Το υπουργείο Δικαιοσύνης σχεδιάζει μια νέα κεντρική ψηφιακή πλατφόρμα για τις κληρονομιές, μέσω της οποίας οι κληρονόμοι θα μπορούν με μία αίτηση να συγκεντρώνουν σε ένα σημείο στοιχεία για την περιουσία αλλά και τα χρέη του θανόντος, από ακίνητα και τραπεζικούς λογαριασμούς έως δάνεια, φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές. Η υπηρεσία φιλοδοξεί να απλοποιήσει μια χρονοβόρα και δύσκολη διαδικασία, ιδιαίτερα σε περίοδο πένθους, ενώ θα λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες πρόσβασης και προστασίας προσωπικών δεδομένων, ώστε οι κληρονόμοι να έχουν έγκαιρη και αξιόπιστη εικόνα πριν αποφασίσουν τις επόμενες κινήσεις τους.
Πιο αναλυτικά
Κάποιος πεθαίνει και αφήνει πίσω του ένα διαμέρισμα. Οι συγγενείς του ξέρουν για την ύπαρξη του ακινήτου, αλλά δεν γνωρίζουν αν είχε χρήματα στην τράπεζα, αν χρωστούσε σε κάποιο δάνειο ή αν άφησε απλήρωτες οφειλές προς το Δημόσιο. Για να σχηματίσουν μια πλήρη εικόνα της κληρονομιάς, θα πρέπει να αναζητήσουν στοιχεία από διαφορετικές υπηρεσίες και φορείς, συγκεντρώνοντας έγγραφα και υποβάλλοντας ξεχωριστά αιτήματα.
Κι όλα αυτά μάλιστα συμβαίνουν σε περιόδους πένθους για την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου, την ίδια ώρα που οι προθεσμίες για τις αποφάσεις και τις υποχρεώσεις τους ήδη τρέχουν. Αυτό ακριβώς το πρόβλημα θα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει ο σχεδιασμός του υπουργείου Δικαιοσύνης με τη δημιουργία μιας κεντρικής ψηφιακής πλατφόρμας κληρονομιών.
Στόχος είναι ο εκάστοτε κληρονόμος, αφού αποδείξει την ιδιότητά του, να μπορεί με μία αίτηση να συγκεντρώνει στοιχεία τόσο για την περιουσία όσο και για τις οφειλές του θανόντος. Η συγκεκριμένη πλατφόρμα βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο της επεξεργασίας και όταν θα λειτουργήσει αναμένεται να εξυπηρετήσει με ελάχιστα «κλικ» κάθε ανάλογη περίπτωση.
Τι χρειάζεται να μάθει ο κληρονόμος
Η αναζήτηση μιας κληρονομιάς δεν τελειώνει όταν εντοπιστούν τα ακίνητα. Ο ενδιαφερόμενος χρειάζεται επίσης να διαπιστώσει αν υπάρχουν χρήματα σε τράπεζες, επενδυτικά προϊόντα ή συμμετοχές σε επιχειρήσεις. Χρειάζεται επίσης να ελέγξει την και την… άλλη πλευρά του λογαριασμού: δάνεια, πιστωτικές κάρτες, φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές, καθώς και τυχόν βάρη που συνδέονται με ακίνητα. Οι πληροφορίες αυτές σήμερα τηρούνται από διαφορετικούς φορείς.
Η φορολογική διοίκηση έχει τα στοιχεία που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, οι τράπεζες τα δικά τους, ο e-ΕΦΚΑ τις ασφαλιστικές εκκρεμότητες, ενώ για την εικόνα των ακινήτων χρειάζεται αναζήτηση στα αρμόδια κτηματολογικά γραφεία και, όπου εφαρμόζεται, στα υποθηκοφυλακεία. Ο κληρονόμος πρέπει να γνωρίζει πού να απευθυνθεί, να αποδείξει κάθε φορά ότι δικαιούται την πληροφορία και να συνθέσει μόνος του τα επιμέρους στοιχεία.
Η σχεδιαζόμενη πλατφόρμα λοιπόν φιλοδοξεί να συγκεντρώσει αυτές τις πληροφορίες σε μία πύλη.
Στο ενεργητικό της κληρονομιάς προβλέπεται να εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, ακίνητα, τραπεζικοί λογαριασμοί, επενδύσεις και εταιρικά μερίδια.
Στο παθητικό θα αποτυπώνονται οφειλές προς φορείς όπως η ΑΑΔΕ και ο e-ΕΦΚΑ, καθώς και τραπεζικές και άλλες βεβαιωμένες υποχρεώσεις. Έτσι ο ενδιαφερόμενος θα μπορεί να εξετάζει την οικονομική εικόνα ως σύνολο, αντί να βλέπει μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που ήδη γνωρίζει.
