Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε χθες, μιλώντας στο ετήσιο δείπνο «Back-to-Business Dinner 2026» του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, ότι «Το καλύτερο επενδυτικό κίνητρο είναι ένα κράτος που λειτουργεί αποτελεσματικά». Παράλληλα, ανέφερε: «χαιρετίζουμε την πρόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να επιδιώξει στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Ο υπουργός υπογράμμισε τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και την ισχυρή, διεθνοποιημένη ελληνική οικονομία. Για τον τουρισμό σημείωσε ότι «η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού δεν αφορά μόνο στην αύξηση των αφίξεων. Αφορά, με οικονομικούς όρους, στην προσέλκυση επενδύσεων σε υποδομές και σε σύγχρονες υπηρεσίες φιλοξενίας».

Αναφέρθηκε ακόμη στα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια, τα οποία διευρύνουν τα αγγλόφωνα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματά τους, καθώς και στις προϋποθέσεις που έχει η χώρα για να γίνει ένας ιδιαίτερα δυναμικός διεθνής κόμβος περιφερειακής εκπαίδευσης.

Παράλληλα, ο υπουργός επισήμανε ότι η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει στρατηγική θέση στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Νέες προοπτικές διαμορφώνουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, οι υποδομές φυσικού αερίου και τα συστήματα αποθήκευσης. Καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία σε αυτούς τους τομείς, η συνεργασία των δύο χωρών μπορεί να ωφελήσει αμοιβαία τις πλευρές. Αντίστοιχα ισχύει και στη ναυτιλία, καθώς η θάλασσα αποτέλεσε για Ελλάδα και Βρετανία πεδίο οικονομικής ανάπτυξης. Είναι, άλλωστε, γνωστοί οι δεσμοί πολλών γενεών ανάμεσα στην ελληνική πλοιοκτησία και το ναυτιλιακό οικοσύστημα του Λονδίνου.

«Εξοχότατε, αξιότιμα μέλη του Ελληνοβρετανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα αρχικά να καλωσορίσω θερμά τον νέο πρέσβη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα, Stephen Lillie CMG, και να του ευχηθώ καλή επιτυχία στην αποστολή του. Η σημαντική διπλωματική του διαδρομή, στην οποία περιλαμβάνεται και η θητεία του στην Κύπρο, του έχει προσφέρει πολύτιμη εμπειρία και ουσιαστική γνώση της περιοχής μας.

Οι σχέσεις Ελλάδας και Βρετανίας δεν εξαντλούνται στην κοινή ιστορία φιλίας. Επεκτείνονται στην άμυνα, την παιδεία, την επιστήμη, τη ναυτιλία, το εμπόριο και τον πολιτισμό, ενώ στηρίζονται σε κοινές αξίες και μακροχρόνια στρατηγικά συμφέροντα. Για να διαμορφωθεί, όμως, το μέλλον απαιτούνται πολιτική βούληση και αποφασιστικές πρωτοβουλίες, όχι μόνο ιστορικοί δεσμοί. Στόχος μας πρέπει να είναι η αναβάθμιση της διαχρονικής συνεργασίας σε ισχυρότερη στρατηγική οικονομική εταιρική σχέση για τις επόμενες δεκαετίες.

Σε συνθήκες γεωπολιτικής αβεβαιότητας και εντονότερου ανταγωνισμού, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει μόνη της. Παράλληλα, κανένα κράτος δεν μπορεί να στηρίξει το μέλλον του αποκλειστικά στα πλεονεκτήματα που κληρονόμησε από το παρελθόν. Χρειάζεται να επιδιώκουμε τη δημιουργία νέων πλεονεκτημάτων.

Κυρίες και κύριοι,

Σε μεγάλο βαθμό, οι ευκαιρίες δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους, είτε μιλάμε για ανθρώπους είτε για κράτη. Περίπου δέκα χρόνια πριν, η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης. Σήμερα αναγνωρίζεται ευρέως ως παράδειγμα μιας από τις πιο επιτυχημένες επιστροφές στην ιστορία. Η πορεία αυτή δεν ήταν ούτε αυτόματη ούτε τυχαία: η Ελλάδα έδειξε ότι η δημοσιονομική υπευθυνότητα μπορεί να συμβαδίζει με την ανάπτυξη της οικονομίας και την κοινωνική πρόοδο.

