Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η εισαγγελέας στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λασιθίου χαρακτήρισε τον 55χρονο κατηγορούμενο «ένοχο χωρίς καμία αμφιβολία» για τη δολοφονία της Τζιν Χάνλον, υποστηρίζοντας ότι είχε κίνητρο την εμμονική σχέση και την απόρριψη από το θύμα, ενώ η απολογία του ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Η υπόθεση, που παρέμενε ανοιχτή επί 17 χρόνια, επανήλθε στο δικαστήριο με νέα στοιχεία, ιατροδικαστικά ευρήματα και καταθέσεις που δείχνουν ανθρωποκτονία, προκαλώντας έντονη συγκίνηση στην οικογένεια της 54χρονης Σκωτσέζας, η οποία περιμένει πλέον την τελική απόφαση της Δικαιοσύνης.

Πιο αναλυτικά

«Μετά από 17 χρόνια ήρθε η ώρα της δικαιοσύνης για την Τζιν Χάνλον». Με τη φράση αυτή έκλεισε την πρότασή της η εισαγγελέας της έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου, στο οποίο εκδικάζεται η υπόθεση της δολοφονίας της Σκωτσέζας, Τζιν Χάνλον, τον Μάρτιο του 2009, υπογραμμίζοντας πως, χωρίς καμία αμφιβολία, ο 55χρονος είναι ο ένοχος.

Η εισαγγελική λειτουργός στάθηκε ιδιαίτερα στο σύνολο της δικογραφίας και την ακροαματική διαδικασία, ρίχνοντας όμως το μεγαλύτερο βάρος στην ίδια την απολογία του κατηγορουμένου, την οποία χαρακτήρισε «αποκαλυπτικότατη». Όπως τόνισε, από το βήμα του δικαστηρίου ο 55χρονος «αρνήθηκε πραγματικά γεγονότα, υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων και επιχείρησε να κρύψει την εμμονή που είχε με το θύμα».

Το κίνητρο της απόρριψης και η ξαφνική «σιωπή»

Στο μικροσκόπιο της εισαγγελέως μπήκε το προφίλ του 55χρονου την επίμαχη περίοδο. Περιγράφοντάς τον ως «αρρύθμιστο», καθώς δεν ελάμβανε τη φαρμακευτική του αγωγή, σημείωσε πως είχε αναπτύξει εμμονή με την 54χρονη και ενοχλήθηκε έντονα όταν εκείνη αποφάσισε να μην προχωρήσει η σχέση τους. «Είναι ο μόνος που είχε κίνητρο», ξεκαθάρισε η εισαγγελέας, καταρρίπτοντας μάλιστα και το σενάριο εμπλοκής τρίτου προσώπου: «Ακόμα κι αν δεχτούμε πως τη μοιραία μέρα είχε βγει για καφέ στο “Μαρίνα” με κάποιο άγνωστο άτομο που δεν αναφέρεται στο ημερολόγιό της, κανείς άλλος εκτός από τον κατηγορούμενο δεν είχε κίνητρο να της κάνει κακό».

Το πιο ανατριχιαστικό, ωστόσο, στοιχείο που ανέδειξε η εισαγγελική πρόταση αφορά τη στάση του κατηγορουμένου αμέσως μετά την εξαφάνιση της Τζιν. Ήταν, όπως ειπώθηκε, πραγματικά απίστευτο το γεγονός ότι «μέχρι τις 8 Μαρτίου 2009 την αναζητούσε και επικοινωνούσε μαζί της καθημερινά. Όμως, από τις 9 Μαρτίου, την ημέρα δηλαδή που εξαφανίστηκε, διέκοψε κάθε προσπάθεια επαφής και αναζήτησης», προβάλλοντας όπως ειπώθηκε τον ισχυρισμό πως έμαθε τον θάνατό της εντελώς τυχαία, μέρες αργότερα, από τον Τύπο.

Στην αίθουσα του δικαστηρίου, οι τρεις γιοι της Τζιν Χάνλον παρακολουθούσαν τη διαδικασία με εμφανή συγκίνηση, την ώρα που η εισαγγελική πρόταση άνοιγε τον δρόμο για την τελική κρίση του δικαστηρίου σε μια υπόθεση που εκκρεμεί εδώ και 17 χρόνια. Με δάκρυα στα μάτια άκουγαν την εισαγγελέα να λέει ότι θεωρεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είναι ένοχος ο κατηγορούμενος, με τον ένα γιο του θύματος, τον Michael, μάλιστα, να ξεσπάει σε λυγμούς.

Η διαδικασία συνεχίζεται με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και την τελική απόφαση του δικαστηρίου, η οποία αναμένεται να ρίξει φως σε μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή εδώ και 17 ολόκληρα χρόνια, σύμφωνα με το neakriti.gr.

