Ένας ιερέας από το Ναύπλιο, ο πατήρ Διονύσιος Ταμπάκης, έχει προκαλέσει αίσθηση στη διεθνή μουσική σκηνή με το άλμπουμ του «Paradise Metal», στο οποίο παντρεύει τη βυζαντινή μουσική με heavy metal, rap, dubstep και κάλαντα. Παρότι παρέμεινε μακριά από τη δημοσιότητα, το έργο του ξεχώρισε ακόμη και από το Pitchfork, ενώ ο ίδιος δηλώνει ότι θέλει να ανατρέψει προκαταλήψεις για την ηλεκτρική κιθάρα μέσα στην Εκκλησία και να φέρει πιο κοντά τις νεότερες γενιές με την ορθόδοξη παράδοση, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την ιεροσύνη.
Πιο αναλυτικά
Ένας ιερέας από το Ναύπλιο κατάφερε να τραβήξει το ενδιαφέρον της διεθνούς μουσικής σκηνής, συνδυάζοντας τη βυζαντινή μουσική με το heavy metal, τη dubstep, τη rap και τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Ο πατήρ Διονύσιος Ταμπάκης είδε το άλμπουμ του, Paradise Metal, να αποκτά απρόσμενη αναγνώριση, όταν το έγκριτο μουσικό μέσο Pitchfork το βαθμολόγησε με 7,6, επίδοση υψηλότερη από ιστορικές κυκλοφορίες των Daft Punk και των Aphex Twin.
Ο 53χρονος ιερέας ζει στο Ναύπλιο και περιγράφει την ηλεκτρική κιθάρα ως ένα όργανο που δημιουργήθηκε από τον Θεό, απορρίπτοντας την αντίληψη που επικρατεί σε ορισμένους εκκλησιαστικούς κύκλους ότι συνδέεται με τον διάβολο. Όπως υποστηρίζει, ο διάβολος δεν μπορεί να δημιουργήσει τίποτα, καθώς η δημιουργία ανήκει αποκλειστικά στον Θεό.
Η κιθάρα που έγινε το σήμα κατατεθέν του
Αγαπημένο του όργανο είναι μια τροποποιημένη Harley Benton R-457, την οποία απέκτησε έναντι 135 ευρώ. Περιγράφει τον ιδιαίτερο ήχο της ως πιο ασταθή και άτονο σε σχέση με μια συμβατική κιθάρα, αλλά ταυτόχρονα πιο ζεστό, παρομοιάζοντάς τον με τα «κύματα» της ανθρώπινης φωνής.
Ο χαρακτηριστικός ήχος της κιθάρας διατρέχει ολόκληρο το Paradise Metal, ένα άλμπουμ που ηχογραφήθηκε στο σπίτι του και συνδυάζει doom metal, θρησκευτική μουσική, κάλαντα και dubstep.
Ιερέας και μουσικός απέναντι στις προκαταλήψεις
Η ενασχόλησή του με την ηλεκτρική κιθάρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς είναι χειροτονημένος ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου παραδοσιακά τα μουσικά όργανα και οι κοσμικές μελωδίες θεωρούνταν απειλή για την πνευματική ζωή. Ο ίδιος εκτιμά ότι η ηλεκτρική κιθάρα έχει παρεξηγηθεί μέσα στην Εκκλησία και ότι αρκετοί τη θεωρούν «όργανο του διαβόλου».
Στόχος του είναι να αλλάξει αυτή την αντίληψη, αν και αποφεύγει τη δημοσιότητα. Παρά την επιτυχία του άλμπουμ, αρνήθηκε τις περισσότερες τηλεοπτικές και δημοσιογραφικές προτάσεις, φοβούμενος ότι θα παρουσιαστεί με τρόπο που δεν τον εκφράζει.
Η ζωή του στην Εκκλησία και η οικογένειά του
Ο πατήρ Διονύσιος είναι ένας από τους περίπου 8.000 πρεσβυτέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα. Είναι παντρεμένος εδώ και 32 χρόνια με τη Φωτεινή και έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Παρότι δεν είναι άγαμος, δηλώνει ότι θαυμάζει την ασκητική ζωή και πραγματοποιεί κάθε χρόνο προσκύνημα στο Άγιο Όρος.
Με ιδιαίτερο σεβασμό αναφέρεται στον παππού της συζύγου του, ο οποίος υπηρέτησε ως ιερέας σε απομονωμένες περιοχές στα σύνορα με την Αλβανία, ζώντας ανάμεσα σε αρκούδες και λύκους. Όπως λέει, εκείνοι είναι οι πραγματικοί ιερείς, ενώ ο ίδιος θεωρεί ότι τα δικά του χαρίσματα είναι περισσότερο εξωστρεφή.
