Η έρευνα για τη φερόμενη εγκληματική οργάνωση στα Χανιά συνεχίζεται και επεκτείνεται σε πολλαπλά μέτωπα, με τις Αρχές να εξετάζουν καταγγελίες για απειλές και πιέσεις σε μάρτυρες, πιθανές διαρροές από την Αστυνομία και ύποπτες επαφές γύρω από τοξικολογικές και ιατροδικαστικές γνωματεύσεις. Παράλληλα, ερευνώνται οικονομικές διαδρομές και συναλλαγές, ενώ νέα στοιχεία και καταθέσεις αξιολογούνται προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχε οργανωμένο δίκτυο με διακριτούς ρόλους και ευρύτερη δράση από αυτή που αρχικά είχε αποκαλυφθεί.
Πιο αναλυτικά
Νέα δεδομένα έρχονται στο προσκήνιο σχετικά με την πολύκροτη υπόθεση της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης στα Χανιά, καθώς η δικαστική έρευνα συνεχίζεται και διευρύνεται σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκονται καταγγελίες για εκφοβισμό μαρτύρων, πιέσεις σε μηνυτές, πιθανή διαρροή πληροφοριών από αστυνομικές έρευνες, αλλά και συνομιλίες που εξετάζονται σε σχέση με τον κατηγορούμενο καθηγητή Τοξικολογίας και τον ιατροδικαστή.
Οι Αρχές επιχειρούν να ξεκαθαρίσουν εάν τα πρόσωπα που ερευνώνται είχαν δημιουργήσει ένα δίκτυο με διακριτούς ρόλους και εάν η φερόμενη δράση του επεκτεινόταν πέρα από τις αρχικές υποθέσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της μεγάλης αστυνομικής έρευνας.
Η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και περίπου δύο χρόνια, ενώ ακόμη και μετά την εξάρθρωση της φερόμενης οργάνωσης συνεχίζουν να προκύπτουν νέα στοιχεία που εξετάζονται από τις δικαστικές Αρχές.
Η καταγγελία για απειλές σε βάρος οικογένειας
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται, σύμφωνα με δικαστικές πηγές, στην κατάθεση γυναίκας, η οποία περιγράφει τις πιέσεις που φέρεται να δέχθηκε η ίδια και η οικογένειά της μετά τον σοβαρό τραυματισμό του συζύγου της.
Η γυναίκα φέρεται να υποστήριξε ότι, λίγο μετά την κατάθεσή της στις Αρχές, δέχθηκε τηλεφώνημα από πρόσωπο που οι Αρχές θεωρούν ως φερόμενο αρχηγό της εγκληματικής οργάνωσης. Όπως καταγγέλλει, κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας δέχθηκε απειλές και πιέσεις προκειμένου να ανακαλέσει όσα είχε αναφέρει στους αστυνομικούς.
Η ίδια φέρεται να επέστρεψε την επόμενη ημέρα στο αστυνομικό τμήμα, προκειμένου να ανακαλέσει τη μήνυσή της. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούνταν και η παρουσία του συζύγου της, ο οποίος νοσηλευόταν έπειτα από σοβαρή χειρουργική επέμβαση.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, οι πιέσεις συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μάλιστα, καταγγέλλεται ότι τόσο η ίδια όσο και μέλη της οικογένειάς της δέχθηκαν επανειλημμένα παραινέσεις να αλλάξουν τις καταθέσεις τους και να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω νομικές ενέργειες.
Η ίδια φέρεται ακόμη να έκανε λόγο για αυτόπτες μάρτυρες που δεν θέλησαν να μιλήσουν στις Αρχές, καθώς φοβούνταν πιθανές συνέπειες.
Ο ισχυρισμός για πρόσβαση σε πληροφορίες της Αστυνομίας
Στην ίδια κατάθεση περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ένας ακόμη ισχυρισμός που εξετάζεται από τις Αρχές.
Η μάρτυρας φέρεται να ανέφερε ότι ο άνθρωπος που θεωρείται ως φερόμενος αρχηγός της οργάνωσης χρησιμοποιούσε τη φράση «Το Μέγαρο είναι δικό του», αφήνοντας να εννοηθεί ότι είχε διασυνδέσεις και επιρροή στο Αστυνομικό Μέγαρο Χανίων.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η γυναίκα υποστήριξε ακόμη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο γνώριζε εκ των προτέρων κινήσεις των διωκτικών Αρχών σε υποθέσεις που το αφορούσαν.
