Την ανάγκη η πολιτική αντιπαράθεση να εξακολουθήσει να βασίζεται σε διαφορετικές ιδέες και αξίες ανέδειξε ο πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης, μιλώντας στο Olympia Forum. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι απαιτείται πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα, καθώς όσα καταγράφονται σε αυτά δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη τις πραγματικές διαθέσεις της κοινωνίας.
Κατά τη συζήτησή του με τη δημοσιογράφο της εφημερίδας «Πατρίς», Γιούλη Ηλιοπούλου, ο κ. Βορίδης μίλησε για τις αλλαγές στον δημόσιο διάλογο. Όπως ανέφερε, η συρρίκνωση των παραδοσιακών μέσων και η επικράτηση του κινητού τηλεφώνου μεταβάλλουν κυρίως το κανάλι μέσω του οποίου διαδίδεται η ενημέρωση και όχι υποχρεωτικά το περιεχόμενό της. Πρόσθεσε ότι οι εφημερίδες έχουν υποστεί σημαντική απώλεια κυκλοφορίας την τελευταία δεκαετία, ενώ ανάλογη μετατόπιση διαπιστώνεται και στην τηλεόραση.
«Η εικόνα στα social δεν μεταφέρεται στην κοινωνία»
Στη σύνδεση των κοινωνικών δικτύων με την κοινή γνώμη στάθηκε ιδιαίτερα, εξηγώντας πως η εικόνα που διαμορφώνεται σε αυτά δεν ταυτίζεται πάντοτε με την πραγματική συμπεριφορά της κοινωνίας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τις τελευταίες εκλογές. Όπως σημείωσε, όποιος παρακολουθούσε εκείνη την περίοδο τις πολιτικές συζητήσεις στα social media θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η Νέα Δημοκρατία θα κατέγραφε πολύ μεγάλη εκλογική υποχώρηση, εξαιτίας της έντασης, των προσβολών και των ακραίων σχολίων. «Γίνανε οι εκλογές και η Νέα Δημοκρατία πήρε 41%», είπε, εκτιμώντας ότι το αποτέλεσμα ανέδειξε τα περιορισμένα όρια της επιρροής των social.
Ο πρώην υπουργός έκανε ακόμη σαφή διάκριση ανάμεσα στα ειδησεογραφικά sites και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στα πρώτα, όπως ανέφερε, υπάρχουν εκδότης και δημοσιογράφοι με ευθύνη για το περιεχόμενο, ενώ στα social η ανωνυμία αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό. Επισήμανε ότι διεθνώς εξετάζονται η παραπληροφόρηση και η αξιοποίηση του διαδικτύου από οργανωμένες οντότητες, ακόμη και από κράτη ή υπηρεσίες, για την παραγωγή προπαγάνδας. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη διάδοση τρομοκρατικών ιδεών μέσω των social και στην ευθύνη των μεγάλων πλατφορμών.
Ο ίδιος υποστήριξε την ανάγκη διαφύλαξης της ελευθερίας του λόγου, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι ίσως απαιτείται πιο αποτελεσματικό πλαίσιο για τις ακραίες περιπτώσεις συκοφαντίας και διάδοσης ψευδών ειδήσεων.
Η πολιτική αντιπαράθεση και ο κίνδυνος της «διαχειριστικής» πολιτικής
Προβληματισμό εξέφρασε ο κ. Βορίδης και για την προσωποκεντρική πολιτική επικοινωνία, την οποία συνέδεσε με την εξασθένηση των ουσιαστικών ιδεολογικών διαφορών. Κατά την άποψή του, όταν τα κόμματα υιοθετούν σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες βασικές επιλογές και η σύγκρουση μεταφέρεται σε τεχνικά θέματα διαχείρισης, η πολιτική καταλήγει να αφορά κυρίως τη σύγκριση προσώπων και διαχειριστικών ικανοτήτων.
Ο πρώην υπουργός τάχθηκε, αντίθετα, υπέρ της ανάδειξης των αξιών που καθορίζουν τις πολιτικές αποφάσεις. Όπως τόνισε, η οικονομική οργάνωση, τα δικαιώματα, η μεταναστευτική πολιτική και η ιθαγένεια συνιστούν κατεξοχήν ιδεολογικά ζητήματα. Η υπερβολική προσήλωση στην τεχνική διάσταση, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να αποξενώσει τους πολίτες από την πολιτική και να αφήσει περιθώριο για απλουστευτικές θέσεις.
«Πρέπει να υπάρχουν δύο διακριτοί πολιτικοί πόλοι»
Σχολιάζοντας την άποψη του Αλέξη Τσίπρα για τη συγκρότηση δύο διακριτών πολιτικών πόλων, ο κ. Βορίδης δήλωσε ότι συμφωνεί ως προς την αρχή. Διευκρίνισε, ωστόσο, πως οι διαφορές μεταξύ των πολιτικών προτάσεων οφείλουν να είναι σαφείς και συγκεκριμένες.
Παράλληλα, κάλεσε τον πρώην πρωθυπουργό να διατυπώσει ξεκάθαρες θέσεις για τη μεταναστευτική πολιτική, την αντεγκληματική πολιτική και την οικονομία. Ειδικά για την οικονομία, επισήμανε ότι κάθε πολιτική πρόταση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους διαθέσιμους δημοσιονομικούς πόρους.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στις κυβερνητικές ανακοινώσεις για την πίεση που προκαλούν οι τιμές των καυσίμων. Υποστήριξε ότι το αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για δημοσιονομική ευελιξία σχετίζεται με τα δημοσιονομικά πλεονάσματα της χώρας. Όπως εξήγησε, τα αποθέματα που δημιουργούνται σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης επιτρέπουν την αντιμετώπιση έκτακτων κρίσεων χωρίς να απαιτούνται αντίστοιχες περικοπές στις δαπάνες.
