Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Το άρθρο ξεδιπλώνει την εντυπωσιακή και σκοτεινή διαδρομή του Γιώργου Κοσκωτά, από έναν νεαρό με πλαστό βιογραφικό που προσλήφθηκε στην Τράπεζα Κρήτης, μέχρι τον απόλυτο έλεγχό της και τη δημιουργία ενός ισχυρού μιντιακού και επιχειρηματικού ομίλου με πολιτικές διασυνδέσεις και εμπλοκή στον Ολυμπιακό. Μέσα από υπεξαιρέσεις, λογιστικά τεχνάσματα και την αδράνεια των θεσμών, κατάφερε να συγκεντρώσει τεράστια δύναμη πριν το σκάνδαλο αποκαλυφθεί και οδηγηθεί στη φυλακή, αφήνοντας πίσω του μία από τις πιο εμβληματικές υποθέσεις διαφθοράς στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Πιο αναλυτικά

Το βασικό ερώτημα είναι ένα: Πώς ένας άνθρωπος που εμφανίστηκε από το πουθενά βρέθηκε να επηρεάζει τράπεζες, media, αθλητικό σύλλογο και την πολιτική; Τα πάντα ξεκίνησαν από ένα πιστωτικό ίδρυμα. Μια τράπεζα από την Κρήτη. «Γιγαντώθηκαν» με εξαγορές και δημιουργία ομίλου ΜΜΕ, ενώ ιδιαίτερο ρόλο έπαιξε και η επιχειρηματική εμπλοκή σε μία από τις δύο μεγαλύτερες ομάδες της Ελλάδας. Μια εμπλοκή με σκοπό να ασκήσει επιρροή μέσω των οπαδών. Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία και η δράση του Γιώργου Κοσκωτά που εμφανίστηκε δίχως να τον γνωρίζει ο κόσμος, αλλά τον έμαθε για τα καλά. Απέκτησε χρήμα, δύναμη, διασυνδέσεις με την κυβέρνηση και στο τέλος μπήκε φυλακή. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, καταδικάστηκαν και πολιτικοί που τον βοήθησαν…

Η απορία παραμένει εύλογη: Πώς γίνεται να μην έχει ακόμη μεταφερθεί στον κινηματογράφο η πολυτάραχη ζωή του 72χρονου Ελληνοαμερικανού επιχειρηματία, Γιώργου Κοσκωτά, του ανθρώπου που στιγμάτισε τη χώρα μας στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990, ως πρωταγωνιστής ενός τεράστιου οικονομικοπολιτικού σκανδάλου που πήρε το όνομά του; Σχεδόν όλα όσα θα μπορούσε να ζητήσει ένας σεναριογράφος υπάρχουν ήδη στην πραγματική του ιστορία: υπεξαιρέσεις, απάτες, ταχεία κοινωνική άνοδο, μέσα ενημέρωσης, αθλητικό σωματείο, πολιτική εξουσία, φυγή στο εξωτερικό, σύλληψη, ακόμα και τηλεοπτική δίκη, όπου στο εδώλιο δεν θα βρεθεί μονάχα ο ίδιος αλλά μια σειρά υπουργών – ακόμη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Πριν από τρία χρόνια, είχε γραφτεί στον Τύπο πως ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός, Όλιβερ Στόουν, εξέταζε το ενδεχόμενο να κάνει ταινία τη ζωή του. Το σχέδιο μπορεί να μην προχώρησε, ωστόσο δύσκολα βρίσκει κανείς τον προηγούμενο αιώνα άλλη εγχώρια υπόθεση με τόσο έντονα χαρακτηριστικά πολιτικού θρίλερ.

