Σοβαρές διαστάσεις παίρνει η υπόθεση στον Μαραθώνα, όπου η κόρη και ο εγγονός ηλικιωμένης οδηγήθηκαν στην Ευελπίδων μετά τον εντοπισμό ανθρώπινων οστών σε υπόγεια αποθήκη του σπιτιού τους. Οι Αρχές ερευνούν όχι μόνο τις συνθήκες θανάτου και απόκρυψης της σορού, αλλά και το ενδεχόμενο να συνέχιζε να εισπράττεται επί χρόνια η σύνταξή της, ενώ τα πρώτα πορίσματα των ειδικών αναμένονται να ρίξουν φως στο πότε και πώς πέθανε η γυναίκα.

Πιο αναλυτικά

Στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων οδηγήθηκαν λίγο μετά τις 12.30 το μεσημέρι του Σαββάτου η 68χρονη κόρη και ο εγγονός της ηλικιωμένης, ανθρώπινα οστά της οποίας εντοπίστηκαν σε υπόγεια αποθήκη κατοικίας στον Μαραθώνα.

Οι δύο συλληφθέντες αντιμετωπίζουν, σε αυτή τη φάση, την κατηγορία της μη αναγγελίας ανεύρεσης νεκρού, ενώ η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και αναμένεται να επεκταθεί στο οικονομικό σκέλος της υπόθεσης.

Οι Αρχές διερευνούν εάν, μέσω της απόκρυψης του θανάτου, εξακολουθούσε να καταβάλλεται και να εισπράττεται η σύνταξη της γυναίκας επί σειρά ετών.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, στον τραπεζικό λογαριασμό της ηλικιωμένης καταγράφονταν κινήσεις μέχρι και τον Αύγουστο του 2026, στοιχείο που εξετάζεται προκειμένου να διαπιστωθεί ποιος πραγματοποιούσε τις αναλήψεις και ποιο είναι το συνολικό ποσό της ενδεχόμενης ζημίας για το Δημόσιο.

Η καταγγελία που άνοιξε την έρευνα

Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται μετά την καταγγελία άλλης εγγονής της ηλικιωμένης, η οποία φέρεται να δήλωσε στην Αστυνομία ότι δεν είχε επικοινωνήσει με τη γιαγιά της για περισσότερο από δέκα χρόνια. Κατά πληροφορίες, μέλη της οικογένειας υποστήριζαν κατά καιρούς ότι η γυναίκα βρισκόταν σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων στην Πεντέλη. Από την αστυνομική έρευνα, ωστόσο, φέρεται να προέκυψε ότι το συγκεκριμένο γηροκομείο δεν υπήρχε.

Ο έλεγχος στα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ έδειξε ότι ο θάνατος της ηλικιωμένης δεν είχε δηλωθεί επισήμως. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις υποψίες των ερευνητών και οδήγησε σε εκτενέστερη έρευνα στην κατοικία όπου ζούσε η γυναίκα μαζί με συγγενικά της πρόσωπα.

Οι αντιφάσεις και η ανατροπή στην αποθήκη

Η 68χρονη κόρη φέρεται αρχικά να υποστήριξε ότι η μητέρα της είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια πριν από περίπου μία δεκαετία και ότι είχε ενταφιαστεί κρυφά στην αυλή του σπιτιού. Με βάση την υπόδειξή της, οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν εκτεταμένες έρευνες στο οικόπεδο, χρησιμοποιώντας ακόμη και μηχανήματα για την εκσκαφή του εδάφους, χωρίς όμως να εντοπίσουν κάποιο εύρημα.

Η μεγάλη ανατροπή σημειώθηκε όταν τα ανθρώπινα οστά βρέθηκαν τελικά μέσα σε υπόγεια αποθήκη της κατοικίας, τυλιγμένα σε νάιλον και σεντόνι.

Η διαφορετική θέση του ευρήματος σε σχέση με όσα φέρεται να είχε αρχικά περιγράψει η 68χρονη δημιουργεί κρίσιμα ερωτήματα για τις συνθήκες απόκρυψης της σορού, αλλά και για το εάν μετακινήθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε.

Ο εγγονός, από την πλευρά του, έχει αρνηθεί ότι γνώριζε πού βρισκόταν η σορός και υποστηρίζει ότι δεν συμμετείχε στην απόκρυψή της. Οι Αρχές εξετάζουν τις καταθέσεις όλων των εμπλεκομένων και αναζητούν τυχόν αντιφάσεις, καθώς και στοιχεία που θα δείξουν ποιοι γνώριζαν τον θάνατο της γυναίκας και ποιοι είχαν πρόσβαση στη σύνταξη και στον τραπεζικό της λογαριασμό.

Τα κρίσιμα πορίσματα

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η επιστημονική εξέταση των οστών. Στην κατοικία μετέβησαν ιατροδικαστής και ειδικός δικαστικός ανθρωπολόγος, ενώ τα ευρήματα μεταφέρθηκαν για περαιτέρω εργαστηριακό έλεγχο. Πρώτος στόχος είναι να επιβεβαιωθεί επισήμως ότι τα οστά ανήκουν πράγματι στη γυναίκα που σήμερα θα ήταν περίπου 90 ετών.

Οι ειδικοί θα επιχειρήσουν επίσης να προσδιορίσουν τον χρόνο θανάτου και να διαπιστώσουν, στον βαθμό που το επιτρέπει η σκελετοποίηση της σορού, εάν υπάρχουν κακώσεις ή άλλα ευρήματα που θα μπορούσαν να φωτίσουν την αιτία θανάτου. Μέχρι την έκδοση των σχετικών πορισμάτων, ο ισχυρισμός ότι η ηλικιωμένη πέθανε από φυσικά αίτια δεν θεωρείται επιβεβαιωμένος και όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν υπό διερεύνηση.

Παράλληλα με την ιατροδικαστική έρευνα, θα ελεγχθούν οι τραπεζικές κινήσεις, οι αναλήψεις της σύνταξης και τα πρόσωπα που τις πραγματοποιούσαν. Εφόσον προκύψουν επαρκή στοιχεία, δεν αποκλείεται να σχηματιστεί χωριστή δικογραφία για απάτη σε βάρος του Δημοσίου, ενώ τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων θα κρίνουν εάν η ποινική έρευνα θα λάβει διαφορετική και σοβαρότερη κατεύθυνση.