Το άρθρο φωτίζει τη δραματική μοίρα των Ελλήνων αιχμαλώτων και τραυματιών στη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπως την καταγράφουν δύο ιστορικοί στο νέο τους βιβλίο: περισσότεροι από 34.000 στρατιώτες συνελήφθησαν ή παραδόθηκαν και πολλοί βρήκαν τον θάνατο είτε στις πορείες προς τα στρατόπεδα —τον λεγόμενο «ερυθρό θάνατο»— είτε μέσα σε αυτά, στον «λευκό θάνατο» της εξόντωσης από κακουχίες, πείνα και ασθένειες. Το κείμενο παραθέτει συγκλονιστικές μαρτυρίες για εκτελέσεις, βασανισμούς και μαζικές σφαγές τραυματιών από τις τουρκικές δυνάμεις, υπογραμμίζοντας ότι η αιχμαλωσία στη Μικρά Ασία υπήρξε για χιλιάδες Έλληνες μια πορεία χωρίς επιστροφή.
Πιο αναλυτικά
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, του «ευγενικού πανηγυριού Αναστάσεως της Ελλάδος» όπως τη χαρακτήριζε ο λοχαγός πυροβολικού Β. Σ. Ασημάκης, εκφράζοντας ουσιαστικά την αντίληψη του μέσου Έλληνα για το όραμα της Μεγάλης Ιδέας το οποίο γαλούχησε τρεις γενιές Ελλήνων, οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις συνέλαβαν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες μας, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε υπέρμετρα ύστερα από την αντεπίθεση της 13ης Αυγούστου 1922 που οδήγησε στην Καταστροφή της Σμύρνης.
34.000 αιχμάλωτοι κατά την υποχώρηση
Ενώ ο στρατός μας υποχωρούσε άτακτα και ασύντακτα, περισσότεροι από 34.000 Έλληνες αξιωματικοί και οπλίτες συνελήφθησαν ή παραδόθηκαν στον εχθρό και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αναφέρουν στο νέο τους βιβλίο με τίτλο «Η τραγική Ιστορία των Ελλήνων αιχμαλώτων στη Μικρά Ασία, 1919-1924» (που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μίνωας»), ο επίκουρος καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων Νίκος Σ. Κανελλόπουλος και ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και διευθυντής στο Ιστορικό Αρχείο της Εκκλησίας της Ελλάδος Νίκος Φ. Τόμπρος. Οι καθηγητές επιχειρούν να αναδείξουν μια πτυχή της Μικρασιατικής Καταστροφής η οποία μας πονάει ως έθνος, ωστόσο αποτελεί μέρος της Ιστορίας.

Οι δύο περίοδοι θανάτου
Όπως σημειώνουν, η αιχμαλωσία αυτών των ανθρώπων μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους, η καθεμία από τις οποίες διαθέτει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη περίοδος, στην οποία σημειώθηκαν ομαδικές εκτελέσεις και βιαιότητες από Τούρκους στρατιώτες, λιντσαρίσματα και δολοφονίες, μαζικοί θάνατοι από επιδημίες, ασθένειες, κακουχίες και ελλείψεις σε τρόφιμα και νερό, διήρκεσε τουλάχιστον έξι έως οκτώ εβδομάδες. Έχει δε άμεση σχέση με τις πολύωρες πεζοπορίες των αιχμαλώτων προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου επρόκειτο να εγκατασταθούν. Επειδή κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος τα ποσοστά θνησιμότητας των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου υπήρξαν ιδιαίτερα υψηλά (30-50%), η περίοδος αυτή ονομάστηκε από όσους τη βίωσαν αλλά και από τη Διεθνή Επιτροπή που συγκρότησε το 1923 ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός «ερυθρός θάνατος».
Η επόμενη χρονική περίοδος (μέγιστης χρονικής διάρκειας για κάποιους αιχμαλώτους από τον Νοέμβριο του 1922 και έως τον Απρίλιο του 1924) σχετίστηκε με «το βραδύ έργον της εξοντώσεως» των αιχμαλώτων εντός των στρατοπέδων. Την πολύμηνη αυτή παραμονή των Ελλήνων στρατιωτών στα τουρκικά στρατόπεδα συγκέντρωσης της Μικράς Ασίας η προαναφερθείσα επιτροπή την αποκάλεσε «λευκό θάνατο», αφού τα ποσοστά θνησιμότητας συνέχισαν να είναι υψηλά.

