Αμερικανικά επενδυτικά κεφάλαια σπεύδουν να τοποθετηθούν στη Βενεζουέλα, μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο από την εξουσία, βλέποντας μεγάλες ευκαιρίες σε έναν ενεργειακό τομέα που για δεκαετίες παρέμεινε καθηλωμένος από κυρώσεις, κακοδιαχείριση και έλλειψη επενδύσεων.
Σύμφωνα με διεθνές δημοσίευμα, επενδυτικοί όμιλοι από τις ΗΠΑ εξετάζουν ήδη συμφωνίες για πετρελαϊκά assets, με επίκεντρο παλιά κοιτάσματα που κάποτε παρήγαγαν εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια την ημέρα, αλλά σήμερα λειτουργούν σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Πρώτη κίνηση από τη Lionheart Capital
Μεταξύ των πρώτων παικτών που κινούνται στη νέα αγορά είναι η Lionheart Capital, επενδυτικό fund με έδρα το Μαϊάμι.
Η εταιρεία έχει υπογράψει επιστολή προθέσεων για πιθανή συγχώνευση της εισηγμένης θυγατρικής της, Lionheart Holdings, με την Keo Energy, η οποία διαθέτει πετρελαϊκά συμφέροντα στη λεκάνη του Μαρακαΐμπο, στη βορειοδυτική Βενεζουέλα.
Εφόσον η συμφωνία προχωρήσει, θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πρώτη εταιρεία εισηγμένη στο Nasdaq που θα δίνει σε Αμερικανούς και θεσμικούς επενδυτές άμεση πρόσβαση σε βενεζουελάνικα πετρελαϊκά assets.
Η αποτίμηση της νέας εταιρείας φέρεται να μπορεί να φτάσει περίπου το 1 δισ. δολάρια, μέσω συγχώνευσης με το όχημα ειδικού σκοπού της Lionheart Holdings.
Τα παλιά κοιτάσματα που ξαναμπαίνουν στο παιχνίδι
Η Keo Energy, θυγατρική της σουηδικής Maha Capital, κατέχει ποσοστό 40% στην PetroUrdaneta, εταιρεία που ελέγχει χερσαία κοιτάσματα πετρελαίου στη Βενεζουέλα. Το υπόλοιπο 60% ανήκει στην κρατική PDVSA.
Τα συγκεκριμένα κοιτάσματα είχαν στο παρελθόν σημαντική παραγωγή, όμως οι δεκαετίες χαμηλών επενδύσεων οδήγησαν σε μεγάλη πτώση. Σήμερα η παραγωγή τους υπολογίζεται κάτω από 2.000 βαρέλια ημερησίως.
Παρουσίαση προς επενδυτές, την οποία επικαλείται το δημοσίευμα, αναφέρει ότι με νέα κεφάλαια η παραγωγή της PetroUrdaneta θα μπορούσε να αυξηθεί έως και σε 54.000 βαρέλια ισοδύναμου πετρελαίου ημερησίως έως το 2029.
Άνοιγμα της αγοράς μετά την άρση κυρώσεων
Η Ουάσινγκτον έχει χαλαρώσει τις κυρώσεις, επιτρέποντας σε αμερικανικές εταιρείες να επενδύσουν ξανά στον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας.
Παράλληλα, οι νέες αρχές της χώρας έχουν προχωρήσει σε αλλαγές στη νομοθεσία για τους υδρογονάνθρακες, περιορίζοντας τον ρόλο της PDVSA και επιτρέποντας σε ιδιωτικές εταιρείες να διαχειρίζονται απευθείας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Το νέο πλαίσιο έχει ενεργοποιήσει μεγάλους ενεργειακούς ομίλους και επενδυτικά funds, με εταιρείες όπως η Repsol, η Eni και η Shell να εξετάζουν ή να προχωρούν σε συμφωνίες.
Η επιστροφή της Βενεζουέλας στον ενεργειακό χάρτη
Η Βενεζουέλα διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, όμως η παραγωγή της έχει μειωθεί δραματικά σε σχέση με το παρελθόν.
Στην κορύφωσή της, τη δεκαετία του 1970, η χώρα παρήγαγε περίπου 3,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Σήμερα η παραγωγή κινείται γύρω στο 1,2 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, μετά από χρόνια διαφθοράς, κακοδιαχείρισης, έλλειψης τεχνολογίας και διεθνών περιορισμών.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει καλέσει εταιρείες να επενδύσουν έως και 100 δισ. δολάρια για την ανοικοδόμηση του πετρελαϊκού κλάδου της χώρας.
«Το τηλέφωνό μου δεν σταματά να χτυπά»
Το επενδυτικό ενδιαφέρον έχει προκαλέσει κινητικότητα και στο εσωτερικό της Βενεζουέλας.
Στελέχη της πετρελαϊκής αγοράς στο Μαρακαΐμπο αναφέρουν ότι τραπεζικοί και επενδυτικοί όμιλοι επιδιώκουν νέες συμφωνίες, ενώ τοπικοί επιχειρηματίες μιλούν για κλίμα ενθουσιασμού μετά από χρόνια απομόνωσης.
Ένας διαχειριστής κεφαλαίων στο Καράκας φέρεται να συνδέει το αυξημένο ενδιαφέρον και με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας ότι σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας, η Βενεζουέλα εμφανίζεται ξανά ως ελκυστική ενεργειακή εναλλακτική.
Ευκαιρίες και εκτός πετρελαίου
Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στην ενέργεια.
Επενδυτικά σχήματα εξετάζουν ευκαιρίες και σε άλλους κλάδους, όπως η αγροδιατροφή, οι επικοινωνίες και τα ακίνητα.
Η Grupo Cisneros, επιχειρηματικός όμιλος με έδρα το Μαϊάμι και ισχυρές ρίζες στη Βενεζουέλα, ανακοίνωσε ότι έχει εξασφαλίσει σημαντικό μέρος κεφαλαίων για fund ύψους 1 δισ. δολαρίων, με στόχο επενδύσεις εκτός εξόρυξης και πετρελαίου.
Σύμφωνα με τη διευθύνουσα σύμβουλο του ομίλου, Αντριάνα Σισνέρος, το ενδιαφέρον προέρχεται από αμερικανικά και λατινοαμερικανικά family offices, θεσμικούς επενδυτές και κρατικά επενδυτικά ταμεία.
Μεγάλο στοίχημα με υψηλό ρίσκο
Παρά τον ενθουσιασμό, οι επενδύσεις στη Βενεζουέλα παραμένουν ένα στοίχημα με μεγάλες αβεβαιότητες.
Η χώρα χρειάζεται τεράστια κεφάλαια, τεχνογνωσία, πολιτική σταθερότητα και διαφανές θεσμικό πλαίσιο για να επιστρέψει σε υψηλά επίπεδα παραγωγής.
Για τα αμερικανικά funds, όμως, η συγκυρία θεωρείται μοναδική: μια πετρελαϊκή δύναμη με τεράστια αποθέματα, υποαξιοποιημένες εγκαταστάσεις και ανάγκη για ξένο κεφάλαιο ανοίγει ξανά τις πόρτες της.
Η Βενεζουέλα επιστρέφει στο ραντάρ των διεθνών επενδυτών. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά το πετρέλαιο θα γίνει μοχλός ανασυγκρότησης ή άλλη μία χαμένη ευκαιρία