Αποτελούν επιτεύγματα για τα οποία δικαίως αισθανόμαστε υπερήφανοι. Ωστόσο, στην επόμενη περίοδο της οικονομικής πολιτικής δεν αρκεί να ανακτήσουμε όσα χάθηκαν στην κρίση, ακόμη κι αν το κάνουμε με διαφορετικό τρόπο. Χρειαζόμαστε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, στο οποίο η Βρετανία μπορεί να συμβάλει ως ιδιαίτερα σημαντικός εταίρος, καθώς οι δύο οικονομίες έχουν σημαντικές συμπληρωματικότητες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκονται ένα από τα κορυφαία διεθνή χρηματοοικονομικά κέντρα, πανεπιστήμια υψηλού επιπέδου, ανεπτυγμένη επιστημονική έρευνα και μεγάλη τεχνογνωσία στη χρηματοδότηση της καινοτομίας. Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει ένα σταθερό τραπεζικό σύστημα, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και διαθέτει πολύ ισχυρό νόμισμα. Στα πλεονεκτήματά της περιλαμβάνονται επίσης η στρατηγική γεωγραφική θέση, ο σημαντικότερος ναυτιλιακός στόλος παγκοσμίως, δυναμικοί τομείς όπως ο τουρισμός, η ενέργεια και οι υπηρεσίες, καθώς και εργατικό δυναμικό υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου.

Η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας αποκτά πλέον ισχυρότερη θεσμική βάση. Με την ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στη Euronext, δημιουργούνται οι όροι για μεγαλύτερη προβολή των ελληνικών επιχειρήσεων και ευκολότερη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια. Από τον περασμένο Ιούνιο, μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες εισέρχονται στην Euronext Athens, αναδεικνύοντας τη δυναμική της εξέλιξης. Για τις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας και Βρετανίας, η νέα αυτή συνθήκη προσθέτει ένα πεδίο συνεργασίας, καθώς μια πιο διασυνδεδεμένη ελληνική κεφαλαιαγορά προσφέρει αυτονόητα περισσότερες δυνατότητες στους Βρετανούς επενδυτές.

Ισχυρή παραμένει και η δραστηριότητα βρετανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Το 2025, το Ηνωμένο Βασίλειο βρέθηκε στην πρώτη θέση ως προς τις επενδυτικές ροές προς τη χώρα, με 5,3 δισ. ευρώ. Βρετανικές εταιρείες έχουν παρουσία σε τομείς όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, ο τουρισμός, η υγεία και τα ακίνητα.

Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται, επίσης, έντονο ενδιαφέρον από βρετανικά επενδυτικά κεφάλαια για την ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Το ενδιαφέρον αφορά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αλλά πλέον και την ανώτατη. Για πολλές δεκαετίες καθυστερήσαμε σημαντικά να κινηθούμε σε αυτόν τον τομέα, όμως πλέον διορθώσαμε αυτή την ιστορική εκπαιδευτική εκκρεμότητα.