Από τον Πειραιά στη μουσική δημιουργία
Γεννημένος το 1972, μεγάλωσε στον Πειραιά μέσα σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, όπως αναφέρει ο Guardian. Όπως αποκαλύπτει, οι γονείς του είχαν επιχειρήσει δύο φορές να διακόψουν την εγκυμοσύνη, όμως και τις δύο φορές ο γιατρός απουσίαζε.
Η οικογένειά του είχε ρίζες στη Σμύρνη, καθώς ο παππούς του ήταν ανάμεσα στους Έλληνες που εγκατέλειψαν την πόλη μετά την πυρπόλησή της το 1922. Ο ίδιος θεωρεί ότι η βυζαντινή παράδοση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς του.
Η σχέση του με τη μουσική ξεκίνησε στο γυμνάσιο, όταν ιερείς της ενορίας του τον μύησαν στη βυζαντινή μουσική. Στη συνέχεια έμαθε μόνος του να παίζει μια σειρά από σπάνια παραδοσιακά όργανα.
Το άλμπουμ που δημιουργήθηκε στο σπίτι
Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια άρχισε να ηχογραφεί μόνος του τα τραγούδια του. Ο γιος του τον βοήθησε να μάθει το λογισμικό παραγωγής μουσικής, ενώ ο γείτονάς του του δίδαξε κιθάρα. Τα φωνητικά ερμήνευσε η 23χρονη, Ευγενία Σιμελά Αρμένη, την οποία γνώρισε στην εκκλησία και ηχογράφησε τις συμμετοχές της από το διαμέρισμά της χρησιμοποιώντας το κινητό της τηλέφωνο.
Παρότι ανέβαζε τις δημιουργίες του στο YouTube χωρίς φιλοδοξία να γίνει γνωστός, το κανάλι του απέκτησε περίπου 4.000 συνδρομητές. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Νικόλας Ραφαήλ, ιδρυτής της δισκογραφικής Elhellell στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από το έργο του και πρότεινε την κυκλοφορία ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ.
Βυζαντινή μουσική, metal και rap στο ίδιο έργο
Το Paradise Metal συνδυάζει βυζαντινή μουσική, χριστιανική ορθόδοξη παράδοση, heavy metal, rap και techno. Ένα από τα τραγούδια, με τίτλο Techno in a Monastery, ξεκινά με την προτροπή «Are you ready?» πριν περάσει σε ψαλμωδίες πάνω σε ηλεκτρονικό ρυθμό.
Ο ίδιος δηλώνει ότι επιδιώκει να πειραματίζεται και να εξερευνά νέους μουσικούς δρόμους. Επικαλείται μάλιστα τον στίχο του Γιάννη Ρίτσου «Ποτέ δεν ζήλεψα τα μεγάλα σπίτια, αλλά τα μεγάλα παράθυρα», εξηγώντας ότι κάθε μουσικό όργανο αποτελεί ένα παράθυρο προς ένα διαφορετικό κομμάτι του κόσμου.
Η σάτιρα, η rap και το μήνυμα προς τους νέους
Στο τραγούδι «Φλεξάρεις κάργα, εκκλησιαστική ραπ» αξιοποιεί σύγχρονη αργκό, την οποία αναζήτησε στο διαδίκτυο προκειμένου να επικοινωνήσει καλύτερα με τις νεότερες γενιές. Όπως εξηγεί, στόχος του ήταν να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στους μεγαλύτερους και τους νέους.
Αν και δεν θεωρεί τον εαυτό του πολιτικό καλλιτέχνη, το κομμάτι «Ντουμπάι πάει» εμπνεύστηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τη μαζική αποχώρηση ανθρώπων όταν έπεσαν βόμβες στο Ντουμπάι. Όπως αναφέρει, η εικόνα αυτή του θύμισε τη Βαβυλώνα της Αποκάλυψης και αποτέλεσε μια σάτιρα για τη ματαιότητα του πλούτου.
«Δεν θα εγκατέλειπα ποτέ την Εκκλησία»
Παρά τη διεθνή επιτυχία του, ο πατήρ Διονύσιος ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ποτέ την ιεροσύνη για χάρη της μουσικής. Όπως σημειώνει, ένας ιερέας είναι ανώτερος ακόμα και από έναν βασιλιά, επειδή μπορεί να μετατρέψει τον άρτο σε Σώμα Χριστού, κάτι που, όπως λέει, δεν μπορεί να κάνει ούτε ένας άγγελος.
Όσο για το ενδεχόμενο ζωντανών εμφανίσεων, παραδέχεται ότι αισθάνεται άβολα, παρομοιάζοντας την εμπειρία με ένα ψάρι που βγαίνει από το νερό για να πάει βόλτα. Ωστόσο, καταλήγει ότι, αν αυτό μπορεί να προσφέρει χαρά στον κόσμο, τότε είναι διατεθειμένος να το κάνει.
