Η Ελλάδα προσέρχεται στο Συμβούλιο Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ καταθέτοντας δύο βασικές προτάσεις για τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Οι παρεμβάσεις αφορούν έναν έκτακτο μηχανισμό αντιμετώπισης μεταναστευτικών κρίσεων και την επιτάχυνση των επιστροφών μέσω των λεγόμενων Return Hubs σε τρίτες χώρες.
Στην πρώτη θέση της συζήτησης αναμένεται να βρεθεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός για την έκτακτη διαχείριση της μετανάστευσης. Πρόκειται για πρωτοβουλία που είχε παρουσιάσει αρχικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και την οποία ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, θα παρουσιάσει αναλυτικά στους Ευρωπαίους ομολόγους του.
Η πρόταση της Ελλάδας καλύπτει περιστάσεις εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών και υβριδικές απειλές στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αθήνα εισηγείται ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για αιφνίδιες και μαζικές ροές, που θα προβλέπει αυξημένη επιτήρηση και τη δυνατότητα εφαρμογής έκτακτων μέτρων. Η ελληνική πρόταση θα αναλυθεί στο Συμβούλιο, όπου το ζήτημα έχει ενταχθεί επισήμως στην ημερήσια διάταξη, στην ενότητα ενημέρωσης των κρατών-μελών για ευρωπαϊκό μηχανισμό απέναντι στην εργαλειοποίηση και τις υβριδικές απειλές στα εξωτερικά σύνορα.
Ο Θάνος Πλεύρης έχει ήδη παρουσιάσει τον μηχανισμό ως επιδίωξη για μια ευρωπαϊκή αντίδραση σε περιόδους κρίσης. Όπως έχει υποστηρίξει, υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται μόνο τα συνήθη μέσα διαχείρισης.
Κατά τον υπουργό, η ελληνική εισήγηση προβλέπει επίσης τη δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας ασύλου σε περιπτώσεις εργαλειοποίησης και μαζικών ροών. Η Αθήνα ζητεί να οριστεί με σαφήνεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο πότε και με ποιες προϋποθέσεις θα ενεργοποιούνται τα έκτακτα μέτρα. «Σε στιγμές κρίσης θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα εκτός του συνηθισμένου πλαισίου», έχει τονίσει ο κ. Πλεύρης, αποτυπώνοντας την ελληνική θέση.
Επιστροφές μεταναστών και δημιουργία Return Hubs
Οι επιστροφές και η δημιουργία Return Hubs σε τρίτες χώρες αποτελούν το δεύτερο κεντρικό ζήτημα που θέτει η Ελλάδα στο Συμβούλιο. Η Αθήνα συμμετέχει, μαζί με τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Δανία και την Αυστρία, στο λεγόμενο Core Group, το οποίο επιδιώκει να μετατρέψει τις πολιτικές διακηρύξεις σε συγκεκριμένο σχήμα συνεργασίας με τρίτες χώρες. Στην πρόσφατη σύσκεψη των πέντε υπουργών στην Κοπεγχάγη συμφωνήθηκαν οι βασικές αρχές αυτού του πλαισίου, ενώ βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη τεχνικές επαφές και διαβουλεύσεις. Το μοντέλο προβλέπει ότι άτομα με απορριφθέν αίτημα διεθνούς προστασίας μπορούν να επιστρέφουν σε ασφαλή τρίτη χώρα, υπό τους όρους του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου έχει διευκρινίσει ότι η έννοια του «Return Hub» δεν σημαίνει υποχρεωτικά κλειστή δομή κράτησης. «Δεν μιλάμε για κέντρα με την έννοια ότι κάποιος του οποίου η αίτηση ασύλου απορρίπτεται στέλνεται σε κλειστή εγκατάσταση σε τρίτη χώρα», έχει δηλώσει ο Θάνος Πλεύρης, σημειώνοντας ότι επιδιώκεται ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει επιστροφές είτε στη χώρα προέλευσης είτε σε χώρα εκτός ΕΕ.
Η ελληνική πλευρά έχει θέσει ως πολιτικό στόχο να λειτουργήσει ο πρώτος τέτοιος κόμβος στην Αφρική κατά τη διάρκεια της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, κατά το δεύτερο μισό του 2027.
Η συμμετοχή διεθνών οργανισμών αποτελεί επίσης καθοριστικό παράγοντα για τα επόμενα βήματα. Στο περιθώριο του Συμβουλίου Εσωτερικών Υποθέσεων προγραμματίζεται συνάντηση του Core Group με εκπροσώπους διεθνών οργανισμών, για τον καθορισμό των διαδικασιών παρακολούθησης και των εγγυήσεων που θα πρέπει να συνοδεύουν κάθε συμφωνία με τρίτη χώρα.
Ο ρόλος των διεθνών οργανισμών στις συμφωνίες
Η Αθήνα έχει επισημάνει ότι η συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς θα χρησιμοποιηθεί χάρη στην τεχνογνωσία τους και την παρουσία τους στο πεδίο. Ωστόσο, η ευθύνη δεν θα μεταφερθεί από τα κράτη που μετέχουν στην πρωτοβουλία.
«Προφανώς, δεν πρόκειται να μεταθέσουμε αυτή την ευθύνη αλλού. Θέλουμε να αξιοποιήσουμε την τεχνογνωσία και την παρουσία διεθνών οργανισμών, αλλά η ευθύνη βαρύνει από κοινού τις πέντε χώρες», έχει δηλώσει ο υπουργός.
Το επόμενο ζητούμενο, όπως αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, είναι η μετάβαση του σχεδίου από τον πολιτικό σχεδιασμό στις συγκεκριμένες συμφωνίες, οι οποίες θα περιλαμβάνουν καθορισμένες νομικές προϋποθέσεις, χρονοδιαγράμματα και μηχανισμούς εποπτείας.