Αξίζει να σταθούμε σε αυτή τη μεγάλη μεταβολή, που θεωρώ ότι συνιστά αλλαγή παραδείγματος. Για δεκαετίες, χιλιάδες Έλληνες φοιτητές έφευγαν κάθε χρόνο για σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο· τώρα, μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα από εκεί επιδιώκουν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Η χώρα μας διαθέτει, μαζί με τα δημόσια πανεπιστήμια που αυξάνουν τα αγγλόφωνα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα, τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε δυναμικό διεθνές κέντρο περιφερειακής εκπαίδευσης. Έτσι ανοίγονται σημαντικές δυνατότητες συνεργασίας για τα πανεπιστήμια των δύο χωρών. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία επένδυση, αλλά για έναν τομέα που αφορά τον βασικότερο συντελεστή οικονομικής ανάπτυξης, το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Δεν θα μπορούσαμε να εξετάσουμε τις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών χωρίς αναφορά στον τουρισμό, έναν από τους ισχυρότερους ανθρώπινους δεσμούς ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βρετανία. Τα στοιχεία του 2025 δείχνουν ότι οι εισπράξεις από επισκέπτες του Ηνωμένου Βασιλείου αυξήθηκαν κατά 18,41% και έφτασαν τα 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι αφίξεις Βρετανών επισκεπτών διαμορφώθηκαν περίπου στα 4,9 εκατομμύρια, κατατάσσοντας τη χώρα στη δεύτερη θέση των τουριστικών αγορών για την Ελλάδα, λίγο πίσω από τη Γερμανία. Η μελλοντική ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην αύξηση των αφίξεων. Με οικονομικούς όρους, προϋποθέτει επενδύσεις σε υποδομές και σύγχρονες υπηρεσίες φιλοξενίας.

Χρειάζεται, πάντως, να αποσαφηνιστεί ότι οι επενδύσεις δεν προσελκύονται μόνο με φορολογικά κίνητρα, αλλά κυρίως με εμπιστοσύνη στην οικονομία και στους θεσμούς. Οι επενδυτές χρειάζονται αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και διαφανές φορολογικό σύστημα. Γι’ αυτό οι μεταρρυθμίσεις των κυβερνήσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη τα τελευταία χρόνια στη δημόσια διοίκηση, την ψηφιοποίηση και τη φορολογική συμμόρφωση αποτελούν κεντρικούς πυλώνες της οικονομικής μας πολιτικής. Το αποτελεσματικό κράτος είναι, τελικά, το ισχυρότερο επενδυτικό κίνητρο.

Η τεχνολογία συνιστά έναν ακόμη μεγάλο τομέα στον οποίο μπορούμε να συνεργαστούμε. Συχνά περιγράφουμε την τεχνολογική επανάσταση ως ένα νέο κύμα οικονομικής μεταβολής. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη τεχνολογία: ήδη αλλάζει τα πάντα και αναμένεται να επιφέρει ριζικές αλλαγές.

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει σημειώσει άλμα στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, μια πορεία που αναγνωρίζεται διεθνώς και επηρεάζει κάθε τομέα. Αυτό φαίνεται τόσο στη διαχείριση των εμβολιασμών κατά την πανδημία όσο και στη δημιουργία πλεονασμάτων από τη φορολογική διοίκηση, μέσω της ψηφιοποίησης της οικονομίας και της σύνδεσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με απλές τεχνολογικές λύσεις. Καθοριστική για εμάς υπήρξε η εμπειρία του gov.gr, η οποία συνδέθηκε και με συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο: αντλήσαμε έμπνευση από το gov.uk, που δημιουργήθηκε, αν δεν κάνω λάθος, το 2011.

Στα πρώτα στάδια, στελέχη και ολόκληρη η ομάδα του gov.uk εκπαίδευσαν τους ανθρώπους μας στο τότε υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Θυμάμαι ιδιαίτερα τον Μάικ Μπράκεν και τον Τομ Λούσμορ, σημαντικές προσωπικότητες στον χώρο της τεχνολογίας. Αν τους ρωτήσετε σήμερα, κύριε πρέσβη, θεωρούν ότι αξιοποιήσαμε αυτό το επιτυχημένο μοντέλο και το εξελίξαμε περαιτέρω, εν μέρει λόγω των δυσκολιών της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Πλέον, το gov.gr παρέχει περίπου 2.500 ψηφιακές υπηρεσίες και θεωρείται μία από τις δημοφιλέστερες μεταρρυθμίσεις στην ιστορία της χώρας.

