Το Πολεμικό Ναυτικό θα μπορούσε να αποκτήσει ένα σταθερό πλαίσιο για την κατασκευή σημαντικού αριθμού νέων πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων στην Ελλάδα, εφόσον υιοθετηθεί η πρόταση της Ένωσης Ελληνικών Ναυπηγείων προς την κυβέρνηση και ειδικότερα προς το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Η πρωτοβουλία αποσκοπεί ταυτόχρονα στην ενδυνάμωση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και στη διαμόρφωση προϋποθέσεων για εξαγωγές προς τρίτες χώρες. Κεντρικό σημείο αποτελεί η καθιέρωση δεσμευτικού ναυπηγικού σχεδιασμού 15 ετών, που θα εξασφαλίζει στις ελληνικές εταιρείες προβλεψιμότητα ως προς τις παραγγελίες και τις επενδύσεις. Το σχέδιο προβλέπει ακόμη στενότερη αμυντική σύμπραξη Ελλάδας και Κύπρου, με κοινές προμήθειες, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.

Η Ένωση υποστηρίζει ότι τα ελληνικά ναυπηγεία έχουν σήμερα τις αναγκαίες υποδομές, αλλά και το παραγωγικό δίκτυο, για να αναλάβουν μεγαλύτερη συμμετοχή στα επόμενα εξοπλιστικά προγράμματα του Πολεμικού Ναυτικού. Όπως επισημαίνει, όμως, επενδύσεις τέτοιας κλίμακας δεν είναι εύκολο να δικαιολογηθούν όταν βασίζονται σε μεμονωμένες παραγγελίες. Ένα σχέδιο με ορίζοντα δεκαπενταετίας θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν εγκαίρως τις ανάγκες που θα προκύψουν, προχωρώντας σε επενδύσεις για εγκαταστάσεις, μηχανήματα, ανθρώπινο δυναμικό και ειδικές γνώσεις. Η διεθνής πρακτική, άλλωστε, καταδεικνύει ότι ένας ισχυρός αμυντικός ναυπηγικός τομέας απαιτεί μακροπρόθεσμη στρατηγική και σταθερή ροή παραγγελιών.

Ως ενδεικτικές περιπτώσεις, το προεδρείο της Ένωσης Ελληνικών Ναυπηγείων επικαλείται τη Νότια Κορέα και την Τουρκία, οι οποίες σε διαφορετικές περιόδους ακολούθησαν συστηματική πολιτική για τη συγκρότηση εθνικής ναυπηγικής βιομηχανίας. Η Νότια Κορέα ενέταξε τον ναυπηγικό κλάδο στη στρατηγική για τη βαριά και τη χημική βιομηχανία, η οποία ανακοινώθηκε το 1973, επιταχύνοντας μια προσπάθεια που είχε ήδη αρχίσει. Στο Ουλσάν, το ναυπηγείο της Hyundai είχε θεμελιωθεί από το 1972, ενώ τον Δεκέμβριο του 1973 συστάθηκε η Hyundai Shipbuilding & Heavy Industries. Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η χώρα κατόρθωσε να εξελιχθεί σε παγκόσμια δύναμη της ναυπηγικής.

Η Ένωση αναδεικνύει επίσης το τουρκικό πρόγραμμα MILGEM, μέσω του οποίου η χώρα πέρασε από την προμήθεια πολεμικών πλοίων στο εξωτερικό στην εγχώρια σχεδίαση, ναυπήγηση και τελικά στις εξαγωγές ναυτικών πλατφορμών. Η ονομασία MILGEM σχηματίζεται από τις λέξεις Milli και Gemi, δηλαδή «Εθνικό Πλοίο». Βασική επιδίωξη κατά την έναρξή του ήταν να περιοριστεί η εξάρτηση από ξένους προμηθευτές και να αποκτηθεί τουρκική δυνατότητα σχεδιασμού, κατασκευής και ολοκλήρωσης σύγχρονων πολεμικών πλοίων. Οι κορβέτες Ada αποτέλεσαν την πρώτη κλάση του προγράμματος, με πρώτο σκάφος την TCG Heybeliada (F-511), η οποία κατασκευάστηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Η συγκεκριμένη κορβέτα έχει αποστολή στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο και διαθέτει σχεδίαση stealth, χαρακτηριστικό που μειώνει το ίχνος της στα ραντάρ. Με εκτόπισμα περίπου 2.400 τόνων και μήκος 99,56 μέτρων, μπορεί να φτάσει ταχύτητα 29–30 κόμβων, χρησιμοποιώντας συνδυασμό ντίζελ και αεριοστροβίλου (CODAG). Η επιχειρησιακή της αυτονομία κυμαίνεται από 10 έως 21 ημέρες, ενώ το πλήρωμα αποτελείται από 93 άτομα. Στον εξοπλισμό της περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, πυροβόλο OTO Melara των 76mm, αντιπλοϊκοί πύραυλοι Harpoon, σύστημα εγγύς άμυνας RAM και τορπίλες Mk.46. Υπάρχει επίσης ελικοδρόμιο για τη φιλοξενία ενός ελικοπτέρου Sikorsky S-70B Seahawk.

