Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, ο Δημήτριος Καλλέργης και οι στρατιώτες που τον ακολούθησαν ανάγκασαν τον βασιλιά Όθωνα να αποδεχθεί την παραχώρηση Συντάγματος, σε μια εξέγερση που έδειξε την αντίθεση των Ελλήνων στη βαυαρική και ξένη επιρροή στη χώρα. Αν και το νέο πολίτευμα περιόρισε τυπικά τις βασιλικές εξουσίες, στην πράξη η Ελλάδα συνέχισε να ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενώ η μέρα αυτή έμεινε ιστορική ως σταθμός για τη συνταγματική πορεία του ελληνικού κράτους.
Πιο αναλυτικά
Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 είναι η μέρα που οι Έλληνες απαίτησαν Σύνταγμα από τον βασιλιά Όθωνα, τρομάζοντας κυριολεκτικά την Ευρώπη, καθώς για ακόμη μια φορά έγιναν τα «κακά παιδιά».
Το Σύνταγμα (από εκεί προέρχεται και το όνομα της πλατείας Συντάγματος) είναι ο καταστατικός χάρτης που ορίζει τη λειτουργία του κράτους. Φαινομενικά, μοιάζει με κουρελόχαρτο που επικαλούνται οι πολιτικοί όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Χωρίς αυτό όμως δεν θα υπήρχαν τα σύγχρονα κράτη και ο κόσμος θα λειτουργούσε όπως στον Μεσαίωνα, δηλαδή με τίτλους ευγενείας, δούλους κτλ.
Η ιδέα του Συντάγματος προέρχεται από τον Διαφωτισμό και εφαρμόστηκε στις επαναστάσεις της εποχής, από τη Βρετανία στα μέσα του 17ου αιώνα, έως τη Γαλλική και Αμερικανική Επανάσταση. Ωστόσο, μόνο στην Αγγλία δημιουργήθηκε Σύνταγμα που επέτρεπε στο μονάρχη να κυβερνά όπως θέλει, μοιραζόμενος ορισμένες αποφάσεις με τους υπόλοιπους (είτε αυτοί ήταν ευγενείς, είτε προέρχονταν από τον λαό κτλ).
Αντιθέτως, στη Γαλλική και Αμερικανική Επανάσταση οι άνθρωποι αποφάσισαν να κυβερνούν οι ίδιοι τους εαυτούς τους και όχι να ορίζουν ένα άτομο που θα αποφασίζει για αυτούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα δύο κράτη που δημιουργήθηκαν τότε να αντιμετωπίζονται εχθρικά από την Ευρώπη, με αποκορύφωμα τους Ναπολεόντειους πολέμους.
Οι Έλληνες λοιπόν, κατά την επανάσταση του 1821 συζητούσαν κρυφά τη δημιουργία ενός Συντάγματος και το κατήρτισαν την 1η Μαΐου 1827 στη Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Τότε, όρισαν ως κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια, που θα εκτελούσε χρέη αρχηγού κράτους μέχρι οι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία [είχε ηττηθεί η επανάσταση], Ρωσία και Πρωσία) να διορίσουν ως αρχηγό των Ελλήνων δικό τους άτομο.

Και γιατί έπρεπε οι ξένοι να αποφασίσουν ποιος θα κυβερνά την Ελλάδα; Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, οι παραπάνω χώρες αποφάσισαν να καταπνίξουν οποιαδήποτε επανάσταση στην Ευρώπη, γιατί οι τότε βασιλικές οικογένειες δεν ήθελαν να χάσουν την εξουσία, πόσο μάλλον να τη μοιραστούν με «κοινούς θνητούς».
Η Αγγλία, για δικά της συμφέροντα όμως, αθέτησε τη συμφωνία και στήριξε την επανάσταση του 1821, με αντάλλαγμα ότι ξένος θα κυβερνούσε την Ελλάδα, ώστε η χώρα να ελέγχεται επισήμως.
Οι Έλληνες, αντιστεκόμενοι όμως, κατήρτισαν Σύνταγμα και το 1830 ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεισε τον Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ (μετέπειτα πρώτος Βασιλιάς των Βέλγων) να γίνει βασιλιάς των Ελλήνων. Μάλιστα, προς έκπληξη όλων, ο Λεοπόλδος ανακοίνωσε ότι θα σεβαστεί το ελληνικό Σύνταγμα, αποδεχόμενος να μην κυβερνά όπως θέλει, αλλά μαζί με άλλους.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις, αναστατωμένες από τις εξελίξεις, απαγόρευσαν στον Λεοπόλδο να γίνει βασιλιάς των Ελλήνων και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισαν βασιλιά τον Όθωνα, που καταγόταν από οικογένεια που ένωνε μεν τους ευρωπαϊκούς βασιλικούς οίκους, αλλά χωρίς να μπορεί να διεκδικήσει τον θρόνο κάποιας χώρας ή η καταγωγή του να αποτελέσει την αφορμή.
