Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος απάντησε στα δημοσιεύματα για το έργο αποθήκευσης ενέργειας στην Πτολεμαΐδα, εξηγώντας ότι απορρίφθηκε το αίτημα για απευθείας κρατική στήριξη 249 εκατ. ευρώ σε επένδυση 271 εκατ.
ευρώ, επειδή το ποσό κρίθηκε δυσανάλογο σε σχέση με άλλα έργα αποθήκευσης που ενισχύθηκαν μέσω διαγωνισμών.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι το έργο δεν είχε εξασφαλισμένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ενώ υπογράμμισε πως η κυβέρνηση προωθεί συνολικά την αποθήκευση ενέργειας μέσω ανοικτών διαδικασιών και επιπλέον 200 εκατ.
ευρώ για μπαταρίες, θέτοντας το ερώτημα γιατί το συγκεκριμένο σχέδιο θα έπρεπε να τύχει ειδικής μεταχείρισης.
Πιο αναλυτικά
Τη δική του απάντηση στα επαναλαμβανόμενα δημοσιεύματα σχετικά με σχεδιαζόμενο έργο αποθήκευσης ενέργειας στην Πτολεμαΐδα δίνει ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, παραθέτοντας συγκεκριμένα στοιχεία για το ύψος της επένδυσης και κυρίως για την κρατική ενίσχυση που είχε ζητηθεί.
Ειδικότερα, με ανάρτησή του στο LinkedIn, ο κ. Τσάφος εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε αποδεκτό το αίτημα, επισημαίνοντας ότι για μια επένδυση συνολικού ύψους 271 εκατ. ευρώ είχε ζητηθεί απευθείας κρατική στήριξη 249 εκατ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας.
Κατά τον υφυπουργό, το ύψος της ενίσχυσης ήταν δυσανάλογο σε σύγκριση με εκείνο που έχει δοθεί σε άλλα έργα αποθήκευσης μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, η στήριξη που ζητήθηκε για το συγκεκριμένο σχέδιο ήταν κατά 33% μεγαλύτερη από αυτή που έλαβαν έργα τα οποία συμμετείχαν στον τρίτο διαγωνισμό για την αποθήκευση ενέργειας, ο οποίος μάλιστα αφορούσε ειδικά τις περιοχές απολιγνιτοποίησης.
Παράλληλα λ θέτει μια ακόμη παράμετρο που αφορά τις συνθήκες που έχουν πλέον διαμορφωθεί στην αγορά αποθήκευσης ενέργειας. Όπως σημειώνει, υπάρχουν σήμερα αρκετά έργα που επιδιώκουν να προχωρήσουν χωρίς κρατική ενίσχυση. Υπό αυτά τα δεδομένα, διερωτάται κατά πόσο δικαιολογείται η διάθεση σημαντικών δημόσιων πόρων για ένα συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο, όταν άλλοι επενδυτές εμφανίζονται διατεθειμένοι να υλοποιήσουν αντίστοιχα έργα χωρίς οικονομική στήριξη από το κράτος.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει όμως και στο ζήτημα της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης μέσω του Connecting Europe Facility, επιχειρώντας να αποσαφηνίσει την εικόνα που, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει δημιουργηθεί από σχετικά δημοσιεύματα. Όπως υπογραμμίζει, το έργο δεν διέθετε «εξασφαλισμένη χρηματοδότηση» από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επρόκειτο για κύκλο υποβολής αιτήσεων, στο πλαίσιο του οποίου διαφορετικά έργα από ολόκληρη την Ευρώπη ανταγωνίζονται για να εξασφαλίσουν κοινοτική στήριξη. Η επιλογή του υπουργείου, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι στον συγκεκριμένο κύκλο να προταχθούν περισσότερο καινοτόμα έργα, όπως εκείνα που αφορούν τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα ή το υδρογόνο, τα οποία δεν διαθέτουν άλλες αντίστοιχες δυνατότητες χρηματοδότησης.