Το χρονικό της υπόθεσης

Η 54χρονη Βρετανίδα, που ζούσε μόνιμα στην περιοχή των Γουβών του Δήμου Χερσονήσου, είχε βρεθεί νεκρή τον Μάρτιο του 2009, όταν το σώμα της εντοπίστηκε να επιπλέει στο λιμάνι του Ηρακλείου. Αρχικά ο θάνατός της είχε αποδοθεί σε πνιγμό, ωστόσο η πορεία της έρευνας, σε συνδυασμό με συμπληρωματική ιατροδικαστική έκθεση, άλλαξε τα δεδομένα και οδήγησε τις Αρχές στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση δεν αφορούσε ατύχημα ή αυτοχειρία, αλλά ανθρωποκτονία. Σύμφωνα με τα ιατροδικαστικά δεδομένα που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, η άτυχη γυναίκα έπεσε και χτύπησε στο έδαφος, υπέστη μη αναστρέψιμη βλάβη στον εγκέφαλο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε και πετάχτηκε στη θάλασσα. Μάλιστα, η προϊσταμένη της Ιατροδικαστικής Μονάδας του ΠΑΓΝΗ, Έλενα Κρανιώτη, κατέθεσε ότι, κατά την εκτίμησή της, όταν το σώμα της Τζιν Χάνλον ρίχτηκε στη θάλασσα, εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή.

Ο 55χρονος κατηγορούμενος είχε βρεθεί από την πρώτη στιγμή στο κάδρο των υπόπτων, ωστόσο ο φάκελος της υπόθεσης άνοιξε και έκλεισε επανειλημμένα όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να προχωρήσει ποινική διαδικασία σε βάρος κάποιου από τους ανθρώπους που είχαν εξεταστεί. Η υπόθεση επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο όταν, σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο, μια ανώνυμη καταγγελία το 2024 ενεργοποίησε εκ νέου την έρευνα, ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και η ιδιωτική έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της οικογένειας και τα στοιχεία της οποίας κατατέθηκαν στις ανακριτικές αρχές του Ηρακλείου. Έτσι, παρά το γεγονός ότι υπήρξε στο ενδιάμεσο ακόμη και εισαγγελική πρόταση για μη παραπομπή, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου αποφάσισε τελικά την παραπομπή του 55χρονου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λασιθίου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην εξέλιξη της δίκης είχε η κατάθεση του ιδιωτικού ερευνητή της οικογένειας, Χάρη Βεραμόν, ο οποίος βρέθηκε για περισσότερες από δύο ώρες στο βήμα του μάρτυρα την περασμένη Τετάρτη, παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα της πολύμηνης έρευνάς του. Ο ίδιος δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου ότι, αν και δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα σε ποιο ακριβώς σημείο έγινε η επίθεση και από πού μεταφέρθηκε η Τζιν Χάνλον στη θάλασσα, παραμένει απόλυτα πεπεισμένος για την ενοχή του κατηγορουμένου. Όπως είπε, από τη στιγμή που η 54χρονη έφυγε από το καφέ «Μαρίνα» στο λιμάνι του Ηρακλείου μέχρι και το τραγικό τέλος της, υπάρχει ένα «νοητό κενό» στην αλληλουχία των γεγονότων, το οποίο όμως – κατά την εκτίμησή του – δεν αναιρεί την ουσία των στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί.

Ο Χάρης Βεραμόν στάθηκε ιδιαίτερα και στο πιθανό κίνητρο, το οποίο συνέδεσε με την απόρριψη. «Θεωρώ ότι το κίνητρο ήταν η απόρριψη. Η Τζιν Χάνλον τον απέρριψε και αυτό, σε συνδυασμό με διάφορα άλλα γεγονότα, προκάλεσε ένα είδος επιθετικής διέγερσης στον κατηγορούμενο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, κλήθηκε να απαντήσει και στο ερώτημα γιατί η Τζιν Χάνλον δεν απομακρύνθηκε πιο αποφασιστικά από τον κατηγορούμενο μετά τη συνάντησή τους στο καφέ, από τη στιγμή που, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, έδειχνε να αισθάνεται δυσφορία. Ο ιδιωτικός ερευνητής εκτίμησε ότι η άτυχη γυναίκα προσπαθούσε διακριτικά να φύγει χωρίς να προκαλέσει ένταση, σημειώνοντας πως ήταν ένας ιδιαίτερα ανεκτικός άνθρωπος. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίστηκε και το μήνυμα «Help» που είχε στείλει η Τζιν Χάνλον σε φίλους της, ζητώντας τους να μεταβούν στο σημείο όπου βρισκόταν, χωρίς όμως να αναφέρει ότι φοβόταν άμεσα για τη ζωή της.

Σημαντική ήταν και η κατάθεση μίας από τις αδελφές του κατηγορουμένου, η οποία αναφέρθηκε στα σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα που, όπως είπε, αντιμετωπίζει ο αδελφός της. Το θέμα αυτό επανήλθε και κατά την απολογία του 55χρονου, καθώς στο δικαστήριο έγινε λόγος για σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή, με τον ίδιο να φέρεται να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

Στο επίκεντρο της προηγούμενης συνεδρίασης βρέθηκε η απολογία του κατηγορουμένου, η οποία διήρκεσε περίπου μιάμιση ώρα και χαρακτηρίστηκε από επαναλαμβανόμενες αρνήσεις, αλλά και από αντιφάσεις σε σχέση με άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Ο 55χρονος αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στον θανάσιμο τραυματισμό της Τζιν Χάνλον και υποστήριξε ότι δεν τη συνάντησε το μοιραίο βράδυ. Παράλληλα, επέμεινε ότι η σχέση τους ήταν σύντομη, διάρκειας μόλις πέντε έως έξι ημερών, και ότι είχε λήξει πολύ πριν από τον θάνατό της. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με το ημερολόγιο που κρατούσε η ίδια η Τζιν Χάνλον και το οποίο παρέδωσαν στις Αρχές οι γιοι της, όπου – σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο – η σχέση περιγράφεται να είχε διάρκεια περίπου ενάμιση μήνα, ενώ καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος την πίεζε για να τα ξαναβρούν.

