«Καμία χώρα στον κόσμο δεν μπορεί να ρυθμίσει μόνη της την Τεχνητή Νοημοσύνη. Χρειάζεται να επανασχεδιάσουμε τα κράτη και τους θεσμούς μας. Το ερώτημα είναι πώς μπορούμε ταυτόχρονα να περιορίσουμε τους κινδύνους και να απελευθερώσουμε τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης». Την επισήμανση αυτή έκανε, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, κατά τη χθεσινή συζήτησή του με τον Thomas L. Friedman, αρθρογράφο γνώμης της εφημερίδας «The New York Times».
Τη συζήτηση άνοιξε ο T. Friedman, αναλύοντας τόσο τις προκλήσεις που συνοδεύουν την Τεχνητή Νοημοσύνη όσο και τους κινδύνους που δημιουργεί για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Ο φόβος μου- τον οποίο νομίζω τον συμμερίζεται και ο υπουργός- είναι ότι κάποια στιγμή θα βρεθούμε αντιμέτωποι με μια “11η Σεπτεμβρίου της Τεχνητής Νοημοσύνης”. Και τότε υπάρχει ο κίνδυνος να απαξιωθεί συνολικά η Τεχνητή Νοημοσύνη. Αυτό θα αποτελούσε μια διπλή τραγωδία, για όλους τους λόγους που ανέφερε ο υπουργός, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει τεράστια οφέλη στη γεωργία, την ιατρική, την επιστήμη των υλικών και την ενέργεια».
Συνεχίζοντας, ο T. Friedman σημείωσε: «Και η μεγαλύτερη τραγωδία», πρόσθεσε ο T. Friedman, «θα ήταν να έχουμε δημιουργήσει μια τεχνολογία ικανή να συμβάλει στην επίλυση κάθε μεγάλης πρόκλησης που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, αλλά να μην μπορούμε να αξιοποιήσουμε πλήρως τις δυνατότητές της επειδή δεν καταφέρνουμε να υπερβούμε τις μεταξύ μας διαχωριστικές γραμμές».
Ο κ. Πιερρακάκης, από την πλευρά του, απάντησε σε σειρά ερωτημάτων για επιμέρους διαστάσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης και ειδικότερα πεδία ενδιαφέροντος. Η συζήτηση αναπτύχθηκε ως εξής:
Συντονιστής: Θα ήθελα αρχικά να σας ρωτήσω ποια είναι σήμερα τα κρισιμότερα ερωτήματα που οφείλουν να θέσουν οι κυβερνήσεις αναφορικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Τα θέτουν στην πράξη; Επικεντρώνονται οι χώρες στα σωστά ζητήματα ή επικρατούν ο φόβος, η σύγχυση και η υπέρμετρη προσήλωση στην ανταγωνιστικότητα; Ποια ερωτήματα θεωρείτε θεμελιώδη;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Πρώτα απ’ όλα, είναι μεγάλη μου χαρά που συμμετέχω μαζί σας σε αυτή τη συζήτηση. Θα έλεγα ότι το βασικό ζητούμενο έχει δύο σκέλη: αφενός να αξιοποιήσουμε τις εξαιρετικά μεγάλες δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης και αφετέρου να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τους ενδεχόμενους κινδύνους. Θέλουμε, από τη μία, να ενεργοποιήσουμε τη δυναμική της για περισσότερη παραγωγικότητα, οικονομική ανάπτυξη και καινοτομία. Είναι μια τεχνολογία με βαθιά ανατρεπτικό χαρακτήρα, τις διαστάσεις του οποίου δεν μπορούμε ακόμη να συλλάβουμε ολοκληρωμένα, ακριβώς επειδή η μεταβολή ακολουθεί εκθετική πορεία.
Η εξέλιξη της τεχνολογίας είχε ανέκαθεν εκθετικό χαρακτήρα, ενώ ο ανθρώπινος τρόπος αντίληψης παραμένει γραμμικός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη σε όλο της το εύρος την ταχύτητα των αλλαγών που εκτυλίσσονται μπροστά μας. Πλέον οι εξελίξεις εμφανίζονται σε διάστημα μηνών, ακόμη και εβδομάδων, σε αντίθεση με παλαιότερες τεχνολογικές επαναστάσεις και μεταβολές, οι οποίες χρειάζονταν χρόνια ή δεκαετίες για να ολοκληρωθούν. Ως προς τους κινδύνους, οι πιθανές συνέπειες συζητούνται εκτενώς, κυρίως από τους ειδικούς. Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει, ωστόσο, είναι ένα μοντέλο διακυβέρνησης κατάλληλο για την αποστολή που πρέπει να επιτελέσει.
