Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ανθεκτικότητα, με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να παραμένουν ο βασικός μοχλός της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας, ενώ για το 2026 προβλέπεται νέα ενίσχυση της δραστηριότητάς τους, με αύξηση της απασχόλησης κατά 4,1% και της προστιθέμενης αξίας κατά 6,5%. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση δρομολογεί νέα χρηματοδοτικά και φορολογικά μέτρα, ύψους δισεκατομμυρίων, για να στηρίξει τις επενδύσεις, να μειώσει το κόστος και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ΜμΕ, σε μια περίοδο που η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και οι διεθνείς αβεβαιότητες δημιουργούν νέες πιέσεις.

Πιο αναλυτικά

Η ελληνική οικονομία διατηρεί την ανοδική της πορεία, επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα απέναντι στις εξωτερικές προκλήσεις, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικό πυλώνα του παραγωγικού ιστού της χώρας, σύμφωνα με το νέο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.

Το πραγματικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του έτους, με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η οικονομική μεγέθυνση στηρίχθηκε στην εγχώρια ζήτηση και συγκεκριμένα στις επενδύσεις, καθώς και στην ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση.

Οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 9% σε ετήσια βάση, ενώ η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση ενισχύθηκαν κατά 0,9% και 2,4% αντίστοιχα.

Από την πλευρά της παραγωγής, η πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία αυξήθηκε κατά 1,6% σε ετήσια βάση, με τη βιομηχανία και τις κατασκευές να καταγράφουν άνοδο 2,8% και 13,3% αντίστοιχα. Στις υπηρεσίες, τις μεγαλύτερες αυξήσεις παρουσίασαν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, κατά 6,2%, καθώς και ο κλάδος ενημέρωσης και επικοινωνίας, κατά 5%.

Οι ΜμΕ στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 99,9% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, το 84,6% της απασχόλησης και το 58,3% της προστιθέμενης αξίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2025 στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 97 ΜμΕ ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 75 ΜμΕ κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι ελληνικές ΜμΕ παρουσιάζουν ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική τα τελευταία χρόνια, καταγράφοντας υψηλούς ρυθμούς αύξησης τόσο σε επίπεδο απασχόλησης όσο και προστιθέμενης αξίας. Καθοριστική είναι η συμβολή των πολύ μικρών επιχειρήσεων, με λιγότερους από 10 εργαζομένους, οι οποίες εμφανίζουν διψήφιους ρυθμούς αύξησης της προστιθέμενης αξίας από το 2023.

Οι επιδόσεις αυτές στηρίχθηκαν, μεταξύ άλλων, στην ισχυρή ανάκαμψη της εγχώριας και εξωτερικής ζήτησης μετά την πανδημία, στις αυξημένες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις με τη συμβολή των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, καθώς και σε φορολογικές και ασφαλιστικές παρεμβάσεις.

Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο λειτούργησε ως βασικός μηχανισμός χρηματοδότησης επενδύσεων και μετασχηματισμού των ελληνικών ΜμΕ.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, οι συνολικές εγκεκριμένες επιχορηγήσεις προς τις ΜμΕ ανήλθαν σε 1,61 δισ. ευρώ, καλύπτοντας ανάγκες που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την πράσινη μετάβαση, την έρευνα και την καινοτομία. Παράλληλα, οι δανειακές συμβάσεις ΜμΕ ανήλθαν σε 489, με συνολικό προϋπολογισμό 5,6 δισ. ευρώ.

Αύξηση 6,5% στην προστιθέμενη αξία των ΜμΕ το 2026

Ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων αναμένεται να στηρίξει και φέτος τη δυναμική των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η απασχόληση στις ΜμΕ αναμένεται να αυξηθεί κατά 4,1% το 2026, ενώ η αποπληθωρισμένη προστιθέμενη αξία εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί κατά 6,5%.

Για ακόμη μία χρονιά καθοριστική αναμένεται να είναι η συμβολή των πολύ μικρών επιχειρήσεων. Η απασχόληση σε αυτές εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 7,6%, ποσοστό που αποτελεί τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ-27, ενώ η προστιθέμενη αξία προβλέπεται να ενισχυθεί κατά 13,2%, καταγράφοντας τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση μετά την Τσεχία.

Οι προκλήσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Παρά τις θετικές επιδόσεις των τελευταίων ετών, οι ΜμΕ εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικές προκλήσεις. Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας περιορίζει μία σημαντική πηγή επενδυτικής στήριξης, ενώ η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και η μεταβλητότητα των τιμών της ενέργειας επιβαρύνουν το λειτουργικό κόστος.

Παράλληλα, η ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω του τεχνολογικού και ψηφιακού μετασχηματισμού παραμένει κρίσιμη για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Παράγοντες όπως η αύξηση του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων, η ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης και η κατάρτιση ολοκληρωμένων επιχειρησιακών σχεδίων μπορούν, σύμφωνα με την ανάλυση, να βελτιώσουν περαιτέρω την πρόσβαση των ΜμΕ σε πηγές χρηματοδότησης.

Τα νέα μέτρα για χρηματοδότηση, φορολογία και επενδύσεις

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και ενόψει της ολοκλήρωσης του ΤΑΑ, το πακέτο μέτρων που ανακοινώθηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης επιχειρεί να διατηρήσει τη δυναμική των ΜμΕ και να ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους.

Οι παρεμβάσεις στοχεύουν στη βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση, στη μείωση του φορολογικού βάρους, στην ενθάρρυνση των επενδύσεων και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μέσω της μείωσης του λειτουργικού κόστους.

Μεταξύ των μέτρων περιλαμβάνεται η δημιουργία δύο νέων προγραμμάτων στήριξης ΜμΕ μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, συνολικού ύψους 1,5 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων και την κάλυψη αναγκών ρευστότητας.

Προβλέπεται επίσης η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος στη Θεσσαλονίκη και την Περιφέρεια από το 2027 και στην Αττική από το 2029, καθώς και η σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου νομικών προσώπων κατά 5% ετησίως, αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος 2028, μέχρι να διαμορφωθεί στο 50% από 80% σήμερα.

Στα μέτρα περιλαμβάνεται ακόμη η στήριξη ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών μέσω απαλλαγής από προσαυξήσεις κατά τον υπολογισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος για συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες, η μείωση της προκαταβολής φόρου ατομικών επιχειρήσεων και ο μηδενισμός του φορολογικού συντελεστή για κατά κύριο επάγγελμα αγρότες έως του ποσού των 20.000 ευρώ.

Παράλληλα, θεσπίζονται επιταχυνόμενες αποσβέσεις σε έξι αντί για δέκα έτη για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό που θα πραγματοποιούνται από το 2027 και μετά, ενώ προβλέπεται αύξηση του εθνικού και συγχρηματοδοτούμενου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Το ανώτατο ύψος επιστροφής επενδυτικού R&D Clawback αυξάνεται από 150 εκατ. ευρώ σε 200 εκατ. ευρώ για τα επενδυτικά σχέδια που θα εγκριθούν τη διετία 2026-2027.

Τέλος, προβλέπεται νέο πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης πολύ μικρών επιχειρήσεων, ύψους 395 εκατ. ευρώ, από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο. Το πρόγραμμα αφορά 12.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις και έχει στόχο να συμβάλει στη μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας.