Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Στην τελική ευθεία μπήκε η δίκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με τον πρώην πρόεδρο Δημήτρη Μελά και την πρώην διευθύντρια Αθανασία Ρέππα να αρνούνται τις κατηγορίες για υπεξαγωγή εγγράφου, υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος. Ο κ.

Μελάς υποστήριξε ότι ενήργησε νόμιμα, μίλησε για «δολοφονία χαρακτήρα» σε βάρος του και απέδωσε τις ενέργειές του στην ανάγκη εντατικοποίησης των ελέγχων, ενώ η κ.

Ρέππα έκανε λόγο για οργανωτικές αδυναμίες, έλλειψη προσωπικού και ασάφειες στις διαδικασίες ελέγχου.

Πιο αναλυτικά

Στην τελική ευθεία μπήκε η δίκη που αφορά τον ΟΠΕΚΕΠΕ με κεντρικά πρόσωπα τον πρώην πρόεδρο του Οργανισμού Δημήτρη Μελά και την πρώην διευθύντρια Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων, οι οποίοι απολογήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Οι κατηγορούμενοι για υπεξαγωγή εγγράφου, υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος από κοινού, κατηγορίες που αφορούν ενέργειές τους την περίοδο που βρέθηκαν σε θέσεις «κλειδιά» στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στις απολογίες τους αρνήθηκαν όσα τους αποδίδονται.

Ο κ. Μελάς, ο οποίος διατέλεσε πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο 2021-2022, είπε πως «είναι πολύ άδικο» αυτό που συμβαίνει και αναφέρθηκε αναλυτικά στην πορεία του στον οργανισμό, υποστήριξε ότι ενήργησε σύννομα ενώ επικαλέστηκε έγγραφα για να στηρίξει τον ισχυρισμό του για «υπερεντατικοποίηση των ελέγχων» με υπέρβαση του διαθέσιμου προσωπικού.

Ο κατηγορούμενος πρώην πρόεδρος σημείωσε ότι επί των ημερών του ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα και απέρριψε τις αιτιάσεις περί δημιουργίας «φραξιών».

Μάλιστα, εστίασε στη μετακίνηση της κας Τυχεροπούλου, που αποτελεί κεντρικό πρόσωπο των αποκαλύψεων, σε ομοβάθμια θέση, την οποία χαρακτήρισε υπηρεσιακά αναγκαία και χωρίς μισθολογικές επιπτώσεις, λόγω λειτουργικών υστερήσεων και υποστήριξε πως υπήρξε θύμα «δολοφονίας χαρακτήρα».

Ο Δημήτρης Μελάς υπεραμύνθηκε της νομιμότητας όλων των ενεργειών του στον Οργανισμό, αν και όπως είπε, βρίσκεται «στη δίνη αρνητικής δημοσιότητας» και σημείωσε πως ο ίδιος έχει καταθέσει πέντε μηνυτήριες αναφορές σε «εξόφθαλμες» περιπτώσεις απάτης. Αρνήθηκε δε πως απέκρυψε οτιδήποτε, ότι οι φάκελοι χωρίς υπηρεσιακή συνέχεια αρχειοθετούνται. Όσο για την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου, ο κ. Μελάς ισχυρίστηκε πως του είχε αποσταλεί ως κείμενο που διαπίστωνε σοβαρές ενδείξεις παρατυπιών, αλλά όχι ως επίσημο πόρισμα κατόπιν εντολής και χωρίς σαφή πρωτοκόλληση. Όσο για την απώλεια του σχετικού φακέλου είπε πως εκείνος είχε ήδη αποχωρήσει από τον Οργανισμό όταν αναζητήθηκε.

«Θα ήταν κουτό κάποιος να σκεφτεί να υπεξαγάγει, να κρύψει το φάκελο, τον οποίο ανά πάσα στιγμή μπορούσε να τον αναζητήσεις στο σύστημα. Θέαση έχουν όλα τα γραφεία. Θα είχε κάποια ουσία αν γινόταν μεταξύ διοίκησης και υπαλλήλου εν κρυπτώ, χωρίς τα αποτελέσματα να έχουν περάσει στο σύστημα» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Μελάς είπε επίσης ότι ουδέποτε άσκησε πίεση σε υπαλλήλους για παράνομες ενέργειες και ζήτησε να κριθεί αποκλειστικά με βάση τα στοιχεία, ενώ σχολιάζοντας την κατάθεση του προκατόχου του Γρηγόρη Βάρρα περί αδιαφάνειας και συγκάλυψης ελέγχων, λέγοντας ότι, αν είχε τέτοια πεποίθηση, θα έπρεπε να την είχε θέσει ευθέως σε πολιτικό επίπεδο.

«Εγώ, μόλις πήγαινα στο Μαξίμου θα έλεγα στον Πρωθυπουργό ότι, εκεί μέσα έχεις έναν ανέντιμο άνθρωπο, και την επόμενη μέρα θα είχα παραιτηθεί», ανέφερε ενώ για την αποχώρησή του από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν υπήρξε υπουργική απαίτηση και μίλησε για έναν οργανισμό που χρησιμοποιήθηκε πολιτικά, ενώ πρόσθεσε ότι επέλεξε να παραιτηθεί στο τέλος της περιόδου υποβολής αιτήσεων, ως το μόνο, όπως είπε, «ασφαλές» χρονικό παράθυρο για αλλαγή ηγεσίας, αφού η θητεία του είχε ήδη λήξει από τον Απρίλιο του 2022.

Τη σκυτάλη των απολογιών πήρε στη συνέχεια η συγκατηγορούμενή του, πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων και Τεχνικών Έργων, Αθανασία Ρέππα, η οποία περιέγραψε έναν οργανισμό με αυξανόμενες απαιτήσεις και ανεπαρκές ανθρώπινο δυναμικό, ιδιαίτερα στη Διεύθυνση Τεχνικών Ελέγχων.

Αναφερόμενη στην έκθεση Τυχεροπούλου, ανέφερε απολογούμενη ότι τη χρέωσε στο αρμόδιο τμήμα σχεδιασμού και αξιολόγησης ελέγχου, διαπιστώνοντας ασάφειες. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι εντόπισε αναφορές σε εντολές ελέγχου με ασάφειες, ελλείψεις ως προς τα συνημμένα και απουσία τεκμηριωμένου risk analysis ανά παραγωγό. Κατά την άποψή της, η μη σαφής εντολή ελέγχου και η αποκλειστική υπογραφή της συντάκτριας αφήνουν περιθώρια διακριτικής μεταχείρισης και αδιαφάνειας στη σειρά και τον τρόπο ελέγχων.