Μια αγορά εργασίας με μεγάλες μισθολογικές ανισότητες αποτυπώνουν τα τελευταία στοιχεία για τις αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι εργαζόμενοι σε κλάδους υψηλής εξειδίκευσης, όπως η τεχνολογία, η ενέργεια, τα χρηματοοικονομικά και η φαρμακοβιομηχανία, οι οποίοι απολαμβάνουν μισθούς που συχνά ξεπερνούν τα 2.500 ή και τα 3.000 ευρώ τον μήνα. Από την άλλη, η μεγάλη πλειονότητα των μισθωτών συνεχίζει να κινείται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα αποδοχών, την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη δημιουργία μιας αγοράς δύο ταχυτήτων, όπου οι υψηλά αμειβόμενες θέσεις αυξάνονται, αλλά αφορούν ένα σχετικά μικρό τμήμα των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, μόλις το 9,7% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα λαμβάνει αποδοχές άνω των 2.000 ευρώ, ενώ περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους αμείβεται με έως 1.000 ευρώ τον μήνα.
Οι καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εντοπίζονται κυρίως σε κλάδους που αντιμετωπίζουν έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και ταυτόχρονα εμφανίζουν υψηλή παραγωγικότητα και έντονη ζήτηση. Η πληροφορική, η κυβερνοασφάλεια, η ανάλυση δεδομένων, η ενέργεια, τα χρηματοοικονομικά και οι αερομεταφορές βρίσκονται στην κορυφή της σχετικής λίστας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας, ο υψηλότερος μέσος μισθός καταγράφεται στον χρηματοοικονομικό τομέα και τις ασφαλιστικές δραστηριότητες, όπου οι αποδοχές φθάνουν κατά μέσο όρο τα 2.940 ευρώ για περισσότερους από 39.000 εργαζόμενους. Ακολουθεί ο κλάδος της ενέργειας με μέσο μισθό 2.613 ευρώ και περισσότερους από 23.000 εργαζόμενους.
Στην τρίτη θέση βρίσκεται ο προγραμματισμός ηλεκτρονικών υπολογιστών και οι υπηρεσίες συμβούλων πληροφορικής, όπου ο μέσος μισθός διαμορφώνεται στα 2.324 ευρώ για περίπου 48.500 εργαζόμενους. Ακολουθούν οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης με 2.175 ευρώ και η φαρμακοβιομηχανία με 2.108 ευρώ.
Η υψηλή ζήτηση για εξειδικευμένα στελέχη έχει ανεβάσει σημαντικά τις αποδοχές σε συγκεκριμένες ειδικότητες. Στελέχη τεχνολογίας, διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων, CFO, CEO, εξειδικευμένοι μηχανικοί, γιατροί συγκεκριμένων ειδικοτήτων αλλά και επαγγελματίες με εμπειρία σε έργα ενέργειας και υποδομών μπορούν να διεκδικήσουν αποδοχές που ξεπερνούν τα 3.000 έως 5.000 ευρώ μεικτά τον μήνα.
Ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση καταγράφεται επίσης για επαγγελματίες που επιστρέφουν από το εξωτερικό στο πλαίσιο του λεγόμενου «brain regain», καθώς και για τεχνικά επαγγέλματα που βρίσκονται σε έλλειψη. Η αγορά αναζητά προγραμματιστές, μηχανικούς λογισμικού, τεχνικούς βιομηχανίας, ηλεκτρολόγους, ψυκτικούς και άλλες ειδικότητες που συνδέονται με την παραγωγή και τη βιομηχανία.
Όπως επισημαίνει ο σύμβουλος διοίκησης του ΣΕΒ, Χρήστος Ιωάννου, η βιομηχανία και ιδιαίτερα η μεταποίηση εξακολουθούν να προσφέρουν αποδοχές σημαντικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της οικονομίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μισθοί στον συγκεκριμένο τομέα είναι κατά περίπου 25% υψηλότεροι σε σχέση με άλλους κλάδους.
Παρά τα παραδείγματα αυτά, η μεγάλη εικόνα παραμένει διαφορετική για την πλειονότητα των εργαζομένων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, μόλις 126.963 μισθωτοί, ποσοστό 5,16%, λαμβάνουν μισθούς από 2.001 έως 2.500 ευρώ. Ακόμη λιγότεροι, 112.075 εργαζόμενοι ή το 4,55% του συνόλου, ξεπερνούν τις αποδοχές των 3.000 ευρώ.
Αντίθετα, η μεγαλύτερη μάζα των εργαζομένων παραμένει συγκεντρωμένη στα χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια, γεγονός που εξηγεί γιατί η αγοραστική δύναμη εξακολουθεί να αποτελεί βασικό ζητούμενο για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Οι προοπτικές για το επόμενο διάστημα δεν δείχνουν θεαματικές αλλαγές. Ορισμένοι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι μέσοι μισθοί το 2026 θα αυξηθούν με ρυθμό που δύσκολα θα ξεπεράσει το 1,5%, καθώς οι επιχειρήσεις παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις και στο αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές ανησυχίες των επιχειρήσεων, ενώ σταθερό αίτημα του επιχειρηματικού κόσμου παραμένει η μείωση της λεγόμενης φορολογικής σφήνας, δηλαδή της επιβάρυνσης από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που συνοδεύει την εργασία.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός κινείται σε επίπεδα κοντά στο 4%, γεγονός που περιορίζει το πραγματικό όφελος από τις μισθολογικές αυξήσεις. Έτσι, ενώ ένα σχετικά μικρό τμήμα εργαζομένων απολαμβάνει υψηλές αμοιβές σε κλάδους αιχμής, για τη μεγάλη πλειονότητα των μισθωτών η μάχη με το κόστος ζωής παραμένει καθημερινή υπόθεση.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας γίνεται ολοένα και πιο επιλεκτική. Οι υψηλοί μισθοί υπάρχουν, αλλά συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένους κλάδους, επαγγέλματα και δεξιότητες, αφήνοντας εκτός ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων που εξακολουθεί να κινείται πολύ κοντά στα όρια του μέσου μισθού.