Έχει μεγάλη αξία να μελετά κανείς πρακτικές που έχουν αποδώσει στην πράξη. Ωστόσο, όπως θα μου επιτρέψετε να πω απλά, στην πολιτική δεν υπάρχει «copypaste». Όταν είχα την προηγούμενη ιδιότητά μου, συνήθιζα να παρομοιάζω τις μεταρρυθμίσεις με μεταμοσχεύσεις: απαιτείται συμβατότητα δότη και δέκτη. Το gov.uk αποδείχθηκε ιδιαίτερα συμβατό με τις ανάγκες μας και γι’ αυτό αποκομίσαμε πολλά διδάγματα. Πέρα από την τεχνική διάσταση, το μάθημα έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα: η πολιτική βούληση, η τεχνογνωσία και η πραγματική διάθεση διοικητικής αλλαγής μπορούν να επιφέρουν πολλά.

Μέσα στο διαρκώς επιταχυνόμενο κύμα τεχνολογικών μεταβολών, το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει ισχυρά πανεπιστήμια και ζωντανό οικοσύστημα επιχειρήσεων Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι συνεργασίες ανάμεσα σε ελληνικές και βρετανικές εταιρείες μπορούν να στηρίξουν ουσιαστικά την προσαρμογή μας στις αλλαγές και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων των νέων τεχνολογιών. Έτσι θα ενισχυθεί και η παραγωγικότητα της οικονομίας, που αποτελεί το επόμενο μεγάλο στοίχημά μας.

Ένα ακόμη παράδειγμα είναι ο «Δαίδαλος», ο νέος εθνικός υπερυπολογιστής της Ελλάδας. Ο σχεδιασμός του ξεκίνησε όταν βρισκόμουν στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και πρόσφατα εγκαινιάστηκε στο Λαύριο από τον πρωθυπουργό. Αποτελεί μία από τις πλέον προηγμένες υπολογιστικές υποδομές της Ευρώπης και βρίσκεται στον πυρήνα του ελληνικού «εργοστασίου» Τεχνητής Νοημοσύνης (AIFactoryPHAROS), με αποστολή την εκπαίδευση σύνθετων μοντέλων AI. Ερευνητές, πανεπιστήμια, νεοφυείς επιχειρήσεις και μικρομεσαίες εταιρείες θα έχουν κατά βάση δωρεάν πρόσβαση στον «Δαίδαλο», συμβάλλοντας στην καινοτομία στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Οι προκλήσεις της εποχής είναι μεγάλες, αλλά το ίδιο ισχύει και για τις ευκαιρίες. Η ενεργειακή ασφάλεια έχει επανέλθει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις υπενθυμίζουν ότι η ενέργεια συνδέεται με την εθνική ασφάλεια, τη στρατηγική αυτονομία και την κοινωνική συνοχή.

Στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει στρατηγικό ρόλο. Οι ανανεώσιμες πηγές, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τα συστήματα αποθήκευσης και οι υποδομές φυσικού αερίου δημιουργούν νέες προοπτικές. Το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία στον σχετικό τομέα και, επομένως, οι δύο χώρες μπορούν να αναπτύξουν μια συνεργασία αμοιβαίου οφέλους.

Ανάλογες δυνατότητες υπάρχουν στη ναυτιλία. Η θάλασσα αποτέλεσε και για τις δύο χώρες πρόσφορο πεδίο οικονομικής επέκτασης, ενώ οι δεσμοί της ελληνικής πλοιοκτησίας με το ναυτιλιακό οικοσύστημα του Λονδίνου είναι γνωστό ότι εκτείνονται σε πολλές γενιές. Η διεθνής ναυτιλία, ωστόσο, βρίσκεται σήμερα ενώπιον μεγάλης μετάβασης. Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει την κλίμακα και την εμπειρία του ναυτιλιακού της κλάδου, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να προσφέρει ασφαλιστικές υπηρεσίες και άλλες δυνατότητες. Μέσα από κοινές πρωτοβουλίες μπορούν να προκύψουν συνεργασίες διεθνούς εμβέλειας.

