Προσωρινά κρατούμενος κρίθηκε ο οδηγός της BMW στη Ρόδο που κατηγορείται για το θανατηφόρο τροχαίο που σκότωσε μητέρα και κόρη στις 17 Μαΐου 2026 επί της Εθνικής Οδού Ρόδου Λίνδου.
Ο Β’ τακτικός Ανακριτής Πλημμελειοδικών Ρόδου εξέδωσε ένταλμα σύλληψης σε βάρος του, αποδίδοντάς του απόπειρα αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων και παραβίαση του έκτου περιοριστικού όρου που του είχε επιβληθεί. Η εξέλιξη αυτή ανατρέπει το καθεστώς ελευθερίας υπό όρους στο οποίο τελούσε ο κατηγορούμενος και τον φέρνει, για πρώτη φορά από την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, αντιμέτωπο με την προσωρινή κράτηση.
Σύμφωνα με τη dimokratiki.gr, ο ανακριτής, αφού αξιολόγησε τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί έως αυτό το σημείο, έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος, θεμελιώνοντάς το στη φερόμενη απόπειρα του κατηγορουμένου να επέμβει σε κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία και στην παραβίαση του όρου που του απαγόρευε κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Εξασφαλίστηκε, εξάλλου, η σύμφωνη γνώμη της Εισαγγελέως Υπηρεσίας.
Πρόκειται για τη βαρύτερη, έως τώρα, δικαστική εξέλιξη σε μια υπόθεση που από τις πρώτες της ημέρες κινείται σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα, με την κύρια ανάκριση για το ίδιο το δυστύχημα να παραμένει σε εξέλιξη και με δύο επιμέρους σκέλη να βρίσκονται ήδη σε πορεία προς το ακροατήριο.
Η πραγματογνωμοσύνη και το μαύρο κουτί
Παράλληλα με τις εξελίξεις στο ανακριτικό σκέλος, σήμερα ξεκίνησε και η πραγματογνωμοσύνη στον τόπο του ατυχήματος. Ο εμπειρογνώμονας που έχει οριστεί μετέβη στο σημείο της σύγκρουσης και αναμένεται να εξετάσει και το μαύρο κουτί του αυτοκινήτου, δηλαδή τον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος, από τον οποίο μπορεί να αντληθεί η ταχύτητα κίνησης τα δευτερόλεπτα πριν από τη μετωπική σύγκρουση. Τα δεδομένα αυτά θεωρούνται καθοριστικά για τη διακρίβωση των αιτίων του δυστυχήματος και βρίσκονται στο επίκεντρο όλων των σκελών της υπόθεσης, καθώς γύρω από αυτά αναπτύσσεται και το ζήτημα της φερόμενης απόπειρας αλλοίωσης στοιχείων.
Τι προηγήθηκε με τους περιοριστικούς όρους
Για να γίνει αντιληπτό το βάρος της σημερινής εξέλιξης, χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στη διάταξη που εξέδωσε στις 20 Μαΐου 2026 ο Δεύτερος Τακτικός Ανακριτής Πλημμελειοδικών Ρόδου, μετά την απολογία του 44χρονου για τον θάνατο των δύο γυναικών, μιας μητέρας 56 ετών και της 26χρονης κόρης της. Στο κείμενο της διάταξης αναφερόταν ρητά ότι από το αποδεικτικό υλικό που είχε έως τότε συλλεγεί προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης από την οποία προκλήθηκε θάνατος άλλων. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε στο σύνολό τους τις βαρύτατες κατηγορίες της επικίνδυνης οδήγησης από την οποία επήλθε θάνατος και της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή.
Με την ίδια διάταξη ο 44χρονος είχε αφεθεί ελεύθερος υπό 6 αυστηρούς περιοριστικούς όρους, με ισχύ μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης. Ο πρώτος αφορούσε την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, ενώ ακολουθούσε η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφάνισής του την πρώτη και τη δέκατη έκτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του. Παράλληλα, του είχε επιβληθεί η καταβολή χρηματικής εγγύησης ύψους 50.000 ευρώ, με καταληκτική ημερομηνία την 27 Μαΐου 2026 και ώρα 12:00. Τους όρους συμπλήρωναν η αφαίρεση της άδειας οδήγησης κάθε μηχανοκίνητου μέσου, η απαγόρευση οδήγησης και, τέλος, η απαγόρευση ενασχόλησης καθ’ οιονδήποτε τρόπο με μηχανοκίνητα μέσα. Ο τελευταίος αυτός όρος, ο έκτος, είναι εκείνος που φέρεται να παραβιάστηκε και που αποτέλεσε τη μία από τις δύο βάσεις για το ένταλμα.
Η καταγγελία για την προσέγγιση του οχήματος
Το σκέλος της φερόμενης απόπειρας αλλοίωσης στοιχείων γεννήθηκε λίγες μόλις ώρες μετά την αρχική αποφυλάκιση του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την καταγγελία, το απόγευμα της 20ής Μαΐου 2026, περί ώρα 19:00 και λίγες ώρες μετά την αποχώρησή του από το Δικαστικό Μέγαρο, ο 44χρονος φέρεται να επικοινώνησε τηλεφωνικά με οδηγό εταιρείας οδικής βοήθειας, στη μάντρα της οποίας φυλάσσεται προσωρινά το ζημιογόνο όχημα, εκκρεμούσης της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Το αίτημα που φέρεται να απηύθυνε ήταν, κατά την καταγγελία, να γίνουν ενέργειες που θα κατέστρεφαν στοιχεία περιεχόμενα στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος. Ο οδηγός, κατά την ίδια καταγγελία, αρνήθηκε.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να προσεγγίσει και δεύτερο οδηγό της ίδιας εταιρείας, αυτή τη φορά μέσω τρίτου προσώπου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι υπήρχε επιθυμία να δουν από κοντά το όχημα προκειμένου να τραβηχτούν φωτογραφίες. Η καταγγελία θεωρεί την αιτιολογία αυτή πρόσχημα, με πραγματικό στόχο την πρόσβαση στο κατασχεθέν όχημα.
