Το οικονομικό επιτελείο ολοκληρώνει την προετοιμασία για την υποβολή του προσχεδίου του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027, εγκαινιάζοντας κοινοβουλευτική διαδικασία που θα διαρκέσει έως τον Δεκέμβριο και θα κλείσει με την καθιερωμένη έγκριση του τελικού κειμένου από την Ολομέλεια. Η αρχή γίνεται την προσεχή Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου, με την κατάθεση του προσχεδίου στην αρμόδια Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής. Η συγκεκριμένη ημερομηνία προβλέπεται από το άρθρο 79 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι το προσχέδιο κατατίθεται την πρώτη Δευτέρα κάθε Οκτωβρίου και κατόπιν εξετάζεται από την αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το πώς θα αποτυπωθούν στους δημοσιονομικούς λογαριασμούς οι παρεμβάσεις που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Με βάση την εξειδίκευση του πακέτου, οι νέες ρυθμίσεις που δεν έχουν ακόμη περάσει στη νομοθεσία εκτιμάται ότι θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό κατά 605 εκατ. ευρώ το 2026 και κατά περίπου 2,2 δισ. ευρώ το 2027. Έπειτα από τις πιο πρόσφατες αναθεωρήσεις, το οικονομικό επιτελείο τοποθετεί τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο της επόμενης χρονιάς κοντά στο 1,25 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, στο προσχέδιο προβλέπεται να περιληφθεί το νέο μακροοικονομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η οικονομική πολιτική των επόμενων ετών. Κυβερνητικός στόχος είναι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ να υπερβαίνει το 2% σε όλη την περίοδο 2027-2030, ενώ το ονομαστικό ΑΕΠ επιδιώκεται να ξεπεράσει τα 310 δισ. ευρώ έως το 2030. Οι προβλέψεις αυτές αποτελούν κυβερνητικές εκτιμήσεις και αναμένεται να αναλυθούν εκτενέστερα στα επόμενα δημοσιονομικά έγγραφα.
Οι παρεμβάσεις της ΔΕΘ που πρέπει να νομοθετηθούν
Ταυτόχρονα, το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται να προωθηθεί η νομοθέτηση μεγάλου μέρους των παρεμβάσεων που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ. Επομένως, πέρα από την κατάθεση του προσχεδίου, απαιτείται να λάβουν νομοθετική μορφή και οι εξαγγελίες της κυβέρνησης στη ΔΕΘ. Ενδεικτικά, περιλαμβάνεται η αναπροσαρμογή της ετήσιας οικονομικής ενίσχυσης για συνταξιούχους, από 300 σε 400 ευρώ, καθώς και η επέκτασή της σε όλους τους συνταξιούχους ηλικίας άνω των 65 ετών. Με την επέκταση, οι δικαιούχοι εκτιμώνται σε περίπου 2,2 εκατομμύρια και η ετήσια δημοσιονομική δαπάνη της ενίσχυσης ανέρχεται στα 879 εκατ. ευρώ.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει ακόμη φορολογικές παρεμβάσεις για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και τους τρίτεκνους, όπως και αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού του ελάχιστου φορολογητέου εισοδήματος για συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες. Επιπλέον, από το 2027 σχεδιάζεται η προοδευτική κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, αρχίζοντας από την περιφέρεια και τη Θεσσαλονίκη. Για την Αττική προβλέπεται μείωση 50% το 2028 και οριστική κατάργηση το 2029. Στο ίδιο πακέτο εντάσσεται και νέα περικοπή των ασφαλιστικών εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, από τον Απρίλιο του 2027, για εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Η επίπτωση αυτής της ρύθμισης για το 2027 υπολογίζεται σε 163 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, ο προϋπολογισμός καταρτίζεται σε διεθνές περιβάλλον όπου η ενεργειακή ακρίβεια και οι γεωπολιτικές εξελίξεις παραμένουν κύριες εστίες αβεβαιότητας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της, είχε ήδη τονίσει ότι το ενεργειακό σοκ πλήττει την αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών και επηρεάζει την κατανάλωση, προβλέποντας ανάπτυξη για την Ελλάδα 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027. Για τον λόγο αυτό το οικονομικό επιτελείο κρατά περιθώρια προσαρμογών στον σχεδιασμό του, εξετάζοντας την πορεία των δημοσίων εσόδων, των τιμών ενέργειας και των δαπανών, πριν αποφασίσει ενδεχόμενες επιπλέον παρεμβάσεις.