Η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια αγορά δέκα εκατομμυρίων κατοίκων: ανήκει στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και βρίσκεται στο γεωγραφικό σημείο συνάντησης τριών ηπείρων. Πρέπει να μετατρέψουμε τη γεωγραφική θέση μας από πλεονέκτημα σε παραγωγική ισχύ. Το θέμα συζητείται εδώ και χρόνια, αλλά τώρα έχουμε αρχίσει να αξιοποιούμε το σύνολο των δυνατοτήτων μας και βρισκόμαστε σε εξέλιξη μιας διαδρομής που θα καταλήξει σε πλήρη επιτυχία.

Κυρίες και κύριοι,

Το κοινό παρελθόν μπορεί να δημιουργήσει τις βάσεις, αλλά το μέλλον διαμορφώνεται από τις σημερινές αποφάσεις. Για να παραμείνουν ισχυρές οι σχέσεις μας, χρειάζονται ανανέωση μέσα από κοινά συμφέροντα και πρωτοβουλίες. Η Ελλάδα έχει μεταβληθεί και πλέον μπορεί να διεκδικήσει ουσιαστικότερη θέση στον ευρωπαϊκό και διεθνή οικονομικό καταμερισμό. Αυτό θέλουμε να μεταφέρουμε ειδικά στους Βρετανούς φίλους μας: δεν ζητάμε απλώς να μας εμπιστευθούν για όσα πετύχαμε, αλλά καλούμε τους εταίρους να επενδύσουν στις δυνατότητες που έχουμε αποδείξει ότι διαθέτουμε για το μέλλον.

Η πολιτική αποκτά περιεχόμενο όταν προσανατολίζεται στο μέλλον. Η οικονομική προοπτική της Ευρώπης συνδέεται άμεσα και έμμεσα και με τη σχέση μας με το Ηνωμένο Βασίλειο. Με αυτή την αφορμή, θα ήθελα να μιλήσω και ως επικεφαλής του Eurogroup. Μια ευρωζώνη που αναπτύσσεται, επενδύει και καινοτομεί, διευρύνοντας τις δικές της ευκαιρίες, δημιουργεί ταυτόχρονα περισσότερες δυνατότητες για τους εταίρους της. Στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έχουμε την ευθύνη να συνδυάσουμε τη σταθερότητα με τις φιλοδοξίες μας. Πρέπει να διασφαλίσουμε, για παράδειγμα, ότι μια καλή επιχειρηματική ιδέα —θέμα που συζητάμε έντονα αυτό το διάστημα στα ευρωπαϊκά συμβούλια— μπορεί να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί στην Ευρώπη, προτού διεκδικήσει θέση στη διεθνή αγορά. Η αυτοκριτική μας είναι ότι αυτό δεν επιτυγχάνεται σήμερα στην απαιτούμενη κλίμακα. Γι’ αυτό συζητούμε για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η οποία θα μπορούσε να μετατρέψει σε επενδύσεις μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων, που ξεπερνούν τα 10 τρισ. ευρώ, απελευθερώνοντας έτσι πολύ ισχυρότερη αναπτυξιακή δυναμική. Πρόκειται για μία από τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να υλοποιηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι σύνθετες διεθνείς συνθήκες και οι πολλαπλές πιέσεις δυσκολεύουν το περιβάλλον. Τα επιτόκια είναι υψηλότερα και το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί. Συγκρίνοντας το 2016 με το 2026, το μέσο επιτόκιο στην Ευρωζώνη βρίσκεται πλέον στο 4%, ενώ τότε ήταν 1,1%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με σειρά παραγόντων: την ενεργειακή κρίση, τη γεωπολιτική αστάθεια, τα υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα, τις αυξημένες ανάγκες για αμυντικές και επενδυτικές δαπάνες, καθώς και τη γήρανση του πληθυσμού, που επηρεάζει και τον κοινωνικό προϋπολογισμό. Ρόλο έχει και η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης: τα κράτη διεκδικούν κεφάλαια για την έκδοση ομολόγων, ενώ παράλληλα ανταγωνίζονται τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες για δανεισμό από τις ίδιες αγορές. Η πίεση που ασκείται στα επιτόκια είναι ανοδική και όλοι αυτοί οι παράγοντες διαμορφώνουν νέα δεδομένα στις διεθνείς αγορές.