Συντονιστής: Θεωρείτε ότι οι κυβερνήσεις δίνουν σήμερα δυσανάλογα μεγάλη έμφαση στους κινδύνους που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Κατά τη γνώμη μου, ασχολούμαστε περισσότερο με την ορολογία και λιγότερο με την πραγματική κατανόηση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Για να μιλήσω απολύτως ειλικρινά, οι σημερινοί θεσμοί δεν έχουν σχεδιαστεί για την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης και, συνεπώς, απαιτείται να προσαρμοστούν. Δημιουργήθηκαν σε μια προγενέστερη περίοδο και αποτελούν, υπό μία έννοια, το «λογισμικό» πάνω στο οποίο λειτουργεί η δημοκρατία μας. Αυτό το λογισμικό, επομένως, χρειάζεται αλλαγές, προκειμένου να ανταποκριθεί στα δεδομένα της νέας εποχής.
Η μεταβολή συντελείται με τόσο υψηλή ταχύτητα, ώστε η πολιτική κινείται ακόμη πιο αργά, την ώρα που εμείς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα γραμμικά και η τεχνολογία προχωρά εκθετικά. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να προσαρμοστούμε και μάλιστα χωρίς καθυστέρηση.
Ερώτηση: Κύριε υπουργέ, συμμετέχετε σε μια κυβέρνηση. Θα θέλαμε να μας περιγράψετε πώς αντιμετωπίζουν η ελληνική κυβέρνηση και, ευρύτερα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τα ζητήματα στα οποία αναφέρθηκε ο Τομ Φρίντμαν. Ορισμένους παράγοντες τους γνωρίζουμε, ενώ άλλοι παραμένουν αθέατοι. Μπορούν να εφαρμοστούν πολιτικές που θα κάνουν την Τεχνητή Νοημοσύνη ωφέλιμη για τις επιχειρήσεις, τους πολίτες, την παραγωγικότητα και τις οικονομίες, εξασφαλίζοντας συγχρόνως τις αναγκαίες δικλίδες ασφαλείας; Με ποιον τρόπο επιδιώκετε αυτή την ισορροπία;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Για να είμαι ξεκάθαρος, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ούτε η ψηφιοποίηση των κρατών και των κοινωνιών μας, η οποία αντιστοιχεί στην προηγούμενη Βιομηχανική Επανάσταση. Η Ουάσιγκτον απέχει από τη Silicon Valley και ανάμεσά τους υφίσταται ένα σημαντικό χάσμα. Ανάλογη καθυστέρηση παρατηρείται και στις κυβερνήσεις της Ευρώπης.
Υπηρέτησα ως υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης στην Ελλάδα. Σε διάστημα τεσσάρων ετών, η χώρα, ενώ βρισκόταν στην τελευταία ή στην προτελευταία θέση, κατάφερε να κινηθεί πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Φυσικά, ο τελικός στόχος είναι να συγκλίνουμε πλήρως με τα κράτη που θεωρούνται ολοκληρωμένα ψηφιοποιημένα, όπως είναι, για παράδειγμα, η Εσθονία. Πρόκειται για απαραίτητη προϋπόθεση. Η ψηφιοποίηση του Δημοσίου, η διαλειτουργικότητα και το σύνολο αυτών των μεταρρυθμίσεων είναι αναγκαία για τη μετάβαση στην επόμενη εποχή και για την πλήρη αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης προς όφελος της παραγωγικότητας. Η ύπαρξη μεγάλων όγκων δεδομένων αλλάζει τον σχεδιασμό της φορολογικής πολιτικής και των δημόσιων εσόδων, όπως επίσης τις πολιτικές για την εκπαίδευση και την υγεία. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τις αποδοτικότερες χρήσεις, μέσω των οποίων θα μπορέσει να αξιοποιηθεί στο σύνολό του το δυναμικό της συγκεκριμένης τεχνολογίας.
Θα έλεγα ότι αυτή την περίοδο εξελίσσονται ταυτόχρονα δύο διαφορετικές συζητήσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τον μετασχηματισμό του τρόπου εξυπηρέτησης των πολιτών από τις κυβερνήσεις. Δεν είναι, κατά κύριο λόγο, τεχνολογική συζήτηση, αλλά αφορά τη διοίκηση και μια σαφή πολιτική απόφαση να τοποθετηθεί ο πολίτης στο κέντρο. Το σημαντικότερο μάθημα που αποκόμισα είναι ότι κατά τον σχεδιασμό μιας πολιτικής βρίσκονται συνήθως στο ίδιο δωμάτιο ένας νομικός και ένας οικονομολόγος. Μαζί τους, όμως, χρειάζονται και άνθρωποι με κατανόηση της τεχνολογίας, χωρίς αυτό να σημαίνει αποκλειστικά προγραμματιστές. Θα χρησιμοποιούσα γι’ αυτούς τον όρο «τεχνολόγους δημοσίου συμφέροντος» (public interest technologists). Αυτή την πρακτική ακολουθήσαμε μέσα στην πανδημία και η συμβολή της υπήρξε καθοριστική, ώστε το πρόγραμμα εμβολιασμού να εφαρμοστεί εγκαίρως.