Ο πρωταγωνιστής του πολυτάραχου σκανδάλου έφτασε σε νεαρή ηλικία στην Ελλάδα και ξεκίνησε να δουλεύει με πλαστό βιογραφικό ως υπάλληλος στην Τράπεζα Κρήτης. Πέντε χρόνια αργότερα κατάφερε να… αγοράσει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που εργαζόταν. Είπαμε, τα πάντα ξεκίνησαν από μια τράπεζα στην Κρήτη. Επόμενο βήμα για να εφαρμόσει το σχέδιό του ήταν να στήσει έναν δημοσιογραφικό όμιλο. Φτιάχνει το δικό του εκτυπωτικό συγκρότημα στην Παλλήνη, δημιουργεί έναν ισχυρό όμιλο μέσων ενημέρωσης που περιλαμβάνει τρεις εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας («24 Ώρες», «Καθημερινή» και «Βραδυνή»), έξι περιοδικά («ΕΝΑ», «ΚΑΙ», «TV3», «ΜΙΑ, «ΔΥΟ», «Τέταρτο») κι έναν ραδιοφωνικό σταθμό (Σκάι 100,4) και συναλλάσσεται με υψηλόβαθμα στελέχη της τότε κυβέρνησης – της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Καθώς γνώριζε καλύτερα από τον καθέναν την παράνομη επιχειρηματική του δράση, μέσω του μιντιακού συστήματος που έφτιαξε, αφενός είχε ένα μοχλό πίεσης προς την Κυβέρνηση και αφετέρου «πουλούσε» εκδούλευση και εξυπηρετήσεις – όπως εικάζεται πως έγινε με την εφημερίδα «Εβδόμη» την οποία αγόρασε με σκοπό να την κλείσει καθώς ενίοτε ήταν επικριτική προς την Κυβέρνηση Παπανδρέου. Και μαζί με όλα αυτά, επενδύει και στον αθλητισμό: Αποκτά το ποδοσφαιρικό τμήμα του Ολυμπιακού.

Από τον Ασπρόπυργο στις ΗΠΑ

Θα ξεκινήσουμε με τη διαδρομή του Γιώργου Κοσκωτά από την Ελλάδα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και τανάπαλιν, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο ισχυροποιήθηκε. Γεννήθηκε στον Ασπρόπυργο τον Οκτώβριο του 1954, σε ένα περιβάλλον στερήσεων. Η οικογένειά του αποφασίζει το 1969 να μετοικήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και βέβαια ο μικρός Γιώργος ακολουθεί. Βοηθάει στη δουλειά τον πατέρα του, Βασίλη, ο οποίος αναλαμβάνει επισκευές και ελαιοχρωματισμό παλαιών κτιρίων. Δύσκολη δουλειά, αλλά τουλάχιστον αποφέρει ένα ικανοποιητικό μεροκάματο. Δεν του αρέσει, όμως, να αφαιρεί παλιές ταπετσαρίες από τοίχους, να στοκάρει τρύπες, να τρίβει επιφάνειες και να βάφει τοίχους. Ταυτόχρονα παρακολουθεί μαθήματα οικονομικών και διοίκησης επιχειρήσεων στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο Fordham College at Lincoln Center καθώς και στο δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα Lehman College της Νέας Υόρκης.

Δηλώνει ψευδώς ότι είναι διδάκτωρ Οικονομικών

Πολλά χρόνια αργότερα θα δήλωνε ψευδώς στο δικαστήριο πως είναι διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, αλλά όπως αποδείχθηκε είχε έναν απλό προπτυχιακό τίτλο (Bachelor of Science). Ούτε καν μεταπτυχιακό, πολλώ δε μάλλον διδακτορικό. Οι σπουδές όμως τον βοηθούν να μάθει για τα καλά πώς λειτουργεί το χρήμα στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο και με ποιον τρόπο οι τράπεζες εξασφαλίζουν μεγαλύτερη ρευστότητα. Απασχολείται στη γνωστή χρηματοπιστωτική εταιρεία Merrill Lynch και φροντίζει κάποια από όσα έχει μάθει από τις διαλέξεις στο πανεπιστήμιο να τα κάνει πράξη. Αλλά από την αντίθετη πλευρά – όχι από αυτή της νομιμότητας. «Ο Γιώργος ήταν πολύ φιλόδοξος, το μυαλό του δούλευε πάντα», όπως είχε πει η σύζυγός του, Κάθι, με την οποία παντρεύονται το 1973.

