Για τους συνεπείς οφειλέτες, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δρομολογεί ένα νέο και αυστηρότερο πλαίσιο για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, την προστασία τους και τη λειτουργία των servicers.
Τη μεταβολή του καθεστώτος που διέπει τις διμερείς ρυθμίσεις χρεών προς τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια (servicers) επιδιώκει η νομοθετική πρωτοβουλία που παρουσίασε χθες στο Υπουργικό Συμβούλιο ο Κυριάκος Πιερρακάκης. Μεταξύ άλλων, περιορίζει δραστικά την προκαταβολή, ενισχύει τις απαιτήσεις διαφάνειας και εποπτείας και καθιερώνει ανώτατο όριο για την αύξηση της οφειλής από τόκους καθυστέρησης. Παράλληλα, όταν οι servicers παραβιάζουν τους κανόνες, προβλέπεται άμεση οικονομική αποζημίωση του οφειλέτη από τον πιστωτή, μέσω απαλλαγής από πληρωμή.
Ενδεικτικά, με το νέο καθεστώς η μέγιστη αρχική καταβολή για χρέος 100.000 ευρώ διαμορφώνεται στις 15.000 ευρώ, αντί για προκαταβολές 40.000 ή 50.000 ευρώ που απαιτούνται σήμερα. Αν, επίσης, ο πιστωτής παραβιάσει τη συμφωνία ρύθμισης, λάβει μέτρα είσπραξης και δεν τηρήσει τους προβλεπόμενους όρους και χρόνους, ένας συνεπής οφειλέτης με δόση 600 ευρώ θα λαμβάνει πίστωση 3.000 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε πέντε δόσεις.
«Με το νέο πλαίσιο για το ιδιωτικό χρέος, γίνεται μια καθαρή επιλογή: μπαίνουν κανόνες, προθεσμίες και αυξημένος έλεγχος εκεί όπου μέχρι σήμερα υπήρχαν συχνά καθυστερήσεις και αβεβαιότητα» τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Γενική Γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι «Στόχος δεν είναι η αποφυγή αποπληρωμής της οφειλής», αλλά «είναι να διασφαλιστεί ότι ο πολίτης που μπορεί και θέλει να πληρώσει θα έχει πραγματική δυνατότητα να ρυθμίσει την οφειλή του με βιώσιμο τρόπο. Γι’ αυτό οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».
Αναφερόμενη, παράλληλα, στον δεύτερο πυλώνα των παρεμβάσεων για τους πιστωτές, η κυρία Αλαμπάση επισημαίνει ότι «ενισχύεται επιπλέον το πλαίσιο για τους servicers. Περισσότερη διαφάνεια, περισσότερα στοιχεία, ισχυρότερη εποπτεία. Η επιδίωξη είναι σαφής: λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».
Οι αλλαγές στις διμερείς ρυθμίσεις οφειλών
Η διμερής ρύθμιση στηρίζεται σήμερα κυρίως στον Κώδικα Δεοντολογίας. Σε αυτόν ορίζονται διαδοχικά στάδια, καθώς και υποχρεώσεις για την επικοινωνία, τη συγκέντρωση δεδομένων, την αποτίμηση της οικονομικής εικόνας του οφειλέτη και τη διερεύνηση επιλογών ρύθμισης ή οριστικής διευθέτησης. Παρ’ όλα αυτά, είχαν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις στις οποίες η καθυστέρηση παρατεινόταν, η ενημέρωση για το ύψος του χρέους ήταν ανεπαρκής ή δεν τηρούνταν συμφωνίες και όροι.
Το νέο πλαίσιο εισάγει μια τυποποιημένη, αυτοτελή διαδικασία για τη διμερή ρύθμιση, χωρίς αυτή να προϋποθέτει προσφυγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Μετά την αίτηση και την κατάθεση πλήρους φακέλου από τον οφειλέτη, ο πιστωτής θα πρέπει εντός τριμήνου είτε να υποβάλει βιώσιμη πρόταση είτε να εξηγήσει γραπτώς τους λόγους ενδεχόμενης απόρριψης.