Τα επιπλέον 200 εκατ. ευρώ για τις μπαταρίες
Ο υφυπουργός ξεκαθαρίζει επίσης ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τις επενδύσεις όσον αφορά την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Υπενθυμίζει ότι έχει ανακοινωθεί η διάθεση επιπλέον 200 εκατ. ευρώ, μέσω ανοικτής πρόσκλησης και διαγωνιστικών διαδικασιών, με στόχο να επιταχυνθεί η ανάπτυξη έργων αποθήκευσης με μπαταρίες. Η λογική που περιγράφει είναι ότι η κρατική στήριξη στον συγκεκριμένο κλάδο πρέπει να κατανέμεται μέσα από ανοικτές και ανταγωνιστικές διαδικασίες και με όρους που να ισχύουν για τους ενδιαφερόμενους επενδυτές, αντί να παρέχεται ειδική χρηματοδοτική μεταχείριση σε ένα μεμονωμένο έργο.
Ο Νίκος Τσάφος καταλήγει, μάλιστα, θέτοντας το ερώτημα που, κατά την άποψή του, βρίσκεται στον πυρήνα της υπόθεσης: «Γιατί αυτό το έργο είναι τόσο ξεχωριστό» ώστε να δικαιολογείται, υπό τις σημερινές συνθήκες, διαφορετική αντιμετώπιση από τα υπόλοιπα έργα αποθήκευσης που σχεδιάζονται στη χώρα;
Ολόκληρη η ανάρτηση του Νίκου Τσάφου έχει ως εξής:
«Με αφορμή επαναλαμβανόμενα δημοσιεύματα σχετικά με ένα έργο αποθήκευσης στην Πτολεμαΐδα, θα ήθελα να παρουσιάσω κάποια στοιχεία και να εξηγήσω τι έχει γίνει.
Το συγκεκριμένο έργο είχε ζητήσει από το κράτος μια απευθείας στήριξη 249 εκατ. € (σε βάθος δεκαετίας) για μια επένδυση 271 εκατ. €. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε γιατί τα ποσά ήταν δυσανάλογα με τα ποσά που δώσαμε σε άλλα έργα αποθήκευσης μέσω διαγωνισμών.
Συγκεκριμένα η στήριξη που ζητήθηκε ήταν κατά 33% μεγαλύτερη σε σχέση με αυτή που πήραν τα έργα που συμμετείχαν στον τρίτο διαγωνισμό για αποθήκευση, ο οποίος μάλιστα αφορούσε τις περιοχές απολιγνιτοποίησης. Επίσης, υπάρχουν πλέον πολλά έργα που θέλουν να προχωρήσουν χωρίς καμία κρατική ενίσχυση – που γεννά εύλογα σήμερα το ερώτημα αν πρέπει να χρηματοδοτήσουμε ένα έργο όταν άλλοι επενδυτές δε ζητούν ενίσχυση;
Σχετικά με το θέμα της επιστολής στήριξης προς την Κομισιόν για την χρηματοδότηση από το Connecting Europe Facility.
Καταρχήν το έργο δεν έχει “εξασφαλισμένη χρηματοδότηση” από την Ευρώπη όπως γράφεται – μιλάμε για ένα κύκλο αιτήσεων όπου διάφορα έργα από όλη την Ευρώπη διαγωνίζονται για να εξασφαλίσουν στήριξη.
Στον συγκεκριμένο κύκλο προτάσσομε έργα που είναι περισσότερα καινοτόμα (π.χ., δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα ή υδρογόνο) και που δεν έχουν άλλη δίοδο ώστε να προσχωρήσουν. Για την αποθήκευση έχουμε μια συγκεκριμένη στρατηγική – και πρόσφατα ανακοινώσαμε ότι θα ρίξουμε με ανοιχτή πρόσκληση και διαγωνιστικές διαδικασίες 200 εκατ. € επιπλέον για τα τρέξουν πιο γρήγορα οι μπαταρίες. Στο τέλος το βασικό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι “γιατί αυτό το έργο είναι τόσο ξεχωριστό” που να δικαιολογεί σήμερα και με τις τωρινές συνθήκες μια τόσο ειδική μεταχείριση σε σχέση με όλα τα άλλα έργα αποθήκευσης στη χώρα;».