Πλαστοί αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης και άλλες απάτες

Η αλήθεια είναι πως είχε μια παρόρμηση προς την ανάληψη κινδύνων. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, διαπράττει συνολικά 64 αξιόποινα αδικήματα (κυρίως απάτες, πλαστογραφίες, πλαστοπροσωπίες και υπεξαιρέσεις). Φτάνει στο σημείο να εκδώσει πλαστούς αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης, ενώ προσπαθεί να εισπράξει επιδόματα ανεργίας και επιστροφές φόρου εισοδήματος χωρίς να το δικαιούται. Τον Ιούνιο του 1979, πριν η Εισαγγελία των ΗΠΑ του απαγγείλει κατηγορίες, παίρνει το αεροπλάνο από τη Νέα Υόρκη και επιστρέφει, με τη δική του πλέον οικογένεια, πίσω στην Αθήνα. Το εντυπωσιακό είναι πως τα χρόνια που ακολούθησαν πηγαινοερχόταν πολλές φορές στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ποτέ δεν συνελήφθη.

Αρχικά διαμένει στο Παγκράτι, σε μια παλιά, απλή πολυκατοικία επί της οδού Δαμαγήτου 35, ενώ ταυτόχρονα ψάχνει για δουλειά. Χτυπά την πόρτα του δραστήριου νομικού, Ευάγγελου Γιαννόπουλου, τότε προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και οσονούπω βουλευτή με το ΠΑΣΟΚ (εξελέγη στις εκλογές του 1981, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ανέβηκε για πρώτη φορά στην εξουσία). Στα χέρια του κρατά συστατική επιστολή της μητέρας του, Σταυρούλας Κατσιούφη-Κοσκωτά, που καταγόταν από τα Λαγκάδια Αρκαδίας και ήταν μακρινή ξαδέλφη του κατοπινού υπουργού.

Το «όχι» στην πρόταση του Ευάγγελου Γιαννόπουλου

Ο Γιαννόπουλος του προτείνει να εργαστεί ως πλασιέ, μοιράζοντας σε συνδρομητές το περιοδικό «Νομικό Βήμα» που εκδίδει αδιαλείπτως ο Δικηγορικός Σύλλογος από το 1953. Του Κοσκωτά δεν του αρέσει η ιδέα. Δεν είναι για τέτοια, είπαμε οι φιλοδοξίες του είναι αρκετά μεγαλύτερες. Αρχές Σεπτεμβρίου του 1979, δηλαδή περίπου τρεις μήνες μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, προσλαμβάνεται με πλαστό βιογραφικό, καθότι πλασάρεται ως διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών, στην Τράπεζα Κρήτης. Αναλαμβάνει προϊστάμενος του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου και Συναλλάγματος στη Διεύθυνση Λογιστικού, με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Αυτή είναι μια δουλειά που του ταιριάζει περισσότερο και του ανοίγει πόρτες. Μπορούσε να εγκρίνει κινήσεις χρημάτων σε ξένο νόμισμα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Είναι πανέξυπνος, έχει αυξημένη αντιληπτική ικανότητα και άριστες οικονομικές γνώσεις, κάτι που του αναγνωρίζεται γρήγορα τόσο από τον τότε ιδιοκτήτη της τράπεζας, τον εφοπλιστή Γιάννη Καρρά, όσο και από τον διευθύνοντα σύμβουλο, Γεώργιο Καλαμωτουσάκη.