Η ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει και σημαντικές χρηματοοικονομικές επιπτώσεις. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί όχι μόνο τεχνολογική, αλλά και, υπό μία έννοια, μακροοικονομική δύναμη, γεγονός που πρέπει να συνυπολογίσουμε πλήρως σε κάθε οικονομικό σχεδιασμό.

Για την Ευρώπη, αυτό αποτελεί επιπλέον λόγο να εμβαθύνει τις κεφαλαιαγορές της, ώστε να κατευθύνει τις αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις, όπως περιέγραψα προηγουμένως. Παράλληλα, Ελλάδα και Ευρώπη παρουσιάζουν μια αναλογία: πολλά αναγκαία βήματα καθυστέρησαν για χρόνια, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα «μέρισμα του προφανούς», εφόσον η πολιτική βούληση ευθυγραμμιστεί με τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες.

Όπως δείχνουν οι εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα, θεωρώ ότι η Ευρώπη πλησιάζει αυτή τη μεταβολή. Στην Ένωση Κεφαλαιαγορών, η πρόοδος των τελευταίων δέκα μηνών ξεπερνά, κατά την εκτίμησή μου, εκείνη ολόκληρης της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτό ενισχύει την αισιοδοξία ότι θα υπάρξουν ανάλογες εξελίξεις και σε άλλους τομείς: στην Τραπεζική Ένωση, την Ενεργειακή Ένωση, την τεχνολογική πολιτική της Ευρώπης και την αμυντική πολιτική, σε συνδυασμό με την οικονομία. Σε όλα αυτά, η στενότερη συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα από τα κορυφαία χρηματοοικονομικά κέντρα παγκοσμίως, μπορεί να δημιουργήσει νέες προοπτικές για επενδύσεις, ανάπτυξη και καινοτομία.

Το κοινό ερώτημα είναι πώς αξιοποιούμε τα διαθέσιμα κεφάλαια ως παραγωγική δύναμη, πώς βοηθούμε τις επιχειρήσεις να αναπτυχθούν, να εξαγάγουν και να προσφέρουν ποιοτικές θέσεις εργασίας, και πώς εξασφαλίζουμε τη σταθερότητα που χρειάζονται οι επενδυτές για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η ελληνική και η βρετανική επιχειρηματική κοινότητα μπορούν να συμβάλουν με πρακτικές λύσεις. Ως επικεφαλής του Eurogroup, θεωρώ ότι μια ισχυρότερη οικονομικά Ευρώπη οφείλει να συνεργάζεται με σημαντικούς εταίρους, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ώστε να αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητές της. Η επιτυχία της μίας πλευράς δημιουργεί ευκαιρίες και για την άλλη.

Αγαπητοί φίλοι,

Το σημερινό διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από μεγάλη αστάθεια και αβεβαιότητα. Οι δύο συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή επηρεάζουν την ασφάλεια, τις αγορές ενέργειας, τις εμπορικές ροές και τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Οι επιπτώσεις τους ξεπερνούν τις περιοχές όπου διεξάγονται και αγγίζουν πολίτες και επιχειρήσεις σε όλο τον κόσμο. Σε αυτές τις συνθήκες, η στενότερη συνεργασία εταίρων με κοινές αξίες και συμφέροντα αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα, με σταθερή και αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ισχυρούς λόγους να ενισχύσουν τους δεσμούς συνεργασίας τους. Καλωσορίζουμε την πρόθεση της βρετανικής κυβέρνησης να επιδιώξει στενότερη σχέση με την ΕΕ. Μια βαθύτερη συνεργασία μπορεί να ενδυναμώσει την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και την ευημερία σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ιστορία, εμπόριο και πολιτισμός μάς ενώνουν με πολλούς τρόπους· θα ήταν, τουλάχιστον, αντιπαραγωγικό να πιστέψουμε ότι μια στενή θαλάσσια λωρίδα μπορεί να μας χωρίσει.»