Η εκδοχή του κατηγορουμένου
Στις εξηγήσεις που έδωσε για το σκέλος αυτό, ο 44χρονος αρνήθηκε στο σύνολό τους τα όσα του αποδίδονται. Δεν αρνήθηκε ότι επιδίωξε επικοινωνία γύρω από το ζημιογόνο όχημα, επιχείρησε όμως να δώσει διαφορετικό περιεχόμενο και κίνητρο στις ενέργειές του. Όπως υποστήριξε, σκοπός του δεν ήταν ποτέ να αφαιρέσει το καταγραφικό του αυτοκινήτου ούτε να εξαφανίσει ή να αλλοιώσει τα στοιχεία που αυτό φέρει, αλλά αντιθέτως να διασφαλίσει ότι δεν θα καταστραφεί. Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας του αποτελεί ο ισχυρισμός ότι το όχημα βρισκόταν σε κίνδυνο ανάφλεξης. Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι λάμβανε στο κινητό του τηλέφωνο διαδοχικές ειδοποιήσεις από την εφαρμογή ελέγχου του αυτοκινήτου, οι οποίες περιείχαν προειδοποιήσεις για την κατάσταση του οχήματος μετά τη σφοδρή σύγκρουση. Με βάση τις ενδείξεις αυτές, υποστηρίζει ότι ανησύχησε πως το όχημα μπορούσε να πάρει φωτιά εκεί όπου φυλασσόταν, με ορατό το ενδεχόμενο να καταστραφεί μαζί του και ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος που κρατά τα κρίσιμα δεδομένα.
Ο 44χρονος επέμεινε ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον οδηγό της επιχείρησης που έχει στην ευθύνη της το όχημα, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε ζήτησε να του παραδοθεί ο εγκέφαλος του αυτοκινήτου και ότι σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε την καταστροφή του. Αντίθετα, κατά τα λεγόμενά του, το αίτημά του ήταν να εναποτεθεί ο εγκέφαλος σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το επικίνδυνο όχημα.
Η παρέμβαση της πλευράς των θυμάτων
Καθοριστικό ρόλο στη δρομολόγηση του σκέλους αυτού διαδραμάτισε η αίτηση που κατέθεσαν στις 22 Μαΐου 2026 στην Τροχαία οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, ο κ. Δημήτρης Βερβέρης και ο κ. Τηλέμαχος Καμπούρης. Με την αίτησή τους ζήτησαν την άμεση εξέταση των δύο οδηγών που φέρονται να δέχθηκαν τα σχετικά αιτήματα, ώστε οι καταθέσεις τους να αποτυπωθούν επισήμως, επικαλούμενοι σοβαρό κίνδυνο παραβίασης και αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων, με ειδική αναφορά στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος. Οι κ.κ. Βερβέρης και Καμπούρης επισήμαναν παράλληλα ότι η φερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά αφ’ εαυτής παραβίαση του έκτου περιοριστικού όρου, ο οποίος απαγορεύει ρητά κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Στο πλευρό της οικογένειας βρίσκεται και η κ. Κυριακούλα Δημητραδιού.
Η γραμμή της υπεράσπισης
Από την πλευρά του κατηγορουμένου, τον οποίο εκπροσωπούν οι συνήγοροι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής, Δήμος Μουτάφης και Μανώλης Ζέζιος, προβάλλεται κατηγορηματική άρνηση των όσων του αποδίδονται. Όπως υποστηρίζουν, υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό από το κύκλωμα εσωτερικής μαγνητοσκόπησης της επιχείρησης, από το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει ότι ο 44χρονος παρακολουθεί τον προσωπικό του υπολογιστή και δεν εργάζεται ούτε ασχολείται με τα οχήματα, τα οποία περιποιούνται αποκλειστικά υπάλληλοι. Στο πλαίσιο αυτό, η υπεράσπιση θεωρείται βέβαιο ότι θα κινηθεί άμεσα για την ακύρωση του εντάλματος προσωρινής κράτησης, αμφισβητώντας τόσο τη βασιμότητα της φερόμενης παραβίασης όσο και την ίδια την αποδιδόμενη απόπειρα αλλοίωσης στοιχείων.
Μια υπόθεση με πολλά ανοιχτά μέτωπα
Η προσωρινή κράτηση προστίθεται σε μια ήδη βεβαρημένη δικονομική εικόνα. Εις βάρος του 44χρονου εκκρεμεί δικάσιμος στις 3 Ιουλίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου για το σκέλος της φερόμενης απόπειρας προσέγγισης του ζημιογόνου οχήματος, ενώ έχει οριστεί και δεύτερη ρητή δικάσιμος για τις 25 Σεπτεμβρίου 2026 σε σχέση με τη φερόμενη παραβίαση των περιοριστικών όρων. Στο μεταξύ, η κύρια ανάκριση για το ίδιο το δυστύχημα παραμένει σε εξέλιξη, με την πραγματογνωμοσύνη που ξεκίνησε σήμερα να αναμένεται να προσφέρει τα πρώτα τεχνικά συμπεράσματα για τη δυναμική της μοιραίας σύγκρουσης, που στοίχισε τη ζωή σε μια μητέρα και την κόρη της.