Αναλαμβάνει διευθυντής

Είναι θέμα χρόνου να ανέβει τα σκαλιά της ιεραρχίας. Το 1982 χρίζεται επικεφαλής της Διεύθυνσης Λογιστικού και οι αποφάσεις που λαμβάνει έχουν πλέον βαρύνουσα σημασία. Μεταγενέστερες δικαστικές/λογιστικές αποτυπώσεις θα αποδείκνυαν ότι έχει αρχίσει ήδη να υπεξαιρεί χρήματα της ίδιας της Τράπεζας Κρήτης, χωρίς να γίνει αντιληπτός, και με αυτά χρηματοδοτεί σταδιακά την απόκτηση των μετοχών της. Το βιβλίο «Creative Accounting, Fraud and International Accounting Scandals» («Δημιουργική λογιστική, απάτη και διεθνή λογιστικά σκάνδαλα»), που έχει επιμεληθεί ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής Αναφοράς στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ, Michael John Jones, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Εκεί αναφέρεται πως ο βασικός μέτοχος της Τράπεζας Κρήτης, Γιάννης Καρράς, ήθελε να πουλήσει τις μετοχές του και πως από την ημέρα που μπήκε στην τράπεζα ο Κοσκωτάς φέρεται να είχε ως βασικό στόχο να την αγοράσει από τον μεγαλοεπιχειρηματία.

Το κεφάλαιο του βιβλίου που αφορά το ελληνικό σκάνδαλο υπογράφουν ο απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και μετέπειτα υψηλόβαθμο στέλεχος της Alpha Bank, Γιώργος Κόντος, η καθηγήτρια στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου με εξειδίκευση στη Δικανική Λογιστική και στον εντοπισμό οικονομικής απάτης, Μαρία Κραμβιά-Καπαρδή, και ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο ΕΚΠΑ με ειδίκευση στη διοίκηση χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, Νικόλαος Μυλωνάς. Από όσα αναφέρονται παίρνει κανείς μια γεύση για το πώς ένα τραπεζικό στέλεχος κατάφερε να αποκτήσει την ίδια την τράπεζα στην οποία εργαζόταν.

Για να γίνει κατανοητό, πρέπει να θυμηθούμε τι ακριβώς σήμαινε η θέση του Κοσκωτά μέσα στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Βρισκόταν σε θέση-κλειδί. Είχε πρόσβαση στο λογιστήριο, στο συνάλλαγμα και στις συμφωνίες λογαριασμών με την Τράπεζα της Ελλάδος. Με πιο απλά λόγια, μπορούσε να βλέπει πού υπήρχαν χρήματα, πώς κινούνταν, πότε καταγράφονταν και σε ποιους λογαριασμούς περνούσαν. Κι όλα αυτά σε μια εποχή χωρίς τα σημερινά ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου, αυτό σήμαινε τεράστια δύναμη.

Πώς λειτουργούσε εκείνη την εποχή το σύστημα

Εκείνη την εποχή οι τραπεζικές κινήσεις δεν παρακολουθούνταν σε πραγματικό χρόνο, όπως σήμερα. Κάθε υποκατάστημα λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό σαν ξεχωριστή λογιστική μονάδα. Οι κινήσεις μεταξύ υποκαταστημάτων, κεντρικών υπηρεσιών, Τράπεζας της Ελλάδος και ανταποκριτριών τραπεζών του εξωτερικού περνούσαν μέσα από ειδικούς ενδιάμεσους λογαριασμούς. Αυτοί οι λογαριασμοί έπρεπε κάποια στιγμή να «συμφωνηθούν», δηλαδή να ελεγχθεί αν όσα εμφανίζονταν ως χρεώσεις και πιστώσεις ταίριαζαν μεταξύ τους. Όμως στην πράξη, σύμφωνα με τις ακαδημαϊκές αποτυπώσεις της υπόθεσης, πολλοί τέτοιοι λογαριασμοί έμεναν ασυμφώνητοι για χρόνια. Εκεί ακριβώς βρήκε το άνοιγμα ο Κοσκωτάς.