Αυτό έχει σημασία ακόμη και σε μια κληρονομιά που αρχικά φαίνεται συμφέρουσα. Ένα ακίνητο μπορεί να έχει αξία, αλλά η ύπαρξή του από μόνη της δεν απαντά στο ερώτημα τι συνοδεύει την περιουσία που αφήνει ο θανών. Αντίστοιχα, μια οικογένεια μπορεί να γνωρίζει ότι υπήρχε δάνειο, χωρίς να έχει σαφή εικόνα για το υπόλοιπό του ή για άλλα χρέη. Η συγκεντρωμένη ενημέρωση θα βοηθήσει τους κληρονόμους να θέσουν τα σωστά ερωτήματα σε δικηγόρο, συμβολαιογράφο ή φοροτεχνικό πριν προχωρήσουν στις επόμενες ενέργειες.
Γιατί μετρά ο χρόνος
Η ανάγκη για γρήγορη πληροφόρηση συνδέεται όμως και με τις προθεσμίες της κληρονομικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, η προθεσμία αποποίησης είναι κατά κανόνα τέσσερις μήνες από τότε που ο κληρονόμος έμαθε ότι καλείται στην κληρονομιά και για ποιον λόγο.
Προβλέπεται προθεσμία ενός έτους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που συνδέονται με κατοικία ή διαμονή στο εξωτερικό. Η αφετηρία της προθεσμίας έχει σημασία και πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δεδομένα κάθε υπόθεσης.
Άλλη είναι η προθεσμία για τη δήλωση φόρου κληρονομιάς. Η ΑΑΔΕ αναφέρει ότι η δήλωση υποβάλλεται, κατά κανόνα, μέσα σε εννέα μήνες όταν ο θάνατος επήλθε στην Ελλάδα και μέσα σε ένα έτος στις προβλεπόμενες περιπτώσεις εξωτερικού. Οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετικό σκοπό και διαφορετικές προθεσμίες. Γι’ αυτό η δυνατότητα να συγκεντρώνονται νωρίς αξιόπιστα στοιχεία θα είχε πρακτική αξία, χωρίς να απαλλάσσει τον κληρονόμο από την ανάγκη να παρακολουθεί τις υποχρεώσεις του.
Ήδη ορισμένα βήματα της κληρονομικής διαδικασίας γίνονται ψηφιακά. Μέσω της ΑΑΔΕ υποβάλλονται δηλώσεις φόρου κληρονομιάς, ενώ από το gov.gr παρέχεται δυνατότητα έκδοσης πιστοποιητικού περί μη αποποίησης. Πρόκειται όμως για επιμέρους υπηρεσίες με διαφορετικό αντικείμενο. Η νέα πρόταση αφορά τη συγκέντρωση οικονομικών δεδομένων που σήμερα πρέπει να αναζητηθούν από περισσότερες πηγές.
Πώς θα προστατεύονται τα στοιχεία
Μία τέτοια υπηρεσία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυστηρό έλεγχο πρόσβασης. Οι πληροφορίες για καταθέσεις, επενδύσεις και οφειλές δεν μπορούν να δίνονται σε οποιονδήποτε επικαλείται συγγενική σχέση με τον θανόντα. Θα πρέπει να καθοριστεί ποια έγγραφα αποδεικνύουν το κληρονομικό δικαίωμα, ποιος θα πιστοποιεί τον αιτούντα και σε ποια στοιχεία θα επιτρέπεται να έχει πρόσβαση.
Στον σχεδιασμό προβλέπεται η εφαρμογή κανόνων ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Εξίσου κρίσιμο θα είναι να οριστεί πώς θα διορθώνεται ένα λανθασμένο ή παλιό στοιχείο και πώς θα ενημερώνεται ο κληρονόμος για την προέλευση κάθε πληροφορίας. Μια συγκεντρωτική εικόνα είναι χρήσιμη μόνο εφόσον ο πολίτης μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς δείχνει και πότε ενημερώθηκε.
Την επεξεργασία του εγχειρήματος έχει αναλάβει ομάδα εργασίας με τη συμμετοχή νομικών, δικαστικών λειτουργών και υπηρεσιακών στελεχών, υπό την προεδρία του καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Γεωργίου Λέκκα. Στο έργο της περιλαμβάνεται η διαμόρφωση του πλαισίου που θα επιτρέψει τη συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων και την πρόσβαση των δικαιούχων στις πληροφορίες.
Το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς θα περιλαμβάνει η ψηφιακή εικόνα της κληρονομιάς. Από αυτό θα εξαρτηθεί και το εάν ο πολίτης θα μπορεί πράγματι να αποκτά, με μία αίτηση, μια ουσιαστική βάση για τις αποφάσεις του και ποια πρόσθετη έρευνα θα εξακολουθεί να χρειάζεται σε κάθε υπόθεση.