Το συγκεκριμένο σκέλος αξιολογείται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς οι ερευνητές εξετάζουν εάν υπήρχε πράγματι πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με αστυνομικές επιχειρήσεις και εάν αυτές οι πληροφορίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση πιέσεων σε μάρτυρες ή μηνυτές.
Πάντως, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, μέχρι στιγμής δεν έχουν προκύψει στοιχεία που να συνδέουν συγκεκριμένη γυναίκα αστυνομικό με τη φερόμενη δράση. Αντίθετα, οι Αρχές εξετάζουν επαφές και επικοινωνίες με άλλα πρόσωπα που υπηρετούν στην Ελληνική Αστυνομία.
Στο μικροσκόπιο οι τοξικολογικές γνωματεύσεις
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της έρευνας αφορά τις επιστημονικές γνωματεύσεις και ειδικότερα τον ρόλο του καθηγητή Τοξικολογίας και του ιατροδικαστή.
Οι δικαστικές Αρχές εξετάζουν εάν σε συγκεκριμένες ποινικές υποθέσεις χρησιμοποιήθηκαν επιστημονικές εκθέσεις που ενδέχεται να μην ακολούθησαν όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες ή εάν επηρέασαν με οποιονδήποτε τρόπο την πορεία της δικαστικής διερεύνησης.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται σε απομαγνητοφωνημένη συνομιλία που περιλαμβάνεται στη δικογραφία και αφορά την πραγματοποίηση τοξικολογικής εξέτασης.
Στη συνομιλία, σύμφωνα με τις πληροφορίες, δικηγόρος φέρεται να συζητά με τον καθηγητή Τοξικολογίας για το κόστος μιας εξέτασης, αλλά και για τη διαδικασία με την οποία θα μπορούσε να ληφθεί δείγμα τρίχας από άτομο που βρίσκεται προσωρινά κρατούμενο.
Το ζήτημα που εξετάζουν οι Αρχές αφορά κυρίως το κατά πόσο η λήψη και η αποστολή του δείγματος θα μπορούσαν να θεωρηθούν επίσημες και να πληρούν τις απαιτούμενες επιστημονικές και δικονομικές προϋποθέσεις.
Παράλληλα, από τη συνομιλία προκύπτει, σύμφωνα με το υλικό που εξετάζεται, ότι υπήρχε χρονική πίεση, καθώς το αποτέλεσμα της εξέτασης φέρεται να ήταν επιθυμητό πριν από την απολογία του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Τι εξετάζουν οι δικαστικές Αρχές
Οι συγκεκριμένες συνομιλίες δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη τέλεσης αξιόποινης πράξης. Ωστόσο, σύμφωνα με τις δικαστικές πηγές, αξιολογούνται μαζί με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού.
Το βασικό ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι Αρχές είναι εάν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες σε σχέση με τη συλλογή, τη μεταφορά και την ανάλυση βιολογικών δειγμάτων και εάν οι σχετικές γνωματεύσεις χρησιμοποιήθηκαν σε ποινικές υποθέσεις με τρόπο που επηρέασε τη δικαστική κρίση.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται εκ νέου μεγάλος αριθμός τοξικολογικών και ιατροδικαστικών εκθέσεων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν κοινά μοτίβα ή στοιχεία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Παράλληλη έρευνα για οικονομικές διαδρομές
Παράλληλα με την κύρια δικαστική έρευνα, σύμφωνα με πληροφορίες, βρίσκεται σε εξέλιξη και οικονομικός έλεγχος.
Στο μικροσκόπιο έχουν μπει συναλλαγές, οικονομικές διαδρομές και πιθανές διασυνδέσεις προσώπων που περιλαμβάνονται στη μεγάλη δικογραφία.
Οι Αρχές επιχειρούν να διαπιστώσουν εάν υπάρχουν οικονομικά στοιχεία που συνδέονται με τις υπό διερεύνηση δραστηριότητες και εάν προκύπτουν ενδείξεις για διακίνηση ή νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και η έρευνα των αρμόδιων υπηρεσιών συνεχίζεται. Οι νέες καταθέσεις, οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, οι οικονομικοί έλεγχοι και η επανεξέταση παλαιότερων επιστημονικών εκθέσεων αναμένεται να αποτελέσουν βασικά εργαλεία για την πλήρη αποσαφήνιση της υπόθεσης.
