Το «Σπίτι μου 2» ολοκληρώθηκε με περισσότερα από 14.100 νοικοκυριά να υπογράφουν τελικά δάνειο και να αγοράζουν πρώτη κατοικία, με το μέσο σπίτι να κοστίζει 152.100 ευρώ και το μέσο δάνειο να φτάνει τις 120.400 ευρώ. Το πρόγραμμα αξιοποιήθηκε κυρίως από νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, με μέση ηλικία τα 38 έτη, ενώ σημαντικό μέρος των αγορών έγινε και εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Παρά την επιτυχία του, το στεγαστικό πρόβλημα παραμένει έντονο, καθώς οι υψηλές τιμές και η περιορισμένη προσφορά κατοικιών συνεχίζουν να δυσκολεύουν την πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση.
Πιο αναλυτικά
Με ένα σπίτι αξίας περίπου 152.000 ευρώ και ένα στεγαστικό δάνειο που κατά μέσο όρο κινήθηκε κοντά στις 120.000 ευρώ έκλεισε ο κύκλος του «Σπίτι μου 2», του μεγαλύτερου προγράμματος χρηματοδότησης για την αγορά πρώτης κατοικίας.
Η αυλαία της συμβασιοποίησης έπεσε στις 31 Αυγούστου 2026 και τα τελικά στοιχεία δείχνουν ότι περισσότερα από 14.100 νοικοκυριά κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την υπογραφή του δανείου και, κατά συνέπεια, στην αγορά κατοικίας.
Πίσω από τους συνολικούς αριθμούς, ωστόσο, έχει ενδιαφέρον το προφίλ των ανθρώπων που χρησιμοποίησαν το πρόγραμμα αλλά και των ακινήτων που αγοράστηκαν.
Συνολικά εγκρίθηκαν 15.097 δάνεια, αξίας 1,82 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 94,5% του συνολικού προϋπολογισμού. Από αυτά, 14.114 έφτασαν τελικά στην υπογραφή δανειακής σύμβασης, συνολικού ύψους 1,54 δισ. ευρώ.
Έτσι, το 93,5% των εγκεκριμένων αιτήσεων μετατράπηκε τελικά σε δάνειο.
Στα 152.100 ευρώ το μέσο ακίνητο
Ένα από τα στοιχεία που αποτυπώνουν καλύτερα το πού κινήθηκε η αγορά μέσω του προγράμματος είναι η αξία των κατοικιών.
Η μέση εμπορική αξία διαμορφώθηκε στις 152.100 ευρώ, ενώ η μέση επιφάνεια του ακινήτου ήταν 88,5 τετραγωνικά μέτρα. Το μέσο εγκεκριμένο δάνειο έφθασε τις 120.400 ευρώ.
Συνολικά, μέσω του «Σπίτι μου 2» κινητοποιήθηκαν αγορές ακινήτων αξίας άνω των 2,15 δισ. ευρώ.
Η δημόσια χρηματοδοτική στήριξη ανήλθε σε 943,2 εκατ. ευρώ. Από αυτά, τα 909,2 εκατ. ευρώ αφορούσαν τη συμμετοχή στα δάνεια και επιπλέον 34,1 εκατ. ευρώ την επιδότηση επιτοκίου.
Η βασική φιλοσοφία του προγράμματος ήταν ότι το 50% της χρηματοδότησης χορηγούνταν άτοκα μέσω δημόσιων πόρων και το υπόλοιπο 50% προερχόταν από τις συμμετέχουσες τράπεζες.
Ποιοι πήραν τελικά τα δάνεια
Τα εισοδηματικά στοιχεία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς δύο στους τρεις ωφελούμενους, ποσοστό 66,6%, έχουν ετήσιο εισόδημα έως 24.000 ευρώ.
Στην άλλη άκρη της κλίμακας, μόλις το 0,58% των δικαιούχων δηλώνει εισόδημα άνω των 44.000 ευρώ. Το μέσο ετήσιο εισόδημα των ωφελούμενων διαμορφώθηκε στα 21.130 ευρώ.
Η μέση ηλικία ήταν 38 χρόνια, ενώ το 41% των ανθρώπων που αξιοποίησαν το πρόγραμμα ήταν έως 36 ετών.
Το 58,45% είναι παντρεμένοι ή έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Περίπου 1.060 δικαιούχοι, ποσοστό 7% του συνόλου, ανήκουν σε μονογονεϊκές οικογένειες.
Παράλληλα, περισσότεροι από 1.660 ωφελούμενοι συνδέονται με οικογένειες που έχουν τρία ή περισσότερα παιδιά και για τις οποίες προβλεπόταν μεγαλύτερη μείωση του επιτοκίου. Στο πρόγραμμα εντάχθηκαν επίσης 108 άτομα με αναπηρία.
Πού αγοράστηκαν τα σπίτια
Παρά τη μεγάλη συγκέντρωση της ζήτησης στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα, σημαντικός αριθμός αγορών πραγματοποιήθηκε στην υπόλοιπη χώρα.
Το 37% των δανείων κατευθύνθηκε εκτός Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Πρόκειται για 5.594 δάνεια συνολικής αξίας 619,8 εκατ. ευρώ.
Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη καταγράφηκαν 1.075 δάνεια, στη Θεσσαλία 1.051 και στη Δυτική Ελλάδα 844.
Ιδιαίτερο ζήτημα είχε δημιουργηθεί με τους δικαιούχους των οποίων τα δάνεια είχαν εγκριθεί αλλά δεν είχαν προλάβει να συμβασιοποιηθούν έως τις 2 Ιουνίου 2026, ημερομηνία που αποτελούσε ορόσημο για το Ταμείο Ανάκαμψης.
Για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν πόροι που διαχειρίζεται η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, ώστε οι συμβάσεις να μπορούν να υπογραφούν μέχρι τις 31 Αυγούστου. Με τον τρόπο αυτό οι ήδη εγκεκριμένοι δικαιούχοι δεν αποκλείστηκαν εξαιτίας της εκπνοής της προθεσμίας.
Με την ολοκλήρωση του «Σπίτι μου 2», πάντως, το μεγάλο πρόβλημα της πρόσβασης σε προσιτή κατοικία παραμένει ανοικτό. Το πρόγραμμα έδωσε τη δυνατότητα σε περισσότερα από 14.000 νοικοκυριά να περάσουν από το ενοίκιο στην ιδιοκτησία, όμως αποτελεί μόνο ένα μέρος της στεγαστικής εξίσωσης.
Οι υψηλές τιμές αγοράς, τα ακριβά ενοίκια και κυρίως η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών εξακολουθούν να πιέζουν ιδιαίτερα τους νεότερους και τα νοικοκυριά με μεσαία ή χαμηλότερα εισοδήματα.
Και αυτό είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα: όχι μόνο να υπάρχουν φθηνότερα εργαλεία χρηματοδότησης για όσους μπορούν να αγοράσουν, αλλά να αυξηθεί και ο αριθμός των κατοικιών που μπορούν πράγματι να βρουν στην αγορά σε προσιτές τιμές.