Η μέθοδος, όπως περιγράφεται στο βιβλίο, ξεκίνησε από το συνάλλαγμα. Όταν ένας πελάτης της Τράπεζας Κρήτης κατέθετε ή πουλούσε στην τράπεζα επιταγές σε δολάρια, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα έπρεπε να τον πληρώσει σε δραχμές ή να πιστώσει τον λογαριασμό του. Οι επιταγές αυτές στέλνονταν στη συνέχεια σε τράπεζες του εξωτερικού, ώστε να εισπραχθούν κανονικά. Άρα, το χρήμα υπήρχε, αλλά για να φανεί σωστά έπρεπε να γίνει και η αντίστοιχη εγγραφή στα βιβλία της Τράπεζας Κρήτης.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, στις 18 Ιουλίου 1980, μόλις 22 ημέρες αφότου είχε αναλάβει τον έλεγχο του εσωτερικού ελέγχου στα συναλλαγματικά διαθέσιμα, ο Κοσκωτάς φέρεται να ιδιοποιήθηκε επιταγές πελατών του υποκαταστήματος Πειραιά, συνολικού ύψους 1.155.000 δολαρίων. Οι επιταγές αυτές ήταν περιουσιακό στοιχείο της τράπεζας. Ο ίδιος, έχοντας την ευθύνη της διαχείρισής τους, φέρεται να τις κατέθεσε σε τρεχούμενο λογαριασμό της Τράπεζας Κρήτης στη Westminster Bank στο Λονδίνο, χωρίς όμως να περάσει την κίνηση κανονικά στα λογιστικά βιβλία.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Το ποσό δεν εξαφανίστηκε με τρόπο χονδροειδή, ώστε να λείπει αμέσως από το ταμείο. Πέρασε μέσα από κανονική τραπεζική διαδρομή, αλλά χωρίς την αντίστοιχη εσωτερική καταγραφή. Έτσι, στα χαρτιά της τράπεζας δεν φαινόταν καθαρά πού έπρεπε να βρίσκεται το ποσό. Την ίδια ημέρα, σύμφωνα πάντα με την ίδια ακαδημαϊκή καταγραφή, δόθηκε εντολή με φαξ για να μεταφερθούν τα 1.155.000 δολάρια σε λογαριασμό συγγενικού του προσώπου στην ίδια τράπεζα, στο Λονδίνο.

Περίπου έναν μήνα αργότερα, στις 26 Αυγούστου 1980, η ίδια μέθοδος φέρεται να επαναλήφθηκε. Αυτή τη φορά το ποσό ήταν ακόμα μεγαλύτερο: 1.507.515 δολάρια, επίσης από επιταγές πελατών που είχαν κατατεθεί στο υποκατάστημα Πειραιά. Σύμφωνα με το ίδιο κεφάλαιο, τα χρήματα οδηγήθηκαν ξανά σε λογαριασμό στο Λονδίνο και στη συνέχεια αποδόθηκαν στον Κοσκωτά.

Μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός μήνα, δηλαδή, οι δύο αυτές κινήσεις φέρεται να έφθασαν συνολικά τα 2.662.515 δολάρια. Δεν είχαμε φτάσει όμως ακόμη στο σύνολο του σκανδάλου. Ήταν ωστόσο η αρχή μιας μεθόδου που θα επεκτεινόταν τα επόμενα χρόνια: χρήματα της τράπεζας περνούσαν μέσα από λογαριασμούς εξωτερικού, χωρίς τις αναγκαίες λογιστικές εγγραφές, και έτσι μπορούσαν να μεταφερθούν αλλού χωρίς να εντοπιστούν αμέσως.

Το λογιστικό τέχνασμα και το «παιχνίδι» με τις ισοτιμίες

Από το 1981 και μετά, σύμφωνα με την ίδια ακαδημαϊκή αποτύπωση, ο Κοσκωτάς δεν περιορίστηκε στο συνάλλαγμα. Άρχισε να υπεξαιρεί και μεγάλα ποσά σε δραχμές από τα αποθεματικά της Τράπεζας Κρήτης. Το λογιστικό τέχνασμα, όπως περιγράφεται, βασιζόταν σε δύο στοιχεία: στην πολυπλοκότητα των ενδοτραπεζικών λογαριασμών και στη συνεχή διολίσθηση της δραχμής έναντι του δολαρίου. Με απλούστερα λόγια, ο Κοσκωτάς εκμεταλλευόταν το γεγονός ότι η αξία του δολαρίου σε δραχμές άλλαζε συνεχώς. Αν ένα ποσό σε δολάρια εμφανιζόταν στα βιβλία με διαφορετικές ισοτιμίες, μπορούσε να δημιουργηθεί λογιστική διαφορά σε δραχμές. Αυτή η διαφορά μπορούσε να καλύψει ποσά που είχαν αφαιρεθεί.