Για την απάντησή του ο οφειλέτης θα διαθέτει προθεσμία ενός μήνα, ενώ όλη η διαδικασία θα είναι υποχρεωτικό να έχει περατωθεί το αργότερο μέσα σε έξι μήνες. Η αποστολή των αναγκαίων δικαιολογητικών θα μπορεί να πραγματοποιείται και ηλεκτρονικά, με τη διαδικασία να περιλαμβάνει ακόμη και χρέη για τα οποία έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση.
Η υπέρβαση της προβλεπόμενης προθεσμίας από τον πιστωτή θα καταχωρίζεται ως παράβαση. Σε αυτή την περίπτωση θα αναστέλλονται τόσο ο εκτοκισμός όσο και η κεφαλαιοποίηση τόκων, ενώ θα ακολουθεί ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος για τις περαιτέρω ενέργειες.
Βιώσιμη ρύθμιση οφειλών με προκαταβολή έως 15%
Κάθε πρόταση ρύθμισης θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να είναι κατάλληλη, τεκμηριωμένη και βιώσιμη. Σε αυτήν θα καταγράφονται τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα πάνω στα οποία στηρίχθηκε. Όταν μπορούν να εφαρμοστούν δύο διαφορετικές λύσεις, ο πιστωτής θα υποχρεούται να θέτει αμφότερες υπόψη του οφειλέτη.
Οι ελάχιστες πληροφορίες που θα είναι υποχρεωτικό να περιλαμβάνονται σε κάθε πρόταση ρύθμισης θα προσδιοριστούν με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Έτσι, η πρόταση δεν θα διαμορφώνεται αυθαίρετα και ο οφειλέτης θα μπορεί να αντιλαμβάνεται τόσο τον τρόπο υπολογισμού της δόσης όσο και τα οικονομικά στοιχεία του που ελήφθησαν υπόψη.
Την ίδια στιγμή, τίθεται όριο 15% επί του χρέους στην προκαταβολή που δικαιούται να απαιτήσει ο πιστωτής για να συμφωνηθεί διμερής ρύθμιση. Σήμερα το ύψος της προκαταβολής καθορίζεται κατόπιν διαπραγμάτευσης και, βάσει των συγκριτικών στοιχείων, σε κάποιες περιπτώσεις υπερβαίνει το 30% ή ακόμη φτάνει στο 50%.
Σε χρέος ύψους 120.000 ευρώ, προκαταβολή 40% σημαίνει καταβολή 48.000 ευρώ, ενώ η αρχική απαίτηση θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και στα 60.000 ευρώ, δηλαδή στο 50% της οφειλής που ρυθμίζεται. Με την καθιέρωση του νέου πλαφόν, η προκαταβολή για αυτή την οφειλή δεν θα μπορεί να ξεπερνά τις 18.000 ευρώ, ή το 15% του χρέους, και δύναται να ορίζεται χαμηλότερα εφόσον αποδεικνύονται σοβαρά προβλήματα υγείας, ιδιαίτερη οικονομική δυσχέρεια ή κοινωνικά κριτήρια.
Προστασία των συνεπών οφειλετών
Δεν θα επιτρέπονται καταγγελία της ρύθμισης, έκδοση ή εκτέλεση διαταγής πληρωμής, κατάσχεση ή συνέχιση πλειστηριασμού, όσο ο οφειλέτης διατηρεί ενεργή τη ρύθμισή του. Η προστασία θα εφαρμόζεται και στην περίπτωση που η δόση δεν πληρώθηκε επειδή ο πιστωτής ή ο servicer δεν έδωσε εγκαίρως τα στοιχεία που απαιτούνταν για να γίνει η καταβολή.
Κάθε τέτοια ενέργεια, εφόσον παραβιάζει τους κανόνες, θα ακυρώνεται αυτομάτως. Ο οφειλέτης θα έχει επιπλέον δικαίωμα πίστωσης ίσης με πέντε μηνιαίες δόσεις και η διάρκεια της ρύθμισης θα αυξάνεται κατά πέντε μήνες, χωρίς καμία πρόσθετη χρέωση.
