Ένας στους οκτώ εργαζόμενους στην Ελλάδα βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια δουλειά που δεν θα επέλεγε αν είχε άλλη δυνατότητα. Εργάζεται με μερική απασχόληση, με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή σε άλλες ευέλικτες μορφές εργασίας, όχι επειδή το επιθυμεί, αλλά επειδή δεν μπορεί να βρει μια σταθερή θέση πλήρους απασχόλησης.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται στα τελευταία στοιχεία του Eurofound, του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, τα οποία κατατάσσουν την Ελλάδα στην έκτη θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ακούσια μη σταθερή απασχόληση. Με ποσοστό 12,5%, η χώρα βρίσκεται αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβεβαιώνοντας ότι η εργασιακή επισφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Παράλληλα, η έρευνα καταρρίπτει και έναν διαδεδομένο μύθο: ότι το φαινόμενο αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα ή τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Eurofound, σχεδόν ένας στους 11 εργαζόμενους στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε αντίστοιχο καθεστώς, γεγονός που δείχνει ότι η επισφάλεια αποτελεί πλέον ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν μεγάλες. Η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση της σχετικής κατάταξης, πίσω από την Ιταλία (18,4%), την Ισπανία (17%), την Κύπρο (15%), την Πορτογαλία (13,3%) και τη Φινλανδία (13,2%).
Στον αντίποδα, χώρες όπως η Ρουμανία και η Λιθουανία καταγράφουν ποσοστά κάτω από το 2%, ενώ στις ισχυρές οικονομίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης η εικόνα είναι αισθητά καλύτερη. Στη Γερμανία, την Αυστρία, τη Δανία, την Ολλανδία και την Ιρλανδία τα ποσοστά κυμαίνονται μόλις μεταξύ 4% και 5%.
Τι σημαίνει στην πράξη η εργασιακή επισφάλεια
Ο όρος που χρησιμοποιεί το Eurofound είναι Involuntary Non-standard Employment (INE), δηλαδή ακούσια μη σταθερή απασχόληση.
Πίσω από τον τεχνικό αυτό ορισμό βρίσκονται εκατομμύρια εργαζόμενοι που μετακινούνται διαρκώς από τη μία προσωρινή θέση στην άλλη, από μια σύμβαση ορισμένου χρόνου σε μια νέα, ή από μια θέση μερικής απασχόλησης σε κάποια άλλη αντίστοιχη.
Πρόκειται για ανθρώπους που θα προτιμούσαν μια σταθερή θέση πλήρους απασχόλησης, αλλά αδυνατούν να τη βρουν.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του Eurofound, οι εργαζόμενοι αυτοί καλούνται να επωμιστούν το κόστος της ευελιξίας της αγοράς εργασίας χωρίς να απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματά της.
Το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερες αποδοχές, περιορισμένα ασφαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα, μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια και μικρότερες δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και εκπαίδευσης.
Οι γυναίκες και οι νέοι στο επίκεντρο
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ορισμένες κοινωνικές ομάδες επηρεάζονται δυσανάλογα περισσότερο.
Οι γυναίκες, οι νέοι κάτω των 30 ετών, οι πολίτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι εργαζόμενοι με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο εμφανίζουν σημαντικά αυξημένες πιθανότητες να βρεθούν σε καθεστώς επισφαλούς εργασίας.

Το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών αποδίδεται κυρίως στη μερική απασχόληση. Σύμφωνα με το Eurofound, σε αρκετές περιπτώσεις οι γυναίκες παραμένουν εγκλωβισμένες σε ευέλικτες μορφές εργασίας λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπου οι εργοδότες αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη επιφύλαξη τις εργαζόμενες εξαιτίας πιθανών υποχρεώσεων μητρότητας.
Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των δύο φύλων καταγράφονται στη Γαλλία και τη Γερμανία, ενώ μικρότερες εμφανίζονται στην Πολωνία, τη Λιθουανία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι κλάδοι με το μεγαλύτερο πρόβλημα
Η επισφάλεια δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλη την οικονομία.
Σύμφωνα με την έρευνα, υψηλότερα ποσοστά ακούσιας μη σταθερής απασχόλησης εντοπίζονται στη γεωργία, στις υπηρεσίες φιλοξενίας, στις διοικητικές υπηρεσίες, καθώς και σε πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Αντίστοιχα, οι χειρωνακτικές εργασίες και τα επαγγέλματα χαμηλής εξειδίκευσης εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο εργασιακής επισφάλειας σε σχέση με άλλες κατηγορίες εργαζομένων.
Όταν η μερική απασχόληση αποτελεί συνειδητή επιλογή
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της εικόνας. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες η μερική απασχόληση δεν συνδέεται απαραίτητα με την επισφάλεια. Αντιθέτως, αποτελεί συνειδητή επιλογή των εργαζομένων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ολλανδία, όπου περίπου το 45% των εργαζομένων που απασχολούνται με μειωμένο ωράριο δηλώνουν ότι προτίμησαν οι ίδιοι αυτή τη μορφή εργασίας αντί μιας πλήρους απασχόλησης.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στο Βέλγιο, όπου ειδικά προγράμματα ευελιξίας έχουν σχεδιαστεί ώστε να διευκολύνουν τον συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής.
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό συμπέρασμα της έρευνας. Η ευελιξία στην αγορά εργασίας δεν είναι από μόνη της αρνητική. Γίνεται όμως πρόβλημα όταν παύει να είναι επιλογή και μετατρέπεται σε αναγκαστική λύση.
Και όπως δείχνουν τα στοιχεία, για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί καθημερινότητα.