Για την Ελλάδα, το σχέδιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ύψος της εγχώριας συμμετοχής. Η Ένωση Ελληνικών Ναυπηγείων επιδιώκει η ελληνική προστιθέμενη αξία σε ένα πρόγραμμα φρεγάτας ή υποβρυχίου να υπερβαίνει το 70%, ώστε η συνεισφορά της χώρας να μην εξαντλείται στην τελική συναρμολόγηση. Σε αυτό το μοντέλο, τα ναυπηγεία θα πλαισιώνονται από ελληνικές εταιρείες που κατασκευάζουν ηλεκτρονικά και επικοινωνιακά συστήματα, εξαρτήματα και λογισμικό ή προσφέρουν εξειδικευμένες τεχνικές υπηρεσίες. Ο πρόεδρος της Ένωσης, Πάνος Ξενοκώστας, αναφέρει ότι έχει ήδη καταγράψει περισσότερες από 200 επιχειρήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να ενταχθούν σε μια τέτοια παραγωγική αλυσίδα.

Η συνεργασία ONEX – Hanwha

Η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας, την οποία υπέγραψαν τον Μάρτιο η ONEX Shipyards & Technologies και η νοτιοκορεατική Hanwha Ocean, αποτελεί επίσης μέρος του νέου ναυπηγικού τοπίου. Προβλέπει τη δυνατότητα να κατασκευάζονται στην Ελλάδα πολεμικά πλοία και υποβρύχια, την εγκαθίδρυση μόνιμης παραγωγικής γραμμής και υποστήριξης στη χώρα, αλλά και εξαγωγές σε τρίτες αγορές. Η ONEX θέτει ως επιδίωξη η ελληνική συμμετοχή να υπερβαίνει το 70%. Το προτεινόμενο σχήμα συνδυάζει την κορεατική τεχνογνωσία στη ναυπήγηση, την παραγωγική υποδομή της Ελλάδας και δυτικά οπλικά και ηλεκτρονικά συστήματα. Για την Ένωση Ελληνικών Ναυπηγείων, ωστόσο, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν σταδιακά διαρκείς γραμμές παραγωγής και υποστήριξης, αντί τα ναυπηγεία να τίθενται σε λειτουργία αποσπασματικά μόνο με αφορμή μία μεγάλη εθνική παραγγελία.

Η εξαγωγική προοπτική βρίσκεται στον πυρήνα του σχεδίου από την αρχή. Κατά την πρόταση, οι πλατφόρμες που θα κατασκευάζονται στην Ελλάδα δεν θα απευθύνονται μόνο στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς θα μπορούν να διεκδικούν παραγγελίες και από άλλες ευρωπαϊκές ή συμμαχικές χώρες. Επιδίωξη είναι η εγχώρια παραγωγή να φθάσει στην αναγκαία κλίμακα, ώστε τα ναυπηγεία και οι επιχειρήσεις που τα υποστηρίζουν να διατηρούν έναν σταθερό κύκλο εργασιών, ανεξάρτητα από τον προγραμματισμό των ελληνικών εξοπλιστικών έργων.

Ο ρόλος του προγράμματος EDIP στην αμυντική βιομηχανία

Κομβική θέση στην πρόταση καταλαμβάνει το European Defence Industry Programme, δηλαδή το EDIP. Πρόκειται για το νέο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπεί στην ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Για την τριετία 2025-2027 έχει προϋπολογισμό 1,5 δισ. ευρώ και επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να αυξήσει την παραγωγική δυνατότητα του ευρωπαϊκού αμυντικού κλάδου, να ενισχύσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να προωθήσει κοινές προμήθειες από τα κράτη-μέλη.

Σε αντίθεση με προγενέστερα εργαλεία, τα οποία έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην έρευνα και την ανάπτυξη, το EDIP επεκτείνεται περισσότερο στο στάδιο της βιομηχανικής παραγωγής. Την άνοιξη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε πολυετές πρόγραμμα εργασίας συνολικού ύψους 1,5 δισ. ευρώ, από το οποίο πάνω από 700 εκατ. ευρώ προορίζονται για την τόνωση της παραγωγής αμυντικών προϊόντων και κρίσιμων εξαρτημάτων. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ανάλογα με την πρόσκληση, δύναται να καλύψει από 35% έως 100% των επιλέξιμων δαπανών ενός έργου. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό πλαίσιο ενθαρρύνει συμπράξεις μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων. Στις επιδιώξεις του EDIP συγκαταλέγονται η στήριξη κοινών προμηθειών, η διεύρυνση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας και η συγκρότηση μηχανισμών μακράς διάρκειας για συνεργασία στους εξοπλισμούς. Παράλληλα προβλέπεται ισχυρή ευρωπαϊκή προτίμηση ως προς την προέλευση των εξαρτημάτων, προκειμένου το μεγαλύτερο τμήμα της οικονομικής αξίας των χρηματοδοτούμενων δράσεων να παραμένει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις συνδεδεμένες χώρες.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η επιδίωξη για ελληνοκυπριακή συνεργασία στη ναυπηγική βιομηχανία. Κοινά προγράμματα με συμμετοχή επιχειρήσεων από τις δύο χώρες, αλλά ενδεχομένως και εταιρειών άλλων ευρωπαϊκών κρατών, θα μπορούσαν να υποβάλουν αίτημα χρηματοδότησης μέσω των διαθέσιμων ευρωπαϊκών εργαλείων. Δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί εκ των προτέρων το ακριβές ποσό των κονδυλίων που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν η Ελλάδα και η Κύπρος, αφού αυτό θα εξαρτηθεί από τις επιμέρους προσκλήσεις, τα έργα που θα υποβληθούν και την αξιολόγησή τους. Για την ελληνική ναυπηγική βιομηχανία, πάντως, το EDIP δημιουργεί ένα νέο χρηματοδοτικό πεδίο, σε μια συγκυρία όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διευρύνει τις παραγωγικές δυνατότητες της αμυντικής βιομηχανίας της.