Επί παραδείγματι, ποσό ύψους 2.600.000 δολαρίων εμφανιζόταν με δύο διαφορετικές ισοτιμίες, δημιουργώντας διαφορά 13.000.000 δραχμών. Η διαφορά αυτή αντιστοιχούσε στο ποσό που μπορούσε να υπεξαιρεθεί και να κρυφτεί μέσα στους λογαριασμούς. Άρα, ο Κοσκωτάς φέρεται να έπαιρνε χρήματα που έπρεπε να εμφανίζονται καθαρά ως περιουσία της τράπεζας και, αντί να τα καταγράφει με τον προβλεπόμενο τρόπο, τα έκρυβε μέσα σε λογιστικές διαφορές, σε κινήσεις μεταξύ υποκαταστημάτων και σε λογαριασμούς εξωτερικού. Όσο οι λογαριασμοί αυτοί δεν συμφωνούνταν, το κενό δεν φαινόταν. Και όσο δεν φαινόταν, εκείνος αποκτούσε χρόνο. Αυτός ο χρόνος ήταν το πραγματικό του κεφάλαιο.

Για αρχή αποκτά το 2% της τράπεζας

Κι αφού ο ιδιοκτήτης της Τράπεζας Κρήτης, ο εφοπλιστής Γιάννης Καρράς, εμφανιζόταν διατεθειμένος να πουλήσει, ο Κοσκωτάς σκέφτηκε να δοκιμάσει να αποκτήσει την τράπεζα. Αρχικά αγόρασε το 2% των μετοχών του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με χρήματα που τότε εμφανίζονταν ως άγνωστης προέλευσης. Εδώ ακριβώς τίθεται ένα επίσης σημαντικό ερώτημα: «Για ποιον λόγο δεν χτύπησαν εγκαίρως “καμπανάκια” από τα αρμόδια θεσμικά όργανα και την πολιτική εξουσία εκείνης της εποχής;». Γιατί δεν έγιναν οι απαραίτητοι έλεγχοι από την Τράπεζα της Ελλάδος; Οι κινήσεις του Κοσκωτά δεν γίνονταν στο σκοτάδι μιας μικρής ιδιωτικής επιχείρησης, αλλά μέσα σε ένα εποπτευόμενο τραπεζικό περιβάλλον.

Σε μια κανονικά λειτουργούσα εποπτεία, τέτοιες αγοραπωλησίες θα έπρεπε να έχουν μπει εξαρχής στο μικροσκόπιο. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη, ή δεν συνέβη με την ταχύτητα και την ένταση που απαιτούσε η υπόθεση, είναι ένα από τα στοιχεία που αργότερα θα τροφοδοτούσαν τη συζήτηση περί πολιτικής ανοχής και θεσμικής αδράνειας. Το Μέγαρο Μαξίμου και η τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου δεν εμφανίζονται, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο, να έχουν θορυβηθεί στον βαθμό που θα επέβαλλε η ταχύτητα της ανόδου του Κοσκωτά. Εκ των υστέρων, αυτή η καθυστέρηση των θεσμικών αντανακλαστικών θα αποτελούσε ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα της υπόθεσης.

Ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί η αδράνεια στην επόμενη μεγάλη κίνηση που έρχεται στα τέλη του 1984. Ο Κοσκωτάς αποκτά την Τράπεζα Κρήτης από την οικογένεια Καρρά έναντι 1 δισεκατομμυρίου δραχμών, δίνοντας 150 εκατομμύρια δραχμές ως προκαταβολή και τα υπόλοιπα αφού ανέλαβε τον έλεγχο και τη διαχείριση κεφαλαίων της τράπεζας. Αυτή η λεπτομέρεια είναι καίρια για να καταλάβει κανείς το παράδοξο της υπόθεσης: ο αγοραστής δεν εμφανίζεται να καταβάλλει αμέσως ολόκληρο το τίμημα, αλλά να αποκτά πρόσβαση στον μηχανισμό που, σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν αργότερα, του επέτρεπε να παράγει και να αποκρύπτει κεφάλαια.