Όταν μάλιστα του επισημάνθηκε αυτή η αντίφαση, ο ίδιος απάντησε: «Για να το γράφει, αλήθεια θα είναι. Δεν μπορεί να λέει ψέματα». Σε άλλο σημείο της απολογίας του είπε: «Δεν της είχα πει τίποτα για τα ψυχιατρικά μου προβλήματα. Δεν έκανα κάτι. Γιατί να της κάνω κακό; Ήταν καλή γυναίκα. Είχε ομορφιά μέσα της», επιμένοντας ότι δεν προκάλεσε κακό στην άτυχη γυναίκα.

Ερωτηθείς για τη σχέση τους, ισχυρίστηκε ακόμη ότι δεν έβγαιναν ποτέ μαζί σε δημόσιους χώρους, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν είχαμε βγει ποτέ έξω. Βρισκόμασταν μόνο στο σπίτι της ή στο δικό μου. Δεν ήθελα να βγαίνουμε έξω γιατί ήταν πιο μεγάλη από εμένα. Η οικογένειά μου δεν ήθελε να έχω σχέση μαζί της. Μου έλεγαν “τι κάνεις; γιατί πας μαζί της;”. Η μητέρα μου ήταν προστατευτική, δεν ήθελε να βγαίνω με κορίτσια». Για τον θάνατο της Τζιν Χάνλον ανέφερε πως ενημερώθηκε από δημοσιεύματα του Τύπου και πως δεν την αναζήτησε, επειδή – όπως είπε – είχαν ήδη χωρίσει.

Ένα από τα σημεία που προκάλεσαν αίσθηση στην αίθουσα ήταν η αναφορά του ίδιου ότι διατηρεί ακόμη δύο φωτογραφίες της Τζιν Χάνλον στο σπίτι του, εκ των οποίων η μία βρίσκεται – όπως ακούστηκε στο δικαστήριο – δίπλα στις φωτογραφίες των γονιών του, σε περίοπτη θέση. Όταν η εισαγγελέας τον ρώτησε γιατί κρατά τη φωτογραφία της, από τη στιγμή που – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του – η σχέση τους κράτησε τόσο λίγο, εκείνος απάντησε: «Γιατί να μην τη θυμάμαι καλά; Δεν με είχε πειράξει». Τότε η εισαγγελέας επανήλθε με την ερώτηση: «Εκείνη δεν σας πείραξε. Εσείς την πειράξατε;», με τον 55χρονο να απαντά: «Όχι. Δεν την πείραξα».

Από την πλευρά της οικογένειας, ο δικηγόρος Ηρακλείου και συνήγορος των συγγενών της Τζιν Χάνλον, Απόστολος Ξυριτάκης, δήλωσε στο neakriti.gr ότι, μετά από 17 χρόνια επίμονης προσπάθειας, η υπόθεση βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από την τελική δικαστική απάντηση. Όπως είχε επισημάνει, κατά τις προηγούμενες συνεδριάσεις εξετάστηκαν αναλυτικά οι μάρτυρες και τα στοιχεία της υπόθεσης, ενώ η οικογένεια εμφανίζεται ικανοποιημένη από τον τρόπο που το δικαστήριο εξετάζει σε βάθος κάθε πτυχή της υπόθεσης, χωρίς βιαστικά συμπεράσματα. «Μετά από 17 χρόνια και την επίμονη προσπάθεια της οικογένειας, φαίνεται ότι πλησιάζει η στιγμή που η Δικαιοσύνη θα δώσει την απάντησή της και θα κλείσει ένας κύκλος που παραμένει ανοιχτός σχεδόν δύο δεκαετίες», τόνισε.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, Γιώργος Αθάνατος, ανέφερε ότι κατά την ακροαματική διαδικασία καταγράφηκαν αντιφάσεις τόσο στις καταθέσεις του κατηγορουμένου όσο και μαρτύρων, κάτι που – όπως είπε – είναι έως έναν βαθμό αναμενόμενο, αφού έχουν περάσει 17 χρόνια από τα γεγονότα. Υπενθύμισε, δε, ότι η υπόθεση παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε εκκρεμότητα, καθώς η πρώτη ιατροδικαστική έκθεση δεν κατέληγε με βεβαιότητα στο αν επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια ή αυτοχειρία, ενώ δέκα χρόνια αργότερα η δεύτερη έκθεση έκρινε πιθανότερο το ενδεχόμενο της εγκληματικής ενέργειας.