Οι Βαυαροί που κυβέρνησαν την Ελλάδα όσο ο Όθωνας ήταν παιδί, αλλά και στη συνέχεια (υπάρχουν αναφορές ότι είχε νοητική στέρηση), αδιαφόρησαν για τη χώρα. Για εκείνους, Ελλάδα ήταν μόνο η Αθήνα, που ορίστηκε και πρωτεύουσα του κράτους, και επάνδρωναν το κράτος με συμπατριώτες τους ή άτομα γερμανικής καταγωγής, ώστε να επικοινωνούν, καθώς για αυτούς οι Έλληνες ήταν ξένοι και το ανάποδο.

Όπως είναι λογικό, η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει και εκτροχιάστηκε τόσο, ώστε ορισμένοι να θεωρούν λάθος την Επανάσταση του 1821, με το επιχείρημα «χύσαμε αίμα να απελευθερωθούμε από τον Τούρκο, τον ξένο, για να μας κυβερνά πάλι ένας ξένος;».
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, λοιπόν, ο Δημήτριος Καλλέργης, συνταγματάρχης του Ιππικού και επικεφαλής της Φρουράς των Αθηνών, σε συνεννόηση με άλλους Έλληνες, οδήγησε 2.000 στρατιώτες στα ανάκτορα του βασιλιά (σημερινή Βουλή) και απαίτησε Σύνταγμα.
Ο Όθωνας, μην μπορώντας να διαφύγει από το κτίριο και αδυνατώντας να ζητήσει βοήθεια, συμφώνησε φοβούμενος για τη ζωή του. Στη συνέχεια όμως, ανέλαβαν οι συνεργάτες των Μεγάλων Δυνάμεων (ντόπιοι και ξένοι), καταρτίζοντας Σύνταγμα που θεωρητικά επέτρεπε στους Έλληνες να κυβερνούν τη χώρα τους, αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για ψευδαίσθηση.
Τι προέβλεπε το Σύνταγμα του 1843
Το Σύνταγμα του 1843 κατήργησε το μέχρι τότε δικαίωμα του βασιλιά να κυβερνά όπως θέλει, καθώς η εξουσία του πήγαζε απευθείας από τον Θεό, ο οποίος τον διάλεγε προσωπικά (έτσι πίστευαν τότε).
Συγκεκριμένα, προέβλεπε:
Νομοθετική εξουσία: Μέχρι τότε νομοθετούσε ο βασιλιάς όπως ήθελε. Πλέον, οι νόμοι πέραν από τον μονάρχη θα εξετάζονταν από τη Βουλή (εκλεγμένη από τον λαό) και από τη Γερουσία (εκλεγμένη από τον βασιλιά).
Εκτελεστική εξουσία: Παρέμενε στον βασιλιά
Δικαστική εξουσία: Παρέμενε στον βασιλιά, ο οποίος όριζε τους δικαστές
Το Σύνταγμα του 1827
Το Σύνταγμα του 1827 δεν εφαρμόστηκε ποτέ και προέβλεπε τα εξής:
Νομοθετική εξουσία: Νομοθετεί η Βουλή που εκλέγεται από τον λαό και όχι ο μονάρχης
Δικαστική εξουσία: Ανεξάρτητη από τους νομοθέτες και τον μονάρχη
Εκτελεστική εξουσία: Ο μονάρχης αποφάσιζε για την εκτέλεση των εκάστοτε νόμων, που δεν μπορούσε να ακυρώσει, ακόμη κι αν δεν ήθελε να τους εφαρμόσει
Τι άλλαξε από την 3η Σεπτεμβρίου 1843
Επί της ουσίας στην Ελλάδα δεν άλλαξε κάτι από την 3η Σεπτεμβρίου 1843, καθώς οι εκάστοτε μονάρχες συνέχισαν να δρουν όπως θέλουν, πάντα σε συνεννόηση με τις Μεγάλες Δυνάμεις, με αποτέλεσμα ό,τι ακολούθησε στη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας.
Ωστόσο, η Ελλάδα παρέμεινε στις μέχρι τότε λίγες χώρες (Αϊτή, Γαλλία, ΗΠΑ) που επισήμως αμφισβήτησαν το status quo της εποχής, δηλαδή να κυβερνά ένα άτομο όπως θέλει, κάτι που άλλαξε τον 20ό αιώνα, πρώτη φορά μετά το 27 π.Χ., όταν επισήμως ιδρύθηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την Ευρώπη κυβερνούσε ένα άτομο, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί η μοναρχία.