Όσον αφορά τους τραυματίες, οι περισσότεροι από αυτούς, επειδή δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τους συστρατιώτες τους σε ασφαλείς περιοχές, αφέθηκαν στις τουρκικές δυνάμεις, με την ελπίδα πως θα λάμβαναν απ’ αυτές τη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στην πλειονότητά τους, όμως, οι συγκεκριμένοι αιχμάλωτοι σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες, αντί να σταλούν σε νοσοκομεία, σε στρατόπεδα ή και να επαναπατριστούν άμεσα, εκτελέστηκαν βίαια από τους δεσμώτες τους.
Όσοι φώναζαν τους έμπηγαν το μαχαίρι στο λαιμό
Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία για την τύχη των τραυματιών που καταγράφει στα απομνημονεύματά του ο λοχίας της 9ης Μεραρχίας Κωνσταντίνος Ι. Πολίτης, ο οποίος επισημαίνει χαρακτηριστικά πως «έξω πτώματα ήσαν πολλά και πολλοί τραυματίες βογκούσαν και ζητούσαν βοήθεια. Πώς όμως να τους βοηθήσης, με τι τρόπο; Όσοι φώναζαν τους έμπηγαν (σ.σ. οι Τούρκοι στρατιώτες) το μαχαίρι στο λαιμό και τελείωναν».
Θα πρέπει να επισημανθεί πάντως ότι η παράδοση ενός Έλληνα στρατιώτη στις εχθρικές δυνάμεις δεν συνεπαγόταν πάντοτε τη μεταφορά και αιχμαλωσία του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αυτό προκύπτει και από το ημερολόγιο του πτέραρχου Εμμανουήλ Κελαϊδή, που συμμετείχε ως οπλίτης του 7ου Συντάγματος Πεζικού της 5ης Μεραρχίας στις επιθετικές επιχειρήσεις του Ιουνίου – Ιουλίου 1921. Πρόκειται για πρόσωπο αξιόπιστο, το οποίο σταδιοδρόμησε στην Αεροπορία φτάνοντας μέχρι και τη θέση του Αρχηγού ΓΕΑ. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτόν, στην περιοχή του Ουτς Σεράι: «Μετά την μάχην ευρέθημεν προ του εξής φρικιαστικού θεάματος: 15-20 στρατιώται οι οποίοι είχον συλληφθή αιχμάλωτοι, είχον τεθεί σε σειρά, γυμνοί και με κομμένα τα γεννητικά των όργανα».
Προτιμούσαν να τους σκοτώνουν παρά να τους συλλαμβάνουν
Ήταν πολύ συνηθισμένη πρακτική των Τούρκων εθνικιστών και των τσετών, των άτακτων δηλαδή τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, να μη συλλαμβάνουν αιχμαλώτους, αλλά να τους σκοτώνουν. Σχετικά με τη συμπεριφορά των Τούρκων οπλιτών απέναντι στους Έλληνες τραυματίες, ενδεικτικά είναι τα όσα σημειώνει ο συνταγματάρχης Παναγιωτάκος σε Έκθεση Πεπραγμένων του, για τις στρατιωτικές μας επιχειρήσεις σε βάρος τσετών τον Απρίλιο του 1922:

«Ούτω καθ’ όλον σχεδόν το μήκος της στενωπού υπήρχον πτώματα Στρατιωτών μας, γράφει. Πάντα ήσαν άταφα, τελείως απογυμνωμένα. Πάντα σχεδόν έφερον απανθρώπους κακώσεις, ως αποτμήσεις γεννητικών οργάνων, του οπισθίου μέρους του Σώματος, χειρών, εξωρυγμένους οφθαλμούς, τραύματα διά μαχαιρών και πελέκεων, τινά έφερον δεδεμένους τους δύο πόδας. Προφανώς ούτοι, τραυματίαι όντες υπεβλήθησαν εις ακατανομάστους βασάνους. Εις υπόγειον οικίας του χωρίου Σούλια ευρέθησαν δύο πτώματα Στρατιωτών μας κρεουργημένα. Ούτοι πιθανώς ελαφρώς τραυματίαι εκ του αποσπάσματος του Ανθ/γού Κυρκίδου κατέφυγον εκεί, όπως διασωθώσιν και κατεκρεουργήθησαν υπό των κατοίκων. Επίσης ανευρέθησαν είδη ιματισμού αξιωματικών και οπλιτών προερχόμενα εκ σκυλεύσεως των νεκρών».