Για μηνιαία δόση 800 ευρώ, η πίστωση που αντιστοιχεί σε πέντε δόσεις ανέρχεται στα 4.000 ευρώ. Παράλληλα, ο πιστωτής θα τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ, το οποίο θα εισπράττεται από το δημόσιο, ενώ αν η παράβαση επαναληφθεί θα ενεργοποιούνται αυξημένες εποπτικές συνέπειες.
Πλήρης και αναλυτική ενημέρωση για την οφειλή
Το νέο καθεστώς θα διασφαλίζει το δικαίωμα του οφειλέτη να αποκτά πλήρη, αναλυτική εικόνα της οφειλής του χωρίς καμία επιβάρυνση. Πρόκειται για υποχρέωση που συχνά παραβιάζεται. Η πληροφόρηση θα καλύπτει τις συμβάσεις και κάθε τροποποίησή τους, το ιστορικό πληρωμών, τη μέθοδο υπολογισμού του επιτοκίου, καθώς και το κεφάλαιο, τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε άλλη επιβάρυνση.
Εφόσον τα δεδομένα δεν βρίσκονται ήδη πλήρως διαθέσιμα στο σύστημα προσωποποιημένης ενημέρωσης, θα πρέπει να χορηγούνται εντός 45 ημερών.
Σε περίπτωση που ο πιστωτής δεν ανταποκριθεί, η οφειλή δεν θα επιβαρύνεται με τόκους, δηλαδή θα αναστέλλεται η τοκοφορία, μέχρι να παραδοθούν στον οφειλέτη όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Κατά συνέπεια, αυτή η ασυνέπεια, η οποία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα συχνή και εκτεταμένη, θα δημιουργεί άμεσο οικονομικό όφελος για τον οφειλέτη. Η ρύθμιση είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη για μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, που χρειάζονται καθαρή αποτύπωση του κεφαλαίου, των τόκων και των χρεώσεων, ώστε να κρίνουν αν μια ρύθμιση είναι πράγματι βιώσιμη και ισορροπημένη.
«Πλαφόν» στην αύξηση των χρεών
Το νέο καθεστώς επαναφέρει την προστασία που περιλαμβανόταν σε προγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις, συγκεκριμένα στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και στο άρθρο 30 του ν. 2789/2000. Παρότι οι δύο νόμοι παρουσίαζαν διαφορές, ακόμη και σε ουσιώδεις εξαιρέσεις και προϋποθέσεις, είχαν κοινή πρόβλεψη το ανώτατο όριο στη διόγκωση της οφειλής εξαιτίας καθυστέρησης πληρωμής.
Οι ακριβείς όροι του νέου συστήματος θα γίνουν σαφείς με την κατάθεση της νέας διάταξης. Οι παλαιότερες προβλέψεις, πάντως, καθιέρωναν ένα γενικό ανώτατο όριο, ένα «φρένο» στη διόγκωση του χρέους, που ανά περίπτωση έφθανε έως το διπλάσιο ή το τριπλάσιο της βάσης υπολογισμού της οφειλής. Η βάση αυτή προσδιοριζόταν από κάθε νόμο είτε ως το κεφάλαιο που είχε ληφθεί αρχικά είτε ως το ποσό, μαζί με τους τόκους, όπως είχε διαμορφωθεί ύστερα από καθυστέρηση.
Ενδεικτικά, σε βασική οφειλή 100.000 ευρώ, μια τέτοια πρόβλεψη μπορεί να θέτει ανώτατο χρέος στις 300.000 ευρώ. Αν η ληξιπρόθεσμη απαίτηση εμφανίζεται, για παράδειγμα, στα 350.000 ευρώ, το ποσό των 50.000 ευρώ που υπερβαίνει το όριο θα ελέγχεται και ενδέχεται να αναπροσαρμόζεται ή να διαγράφεται, εφόσον η συγκεκριμένη σύμβαση και ο τρόπος υπολογισμού της εμπίπτουν στη νέα ρύθμιση.
