Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχωρά σε ουσιαστική αναμόρφωση του τρόπου με τον οποίο διενεργεί επιτόπιους ελέγχους στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Επιδίωξή της είναι η εποπτεία να γίνεται ταχύτερα, να εστιάζει περισσότερο στα κρίσιμα σημεία και να ανταποκρίνεται καλύτερα στους πραγματικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει κάθε ίδρυμα. Η νέα προσέγγιση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, ευρύτερα γνωστού ως SSM, επηρεάζει άμεσα και τις τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας. Πρόκειται για την Alpha Bank, τη Eurobank, την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς, οι οποίες εποπτεύονται απευθείας από την ΕΚΤ.
Στον πυρήνα των αλλαγών βρίσκεται η εγκατάλειψη μιας περίπου ενιαίας μεθοδολογίας για όλους τους επιτόπιους ελέγχους, τόσο ως προς τη διάρκειά τους και την έκτασή τους όσο και ως προς τους πόρους που απαιτούν. Εκεί όπου διαπιστώνεται ουσιαστικός κίνδυνος θα στρέφουν πλέον κυρίως την προσοχή τους οι εποπτικές ομάδες, διαμορφώνοντας αναλόγως το εύρος και την ένταση κάθε έρευνας. Ενδεικτική περίπτωση είναι η εξέταση των δανειακών φακέλων. Αντί να εφαρμόζεται ο ίδιος τρόπος ελέγχου σε κατηγορίες χαρτοφυλακίων με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά, η έκταση της αξιολόγησης θα συνδέεται πιο άμεσα με τον βαθμό κινδύνου που εκτιμάται για καθεμία από αυτές.
Την ίδια στιγμή, η ΕΚΤ θεσπίζει μια νέα κατηγορία εξαιρετικά στοχευμένων επιτόπιων αποστολών, οι οποίες θα ολοκληρώνονται σε συντομότερο διάστημα και θα ανατίθενται σε ολιγομελείς ομάδες. Μια τέτοια αποστολή θα μπορεί, ενδεικτικά, να ενεργοποιείται για τη διερεύνηση ενός συγκεκριμένου προβλήματος ή για να εξακριβωθεί αν κάποια τράπεζα ολοκλήρωσε διορθωτικές παρεμβάσεις που της είχαν ζητηθεί παλαιότερα. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση αποτελεί τμήμα της ευρύτερης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας που έχει δρομολογήσει η ΕΚΤ για την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία. Βασικός σκοπός είναι να περιοριστούν οι μη αναγκαίες διαδικασίες και οι διαθέσιμοι εποπτικοί πόροι να κατευθύνονται στα πεδία όπου καταγράφονται οι σοβαρότερες αδυναμίες.
Περιορίζονται τα επαναλαμβανόμενα αιτήματα στις τράπεζες
Παρεμβάσεις προβλέπονται και για το στάδιο πριν από την άφιξη των εποπτών στο υπό έλεγχο πιστωτικό ίδρυμα. Κατά την έναρξη κάθε αποστολής, οι ελεγκτικές ομάδες θα διαθέτουν πιο συγκεκριμένη εντολή και σαφέστερα οριοθετημένο πεδίο έρευνας, ενώ θα αξιοποιούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις πληροφορίες που βρίσκονται ήδη στη διάθεση του SSM. Έτσι, η ΕΚΤ επιδιώκει να μειώσει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες διαφορετικές εποπτικές μονάδες ζητούν κατ’ επανάληψη από την ίδια τράπεζα πανομοιότυπα ή συναφή δεδομένα. Συγχρόνως, διευρύνεται η συνεργασία ανάμεσα στους επιτόπιους ελεγκτές και στις Κοινές Εποπτικές Ομάδες, γνωστές ως Joint Supervisory Teams, οι οποίες παρακολουθούν διαρκώς κάθε σημαντικό πιστωτικό ίδρυμα. Η επιδίωξη είναι τα πορίσματα των επιτόπιων ερευνών να μην αντιμετωπίζονται ως αποκομμένη διαδικασία, αλλά να ενσωματώνονται ταχύτερα στην καθημερινή εποπτική παρακολούθηση της τράπεζας και, όταν αυτό απαιτείται, να οδηγούν σε συγκεκριμένα μέτρα.
