Η κυβέρνηση ετοιμάζει μέσα στον Οκτώβριο νέα νομοθετική παρέμβαση για τα «κόκκινα» δάνεια, με στόχο να βελτιώσει τη λειτουργία των servicers, να ενισχύσει την ενημέρωση των οφειλετών και να προωθήσει ρυθμίσεις που είναι πραγματικά βιώσιμες. Οι αλλαγές θα επικεντρωθούν στον Κώδικα Δεοντολογίας, ώστε οι δανειολήπτες να έχουν σαφέστερη εικόνα για το χρέος τους, τις χρεώσεις και τις επιλογές αποπληρωμής, ενώ θα προβλέπονται και πιο αυστηρές προθεσμίες και κυρώσεις για παραβάσεις.

Πιο αναλυτικά

Ένας πολίτης προσπαθεί να ρυθμίσει το δάνειό του, αλλά πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσει πόσα ακριβώς χρωστά, πώς υπολογίστηκε το ποσό και ποιος διαχειρίζεται σήμερα την οφειλή του. Ακόμη κι όταν φτάσει στο στάδιο της διαπραγμάτευσης, όμως, μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια μηνιαία δόση που αδυνατεί να καταβάλει. Τέτοιας μορφής προβλήματα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες δανειολήπτες θα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση μέσα από τη νέα δέσμη παρεμβάσεων για τα «κόκκινα» δάνεια, η οποία, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, αναμένεται να λάβει νομοθετική μορφή μέσα στον Οκτώβριο.

Το βάρος των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων θα πέσει στη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, των επονομαζόμενων servicers, καθώς και στην καλύτερη αξιοποίηση των εργαλείων ρύθμισης που υπάρχουν ήδη. Η επιδίωξη είναι διπλή: αφενός να έχουν οι δανειολήπτες καθαρή εικόνα της οφειλής τους και αφετέρου να αυξηθούν οι συμφωνίες αποπληρωμής που μπορούν πράγματι να τηρηθούν. Κι αυτό γιατί μια ρύθμιση με δόσεις δυσανάλογες προς το εισόδημα του οφειλέτη ενδέχεται να καταρρεύσει λίγους μήνες μετά την υπογραφή της. Το έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει, άλλωστε.

Πώς μπαίνει στη διαδικασία ο δανειολήπτης

Στο επίκεντρο των αλλαγών που επέρχονται, λοιπόν, βρίσκεται ο Κώδικας Δεοντολογίας που ορίζει τη διαδικασία με την οποία τράπεζες και servicers εξετάζουν τα αιτήματα ρύθμισης δανείων. Ο δανειολήπτης υποβάλλει τα οικονομικά του στοιχεία, ώστε να αξιολογηθεί η δυνατότητά του να αποπληρώσει την οφειλή του. Στη συνέχεια, εξετάζονται πιθανές λύσεις ρύθμισης και, εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία, λύσεις οριστικής διευθέτησης. Σημειωτέον πως η αίτηση μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά, αλλά θα πρέπει να έχουμε κατά νου και πως η υποβολή αίτησης δεν σημαίνει ότι θα εγκριθεί αυτομάτως η ρύθμιση που επιθυμεί ο οφειλέτης ούτε ότι θα διαγραφεί μέρος του χρέους του. Ο Κώδικας προβλέπει συγκεκριμένα στάδια για την ανταλλαγή στοιχείων και προτάσεων, ώστε το αίτημα να εξεταστεί μέσα από μια οργανωμένη διαδικασία. Οι διαθέσιμες λύσεις μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το δάνειο και τα οικονομικά δεδομένα της υπόθεσης. Μπορεί, π.χ., να εξεταστεί αλλαγή στους όρους αποπληρωμής ή μια συμφωνία οριστικού κλεισίματος της οφειλής, η οποία ενδέχεται να περιλαμβάνει μερική διαγραφή της απαίτησης. Μια τέτοια έκβαση απαιτεί αξιολόγηση και συμφωνία των εμπλεκομένων· δεν αποτελεί γενικό δικαίωμα σε συγκεκριμένο ποσοστό «κουρέματος». Ο Κώδικας καλύπτει ένα ευρύ φάσμα οφειλών, από στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια έως πιστωτικές κάρτες και δάνεια επαγγελματιών ή πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Γιατί σχεδιάζονται αλλαγές σε έναν Κώδικα που ήδη ισχύει

Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι ο Κώδικας δεν αξιοποιείται όσο θα μπορούσε ως οδηγός για την επίλυση των καθυστερήσεων. Γι’ αυτό προετοιμάζονται παρεμβάσεις που θα ενισχύουν την εφαρμογή του και θα υποχρεώνουν τους πιστωτές να ενημερώνουν πιο ενεργά τους δανειολήπτες για τις δυνατότητες που προσφέρει. Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στον αριθμό των αιτήσεων. Ζητούμενο είναι η διαδικασία να οδηγεί σε προτάσεις με ουσιαστική πιθανότητα επιτυχίας. Αν, για παράδειγμα, το διαθέσιμο εισόδημα ενός νοικοκυριού δεν επαρκεί για τη δόση που προτείνεται, η αποδοχή της ρύθμισης μπορεί απλώς να μεταθέσει το πρόβλημα. Αυτή είναι η λογική πίσω από την έμφαση που δίνεται στις βιώσιμες λύσεις και στην αξιολόγηση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

Ένα δεύτερο μέτωπο αφορά τη σχέση των servicers με τους πολίτες στην καθημερινή διαχείριση του δανείου. Υπάρχουν περιπτώσεις ελλιπούς ενημέρωσης, επαναλαμβανόμενων οχλήσεων και δυσκολίας να δοθεί σαφής απάντηση για τη σύνθεση της οφειλής. Ορισμένοι δανειολήπτες αμφισβητούν τα ποσά που τους ζητούνται, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν ληφθεί σωστά υπόψη προηγούμενες καταβολές ή ότι έχουν προστεθεί επιβαρύνσεις τις οποίες δεν μπορούν να ελέγξουν.

Για τον οφειλέτη, η διαφορά είναι πρακτική. Για να αποφασίσει αν μια πρόταση τον συμφέρει και αν μπορεί να τηρήσει τους όρους της, χρειάζεται να γνωρίζει το συνολικό υπόλοιπο, τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, το επιτόκιο, τις πρόσθετες χρεώσεις και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η οφειλή του.

Η προσωποποιημένη ψηφιακή ενημέρωση από τους servicers δεν θεσπίζεται, πάντως, τώρα για πρώτη φορά. Από τον Απρίλιο του 2024 ισχύει υποχρέωση λειτουργίας ειδικών πλατφορμών, μέσω των οποίων οι δανειολήπτες πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αναλυτικά στοιχεία για την οφειλή, τις πληρωμές, τις δόσεις και το επιτόκιο. Το πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι νέες παρεμβάσεις είναι η πληρότητα και η σαφήνεια αυτής της ενημέρωσης στην πράξη. Στο πλαίσιο που βρίσκεται υπό επεξεργασία, θα αναφέρονται επίσης σαφέστερες προθεσμίες και κυρώσεις όταν διαπιστώνονται παραβάσεις. Το ακριβές περιεχόμενό τους θα το δούμε όταν παρουσιαστεί το σχετικό νομοθέτημα. Ήδη υπάρχει πλαίσιο εποπτείας και κυρώσεων για τις εταιρείες διαχείρισης, συνεπώς η ουσία των εξαγγελλόμενων αλλαγών θα φανεί από το αν ενισχύουν τον έλεγχο και την εφαρμογή των υφιστάμενων υποχρεώσεων ή όχι.