Η συγκεκριμένη προστασία δεν θα χάνεται επειδή παρήλθε η προθεσμία υποβολής αίτησης από τον οφειλέτη, ούτε η αναπροσαρμογή του χρέους θα απαιτεί προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, το τελικό εύρος εφαρμογής θα καθοριστεί από την ακριβή διατύπωση του νόμου, η οποία θα προσδιορίζει ποιες συμβάσεις υπάγονται, ποιο κεφάλαιο αποτελεί τη βάση υπολογισμού, με ποιον τρόπο λαμβάνονται υπόψη οι καταβολές και ποιες εξαιρέσεις θα προβλέπονται.
Προστασία για ευάλωτους οφειλέτες
Η προστασία που προβλέπεται για τα άτομα με αναπηρία διευρύνεται με το νέο πλαίσιο και στους γονείς ή νόμιμους φροντιστές εξαρτώμενων τέκνων με πιστοποιημένη αναπηρία τουλάχιστον 67%. Εφόσον πληροί τα ίδια περιουσιακά και εισοδηματικά κριτήρια, ο γονέας ή ο φροντιστής θα μπορεί να λαμβάνει την ιδιότητα του ευάλωτου οφειλέτη. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι δυνατόν να οδηγήσει σε υποχρεωτική πρόταση, η οποία προκύπτει αυτομάτως μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Υποχρεώσεις διαφάνειας για τους servicers
Ήδη οι servicers λειτουργούν υπό καθεστώς αδειοδότησης και εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τον ν. 5072/2023. Με το νέο πλαίσιο εισάγονται επιπλέον υποχρεώσεις λογοδοσίας και δημόσιας διαφάνειας.
Οι εταιρείες διαχείρισης θα δημοσιοποιούν κάθε χρόνο πληροφορίες σχετικά με τα οικονομικά τους μεγέθη, την εταιρική διακυβέρνηση, τα χαρτοφυλάκια υπό διαχείριση, τις επιδόσεις της διαχείρισης και τα παράπονα των δανειοληπτών.
Επιπλέον, θα καταθέτουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ετήσιο στρατηγικό σχέδιο για τη διαχείριση των απαιτήσεων. Σε αυτό θα περιλαμβάνονται προβλέψεις για τις εισπράξεις, η πολιτική ανά κατηγορία απαίτησης, οι διαθέσιμοι πόροι, το κόστος, οι κίνδυνοι και οι δείκτες απόδοσης.
Η πώληση κάθε απαίτησης στη δευτερογενή αγορά θα προϋποθέτει υποχρεωτικά την παρέμβαση διαχειριστή πιστώσεων. Ο servicer θα φέρει την ευθύνη για τη διαδικασία, ενώ κατά την αξιολόγηση των προσφορών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτίμηση του δανείου.
Έλεγχος στις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή»
Για τα δάνεια που σχετίζονται με τιτλοποιήσεις οι οποίες καλύπτονται από εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο του Προγράμματος «Ηρακλής», καθιερώνεται ανεξάρτητος ετήσιος διαχειριστικός έλεγχος. Μεταξύ άλλων, θα εξετάζονται οι αμοιβές και οι δαπάνες των εμπλεκόμενων προσώπων και του servicer, ώστε να προσδιορίζεται πότε και ποιο ποσό οφείλει να καταβάλει το Δημόσιο βάσει των εγγυήσεων που έχει χορηγήσει στους κατόχους και τους διαχειριστές των δανείων.
Τα βασικά συμπεράσματα των ελέγχων θα δίνονται στη δημοσιότητα, ενώ η ολοκληρωμένη έκθεση θα αποστέλλεται στις αρμόδιες αρχές και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ταυτόχρονα, αυστηροποιούνται οι κυρώσεις και προβλέπεται επίσης η δημοσιοποίησή τους.