Αυτό αποτελεί τη μία πλευρά της εξίσωσης. Όταν υφίσταται η συγκεκριμένη στρατηγική αντίληψη, μεταβάλλεται αντιστοίχως και η προσέγγισή μας για την ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε διαφορετικούς τομείς πολιτικής. Πρόκειται, μάλιστα, για οριζόντια θεώρηση της κυβερνητικής λειτουργίας. Τα κράτη και οι θεσμοί χρειάζονται επανασχεδιασμό. Συνήθως βλέπουμε την πολιτική μέσα από κάθετες δομές, παρότι στην πραγματικότητα δεν λειτουργεί ποτέ με αυτόν τον τρόπο. Είναι οριζόντια και προϋποθέτει διαλειτουργικότητα. Κατά την άποψή μου, αυτή η αλλαγή πρέπει να πραγματοποιηθεί σε όλες τις κυβερνήσεις παγκοσμίως.
Η δεύτερη πλευρά αφορά τον έλεγχο των κινδύνων και των ενδεχόμενων αρνητικών επιπτώσεων. Σε αυτό το πεδίο απαιτείται παγκόσμια διακυβέρνηση και συμφωνώ πλήρως με τον Τομ Φρίντμαν. Δεν υπάρχει χώρα αρκετά μεγάλη ώστε να μπορέσει από μόνη της να ρυθμίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη. Αν ήθελα να το περιγράψω με μία δημοσιογραφική φράση, θα έλεγα ότι συνιστά συγχρόνως μια κούρσα προς τη Σελήνη και μια κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών. Πρέπει, συνεπώς, να βρούμε πώς θα απελευθερώσουμε τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης, περιορίζοντας την ίδια στιγμή τους κινδύνους της. Εδώ έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια εξίσωση εντελώς διαφορετικού τύπου.
Ερώτηση: Αναδείξατε, νομίζω, ένα εξαιρετικά κρίσιμο θέμα. Υπάρχει δυνατότητα διαλόγου ανάμεσα στις δημοκρατίες και στα αυταρχικά καθεστώτα και εσείς, κύριε υπουργέ, λαμβάνετε μέρος σε αυτές τις συνομιλίες. Τι πρέπει να γίνει σε επίπεδο κατάλληλων συνθηκών, διαφάνειας και διαμόρφωσης κοινού σκοπού, ώστε να συνεργαστούν κράτη με εντελώς διαφορετικά συμφέροντα, πολιτικά συστήματα και ηγεσίες;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Χαμογέλασα νωρίτερα, ακούγοντας τον Τομ Φρίντμαν να αναφέρεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη σαν να είναι είδος, επειδή ήρθε στο μυαλό μου κάτι που έζησα πρόσφατα. Σε ένα αμερικανικό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης έθεσα το ερώτημα: «Τα πηγαίνει καλά η Ευρώπη στην Τεχνητή Νοημοσύνη;». Η απάντηση που έλαβα ήταν: «Όχι, η Ευρώπη δεν τα πηγαίνει καλά. Υπάρχουν αρκετά προβλήματα». Έπειτα απηύθυνα ακριβώς το ίδιο ερώτημα σε ευρωπαϊκό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο απάντησε: «Ναι, υπουργέ, τα πηγαίνετε εξαιρετικά».
Αφήνοντας κατά μέρος το χιούμορ, αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο είναι ακριβώς η δική σας πρακτική: η σωστή διατύπωση των ερωτημάτων αντιστοιχεί στη μισή εργασία. Στην ουσία, αυτή είναι που ωθεί όλη τη διαδικασία να προχωρήσει. Πρέπει να διατηρούμε μεταξύ μας έναν αδιάκοπο διάλογο. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις εκφράζουν και διαφορετικά συστήματα αξιών. Αποκλίσεις μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με την αντιμετώπιση της ιδιωτικότητας. Ορισμένα κράτη έχουν θεσπίσει ψηφιακές ταυτότητες και εθνικούς μηχανισμούς ψηφιακής ταυτοποίησης, ενώ άλλα εμφανίζονται περισσότερο δύσπιστα. Σε ζητήματα αυτού του είδους επιδιώκουμε να υπάρξει σύγκλιση. Για να επιτευχθεί, χρειάζονται αλληλεπίδραση και κοινή αντίληψη τόσο της πραγματικότητας όσο και των προβλημάτων που καλούμαστε να διαχειριστούμε.