Κεντρικό ρόλο στο νέο μοντέλο θα έχουν εφεξής τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως και συνολικά οι τεχνολογίες SupTech που αναπτύσσονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μέσω αυτών, οι επόπτες θα μπορούν να αναλύουν σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες πληροφοριών, αλλά και να αντιπαραβάλλουν ένα εύρημα από συγκεκριμένη τράπεζα με ανάλογες περιπτώσεις οι οποίες έχουν εντοπιστεί σε άλλα ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα. Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνέπειας των αποφάσεων που λαμβάνει ο SSM, καθώς και στην περισσότερο ομοιόμορφη εφαρμογή των εποπτικών κανόνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στα συστήματα που έχουν ήδη δημιουργηθεί περιλαμβάνεται το Medusa, το οποίο υποστηρίζει τους επόπτες στην ανάλυση και την αντιπαραβολή παλαιότερων ευρημάτων και μέτρων εποπτείας. Το εργαλείο προσφέρει δυνατότητες αναζήτησης, παραγωγής αναφορών, στατιστικής επεξεργασίας και οπτικοποίησης των δεδομένων, ενώ συμβάλλει και στον έλεγχο της συνέπειας με την οποία διατυπώνονται καινούργια ευρήματα. Διαθέσιμη είναι επίσης η Athena, σχεδιασμένη ώστε να επεξεργάζεται μεγάλες ποσότητες εποπτικών εγγράφων. Μεταξύ άλλων, μπορεί να αναζητά πληροφορίες στο εσωτερικό κειμένων, να προχωρά σε σύνοψη και ταξινόμησή τους, να συνδράμει στη μετάφραση και να αναγνωρίζει τις πηγές στις οποίες στηρίζεται μια πληροφορία. Στις εφαρμογές που έχει αναπτύξει η ΕΚΤ συγκαταλέγονται ακόμη το Heimdall, το οποίο αξιοποιείται κατά τις διαδικασίες αξιολόγησης της καταλληλότητας στελεχών, και το Delphi, που συνδέεται με τον εντοπισμό νέων αλλά και αναδυόμενων κινδύνων.
Αυξημένη διαφάνεια κατά την εξέλιξη των ελέγχων περιλαμβάνεται επίσης στις προβλέψεις του νέου πλαισίου. Το αντικείμενο κάθε αποστολής θα γνωστοποιείται με μεγαλύτερη σαφήνεια στις τράπεζες, ενώ οι αρμόδιες εποπτικές ομάδες θα οφείλουν να τις ειδοποιούν έγκαιρα εφόσον εμφανιστεί κάποιο εύρημα που ενδέχεται να είναι σημαντικό. Με αυτή την ενημέρωση, το πιστωτικό ίδρυμα θα έχει τη δυνατότητα είτε να καταθέσει συμπληρωματικές πληροφορίες είτε να διευκρινίσει πραγματικά δεδομένα προτού λάβει οριστική μορφή η σχετική έκθεση. Η διαδικασία δεν παρέχει στην τράπεζα τη δυνατότητα παρέμβασης στο τελικό συμπέρασμα. Επιτρέπει, ωστόσο, να εξετάζονται εγκαίρως ενδεχόμενες ανακρίβειες, όπως και διαφωνίες που αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης.
Τα πρώτα αποτελέσματα από την αλλαγή μπορούν ήδη να αποτυπωθούν με αριθμούς. Όπως αναφέρει η ΕΚΤ, οι εκθέσεις επιτόπιων ελέγχων που, μέσα στο 2026, συντάχθηκαν ήταν κατά μέσο όρο περίπου 20% συντομότερες σε σύγκριση με εκείνες του 2025. Παράλληλα, ο μέσος χρόνος που μεσολαβεί από την έναρξη έρευνας έως την έκδοση της τελικής έκθεσης περιορίστηκε στις 29 εβδομάδες, από 33 προηγουμένως. Οι συντομότερες εκθέσεις και η επιτάχυνση των διαδικασιών, πάντως, δεν σημαίνουν ότι οι έλεγχοι χαλαρώνουν, όπως διευκρινίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στόχος είναι οι επόπτες να διαθέτουν λιγότερο χρόνο σε διαδικασίες με χαμηλή προστιθέμενη αξία και περισσότερο στα ζητήματα που είναι πράγματι δυνατό να επηρεάσουν τη λειτουργία και τη σταθερότητα μιας τράπεζας.
