καλύφθηκαν.

Η εικόνα και σε άλλες ομάδες σπουδών

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται ενδεικτικά και άλλες ομάδες σπουδών, στις οποίες καταγράφεται σημαντικός αριθμός κενών θέσεων κατά την εξαετία 2021–2026.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η εικόνα στα Τμήματα Γεωπονίας, όπου σχεδόν μία στις δύο διαθέσιμες θέσεις παρέμεινε κενή, αλλά και στα Τμήματα Νοσηλευτικής, παρά τις σημαντικές ανάγκες του συστήματος υγείας σε ανθρώπινο δυναμικό.

Οι παραπάνω περιπτώσεις είναι μόνο ενδεικτικές. Υπάρχουν πολλές ακόμη ομάδες σπουδών που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ανάλυση και επιβεβαιώνουν ότι η μη κάλυψη των θέσεων δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά ένα ζήτημα με ευρύτερες διαστάσεις για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι τα στοιχεία που παρουσιάζονται αφορούν την αρχική κατανομή των επιτυχόντων κατά την ανακοίνωση των βάσεων. Δεν συνυπολογίζουν τις μετεγγραφές που ακολουθούν και οι οποίες, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδυναμώνουν ακόμη περισσότερο τα περιφερειακά Τμήματα, ενισχύοντας παράλληλα την υπερσυγκέντρωση φοιτητών στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Τμήματα με περισσότερες από οκτώ στις δέκα θέσεις κενές

Εξετάζοντας μεμονωμένα Τμήματα, διαπιστώνουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το ποσοστό των κενών θέσεων ξεπερνά ακόμη και το 80%. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερες από οκτώ στις δέκα διαθέσιμες θέσεις παραμένουν ακάλυπτες.

Το φαινόμενο δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό δεδομένο. Ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός φοιτητών δυσχεραίνει την οργάνωση μαθημάτων, εργαστηρίων και κατευθύνσεων, ενώ επηρεάζει αρνητικά και τη συνολική εμπειρία της φοίτησης. Παράλληλα, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα κυρίως των περιφερειακών Τμημάτων και την ανάγκη επανεξέτασης του τρόπου εφαρμογής της ΕΒΕ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο σε Τμήματα χαμηλής ζήτησης ή σε γνωστικά αντικείμενα με ασαφείς επαγγελματικές προοπτικές. Αφορά ακόμη και θεμελιώδεις επιστήμες, όπως τα Μαθηματικά και η Φυσική, οι οποίες αποτελούν τη βάση για την τεχνολογική ανάπτυξη, την έρευνα, την εκπαίδευση, την ανάλυση δεδομένων και ένα ευρύ φάσμα σύγχρονων επαγγελματικών εφαρμογών.

Από την ΕΒΕ στον ουσιαστικό σχεδιασμό των εισακτέων

Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, με τον τρόπο που σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε, δεν έχει λειτουργήσει θετικά για τον ακαδημαϊκό χάρτη της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Χωρίς αμφιβολία, πριν από έξι χρόνια υπήρχε ανάγκη εξορθολογισμού του αριθμού των εισακτέων.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να παραγνωρίζουμε ότι τα Πανεπιστήμια ζητούσαν διαχρονικά μικρότερο αριθμό φοιτητών, ανάλογο με τις υποδομές και το διαθέσιμο διδακτικό προσωπικό τους. Συχνά, ένα Τμήμα που ζητούσε συγκεκριμένο αριθμό εισακτέων δεχόταν από το Υπουργείο ακόμη και διπλάσιο αριθμό. Στα Τμήματα υψηλής ζήτησης, μετά και την ολοκλήρωση των μετεγγραφών, ο τελικός αριθμός των φοιτητών μπορούσε να φτάσει στο τριπλάσιο ή ακόμη και στο τετραπλάσιο εκείνου που είχε αρχικά ζητηθεί

Η ανάγκη παρέμβασης, επομένως, ήταν πραγματική. Η ΕΒΕ δεν αποτέλεσε τη σωστή απάντηση στο πρόβλημα. Η ουσιαστική λύση θα ήταν ο αριθμός των εισακτέων να επαναπροσδιορίζεται ανά Τμήμα και ανά έτος, με βάση τις πραγματικές εκπαιδευτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της χώρας.

Η ουσιαστική λύση θα ήταν ο αριθμός των εισακτέων να επαναπροσδιορίζεται ανά Τμήμα και ανά έτος, με βάση τις πραγματικές εκπαιδευτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της χώρας. Σε αυτή την απόφαση πρέπει να συνεκτιμώνται το γνωστικό αντικείμενο και η διεπιστημονικότητα κάθε Τμήματος, οι διαθέσιμες υποδομές, οι σύγχρονες επαγγελματικές διαδρομές των αποφοίτων και η απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας, χωρίς να παραγνωρίζονται τα ενδιαφέροντα και η επιθυμία των υποψηφίων να ακολουθήσουν συγκεκριμένες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές διαδρομές.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της χώρας μας είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα που αποκτούν οι νέοι και στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Πρόκειται για ένα ζήτημα που θα έπρεπε εδώ και χρόνια να βρίσκεται στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι παραμένουν κενές θέσεις ακόμη και σε Τμήματα με έντονο διεπιστημονικό χαρακτήρα και θετικές επαγγελματικές προοπτικές. Την ίδια στιγμή, άλλα Τμήματα εμφανίζουν υπερσυγκέντρωση φοιτητών, όχι απαραίτητα λόγω του γνωστικού τους αντικειμένου, αλλά κυρίως επειδή βρίσκονται σε μεγάλα αστικά κέντρα. Διαμορφώνεται, έτσι, μια βαθιά ανισορροπία: αξιόλογα περιφερειακά Τμήματα αποδυναμώνονται, ενώ αντίστοιχα Τμήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης υπερφορτώνονται. Η γεωγραφική θέση, το αυξημένο κόστος διαβίωσης και οι οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας επηρεάζουν πλέον καθοριστικά τις επιλογές σπουδών και, τελικά, τον ίδιο τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.

Φυσικά, ευθύνη προσαρμογής δεν έχει μόνο η Πολιτεία, αλλά και τα ίδια τα Πανεπιστήμια. Τα Τμήματα δεν μπορούν να παρατηρούν παθητικά τη μείωση του αριθμού των εισακτέων τους. Χρειάζεται να προχωρούν σε ουσιαστικές παρεμβάσεις, ανανεώνοντας τα προγράμματα σπουδών, ενισχύοντας τη διεπιστημονικότητα και, όπου είναι αναγκαίο, επαναπροσδιορίζοντας μέρος του ακαδημαϊκού τους αντικειμένου. Στόχος πρέπει να είναι η προσαρμογή στις σύγχρονες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις, στις ανάγκες της αγοράς εργασίας, αλλά και στα ενδιαφέροντα και στις προσδοκίες των νέων.

Παρά τα δεδομένα αυτά, παραμένουμε προσκολλημένοι στην ίδια λογική κατανομής των εισακτέων και σε έναν σχεδόν αμετάβλητο ακαδημαϊκό χάρτη, χωρίς την αναγκαία προσαρμογή στις σύγχρονες επιστημονικές, τεχνολογικές και επαγγελματικές εξελίξεις.

Η ΕΒΕ μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση, αλλά δεν σχεδιάζει την επόμενη ημέρα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

*Ο Θανάσης Λέλες είναι Επιστημονικός Υπεύθυνος Career Gate