Με άλλα λόγια, φέρεται να αγόρασε την τράπεζα χρησιμοποιώντας, άμεσα ή έμμεσα, χρήματα της ίδιας της τράπεζας. Άλλωστε η μετέπειτα δικαστική και λογιστική διερεύνηση συνέδεσε την οικονομική του δυνατότητα με ποσά που είχαν ήδη αφαιρεθεί ή αποκρυφθεί από την Τράπεζα Κρήτης. Στις 18 Ιανουαρίου 1985, σε ηλικία μόλις 31 ετών, ο Κοσκωτάς ανέλαβε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και εκτελεστικός διευθυντής της Τράπεζας Κρήτης. Σύμφωνα με το βιβλίο «Creative Accounting, Fraud and International Accounting Scandals», είχε πλέον αποκτήσει τον έλεγχο του 95% των μετοχών. Από εκείνη τη στιγμή δεν ήταν πια ο φιλόδοξος υπάλληλος που εκμεταλλευόταν τα κενά του συστήματος. Ήταν ο άνθρωπος που διοικούσε το ίδιο το σύστημα που έπρεπε να τον ελέγχει.

Αυτό εξηγεί και γιατί η υπεξαίρεση μπόρεσε να πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις. Πριν από την αγορά της τράπεζας, οι κινήσεις του έπρεπε να είναι προσεκτικές. Μετά την απόκτηση του ελέγχου, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες λογιστικές αποτυπώσεις, η μέθοδος επεκτάθηκε. Από συνολικό ποσό υπεξαίρεσης 31,9 δισεκατομμυρίων δραχμών, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, τα 30,3 δισεκατομμύρια φέρεται να είχαν κρυφτεί σε ενδοκαταστηματικούς λογαριασμούς. Επρόκειτο για λογαριασμούς που χρησιμοποιούνται για τη συμφωνία κινήσεων μεταξύ υποκαταστημάτων και κεντρικών υπηρεσιών. Αν αυτοί οι λογαριασμοί δεν ελεγχθούν σε βάθος, μπορούν να λειτουργήσουν σαν λογιστική «ομίχλη».

Υπεξαίρεση 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών

Το μεταγενέστερο πόρισμα του προσωρινού επιτρόπου της Τράπεζας της Ελλάδος, Σπύρου Παπαδάτου, που τοποθετήθηκε σε αυτή τη θέση το 1988 κι αφού είχαν αρχίσει να γίνονται γνωστά τα έργα και οι ημέρες του Γιώργου Κοσκωτά, αποκάλυπτε πως ο Ελληνοαμερικανός είχε υπεξαιρέσει 33,5 δισεκατομμύρια δραχμές από την Τράπεζα Κρήτης και ότι με αυτά τα χρήματα αγόρασε τις κατοπινές επιχειρήσεις του και φέρεται να δωροδοκούσε δημόσια πρόσωπα. Το ποσό εμφανίζεται σε άλλες αποτυπώσεις ως 31,9 ή 32 δισεκατομμύρια δραχμές, αλλά η ουσία δεν αλλάζει: η οικονομική αυτοκρατορία που έχτισε δεν στηριζόταν σε εμφανή επενδυτικά κεφάλαια, αλλά σε χρήματα που, όπως κρίθηκε αργότερα, είχαν αφαιρεθεί από την ίδια την τράπεζα.

Ο Κοσκωτάς λοιπόν πέρασε από το λιτό διαμέρισμα του Παγκρατίου στην πολυτελή οικία της Εκάλης, από το λογιστήριο της τράπεζας στην προεδρία του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και από την αφάνεια στην κορυφή, επειδή βρέθηκε σε μια θέση όπου μπορούσε να χειρίζεται τα πιο ευαίσθητα σημεία της τράπεζας, να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου και να μετατρέπει τα λογιστικά κενά σε πραγματική οικονομική ισχύ.

Συνεχίζεται…