Μαζική εξόντωση
Η θανάτωση, λοιπόν, Ελλήνων αιχμαλώτων και τραυματιών ήταν μια πάγια τακτική, που πολύ συχνά πραγματοποιούνταν με βάναυσο και απάνθρωπο τρόπο. Αυτού του είδους οι βίαιες συμπεριφορές των Τούρκων στρατιωτών συνεχίστηκαν και μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Συγκεκριμένα, μετά τη μάχη του Αλή Βεράν (17 Αυγούστου 1922) οι τραυματίες, επειδή δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους συστρατιώτες τους που υποχωρούσαν, παρέμειναν στην ομώνυμη κοιλάδα, όπου και εξοντώθηκαν μαζικά από τις εχθρικές δυνάμεις.
Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του καταγόμενου από την Ανατολική Θράκη Δημήτριου Καρυοφυλλάκη, ο οποίος επισημαίνει με απόλυτο τρόπο ότι: «Ούτε ένας τραυματίας δεν γλύτωσε από την κοιλάδα του Αλή-Βεράν για αιχμαλωσία». Ο προαναφερθείς τουρκομαθής Έλληνας στρατιώτης τραυματίστηκε σε μάχη και από τύχη γλίτωσε την εκτέλεση τέσσερις φορές. Ο βασικός λόγος που ο Θρακιώτης στρατιώτης επιβίωσε στην αιχμαλωσία υπήρξε η ανθρωπιστική συμπεριφορά που επέδειξε σε αυτόν ένας Τούρκος λοχίας, ο οποίος, έχοντας πληροφορηθεί τις καλές συνθήκες διαβίωσης του αιχμάλωτου αδελφού του στην Ελλάδα, θέλησε να «ευεργετήσει» κάποιον Έλληνα αιχμάλωτο. Αυτός υπήρξε ο Δ. Καρυοφυλλάκης, τον οποίο ο λοχίας δήλωσε ως Τούρκο τραυματία. Με την ιδιότητά του αυτή ο εν λόγω στρατιώτης μπόρεσε να παρατηρήσει από κοντά την τύχη αρκετών ομοεθνών του, όπως των τραυματιών της 9ης Μεραρχίας, που είχαν εγκαταλειφθεί στο χειρουργείο της μεραρχίας και τους οποίους οι Τούρκοι, αφού τους σκότωσαν, έριξαν τα πτώματά τους σε χαράδρα.
Δεν συνάντησε κανέναν από τους 4.000 τραυματίες
Ο Πέτρος Αποστολίδης τέλος, που υπηρέτησε ως ιατρός Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μικρά Ασία, επισημαίνει παρομοίως:

«Στην καταραμένη αυτή χαράδρα (Αλή Βεράν ή χαράδρα του Τσάλκιοϊ), μέσα στα νοσοκομειακά αυτοκίνητα βρίσκονταν λέγαν 4.000 τραυματίες. Αυτοκίνητα και τραυματίες έμειναν όλα εκεί, καθώς και όλοι οι τραυματίες της μάχης. Τι απέγιναν όλοι αυτοί; (…) Από Τούρκους άκουσαν μερικοί αιχμάλωτοι ότι αφού φύγαμε εμείς, τους συγκέντρωσαν όλους σε ένα ρέμα, τους περιέλουσαν με βενζίνα και τους έκαψαν ζωντανούς. Είναι αλήθεια; Δεν μπορώ να ξέρω; Δεν μπορώ να το ξέρω, ούτε το αποκλείω, με τον φανατισμό και την αγριότητα που είχαν. Το γεγονός είναι ότι όλους τους σκότωσαν. Πώς; Ένας Θεός ξέρει. Πάντως εγώ, τον ένα χρόνο που έμεινα σαν γιατρός των αιχμαλώτων και όχι σε ένα μέρος αλλά κατά διαστήματα από τη Φιλαδέλφεια (Αλά Σεχίρ) μέχρι και το Αφιόν, δεν συνάντησα κανέναν».