Κάνατε αναφορά στην κυβερνοασφάλεια. Για την Ευρώπη αποτελεί απολύτως υπαρκτό ζήτημα. Έχουν ήδη υιοθετηθεί ειδικές οδηγίες, όπως η ευρωπαϊκή Οδηγία για την ασφάλεια δικτύων και συστημάτων πληροφοριών (NIS), μέσω των οποίων κάθε κράτος καθορίζει ποιες είναι οι κρίσιμες υποδομές του. Ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη μάς φέρνει αντιμέτωπους με μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική.
Συντονιστής: Θα μπορούσατε να αναπτύξετε περισσότερο το ζήτημα της κυβερνοασφάλειας; Ποια απειλή ή ποια πρόκληση αξιολογείτε ως σημαντικότερη στο συγκεκριμένο πεδίο;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Στην πράξη, θα υπάρχουν συστήματα με δυνατότητα να αναγνωρίζουν και να αποτυπώνουν ευπάθειες σε κλίμακα και με ταχύτητα χωρίς προηγούμενο. Περνάμε, κατά συνέπεια, σε μια περίοδο όπου τα λογισμικά συστήματά μας θα χρειάζονται συνεχείς διορθώσεις και ενημερώσεις, οι οποίες θα γίνονται με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι σε θέση να συμβαδίσουν με αυτούς τους ρυθμούς. Αυτό σημαίνει αυξημένες δαπάνες, τη στιγμή που οι κρατικοί προϋπολογισμοί και οι αγορές ομολόγων βρίσκονται ήδη υπό πίεση, ενώ συγχρόνως πρέπει να αντιμετωπιστεί μια ενεργειακή κρίση.
Παρ’ όλα αυτά, στον συγκεκριμένο τομέα δεν έχουμε τη δυνατότητα να αποφύγουμε τον εκσυγχρονισμό. Σε ολόκληρο τον πλανήτη παραμένουν σε λειτουργία συστήματα που έχουν γραφτεί σε COBΟL, FORTRAN και άλλες παλαιότερες γλώσσες προγραμματισμού. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, ο άνθρωπος που σχεδίασε και προγραμμάτισε ένα σύστημα πριν από τρεις δεκαετίες δεν είναι πια διαθέσιμος, ώστε να συνδράμει στην αναβάθμισή του.
Έχουμε, λοιπόν, αυτή τη δυσκολία από τη μία πλευρά και, από την άλλη, μια Τεχνητή Νοημοσύνη ικανή να χαρτογραφεί εξαιρετικά γρήγορα τα ευάλωτα σημεία οποιουδήποτε συστήματος. Πολλοί ειδικοί, κυρίως όσοι αντιμετωπίζουν το ζήτημα με μεγαλύτερη αισιοδοξία, προτείνουν: «χρησιμοποιήστε την Τεχνητή Νοημοσύνη για να προστατευτείτε από την Τεχνητή Νοημοσύνη». Με άλλα λόγια, να διαμορφωθεί ένας θετικός κύκλος ανατροφοδότησης. Στην πραγματικότητα, είναι πιθανό να ακολουθηθεί αυτή η κατεύθυνση.
Την ίδια ώρα, όμως, είναι αναγκαίο να υπάρχει ένα εξαιρετικά ισχυρό σύστημα διακυβέρνησης. Ειλικρινά, πρέπει να δημιουργήσουμε ένα παγκόσμιο πλαίσιο διακυβέρνησης για την Τεχνητή Νοημοσύνη σε μια περίοδο που δοκιμάζεται η ίδια η διεθνής συνεργασία. Το έργο που βρίσκεται μπροστά μας είναι, επομένως, δύσκολο. Δική μου αρμοδιότητα δεν είναι να κάνω τη διάγνωση. Οι υπεύθυνοι διαμόρφωσης πολιτικής έχουν ως αποστολή την εφαρμογή. Θα συμμετέχουμε στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και θα καταθέτουμε προτάσεις και ιδέες με ουσιαστικό περιεχόμενο.
Συντονιστής: Κύριε υπουργέ, θα ήθελα να ρωτήσω εάν η κυβέρνηση Τραμπ καθιστά δυσκολότερη την παρουσία κάποιου στο τραπέζι του διαλόγου. Έχουν φωνή όλες οι χώρες και όλοι οι παράγοντες που οφείλουν να συμμετέχουν; Ή θεωρείτε ότι…
Κυριάκος Πιερρακάκης: Η συμμετοχή μας σε αυτές τις συνομιλίες είναι πλήρης. Μιλώ, μάλιστα, από δύο διαφορετικές θεσμικές θέσεις. Με την ιδιότητα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της Ελλάδας, μπορώ να αναφέρω ότι η σχέση μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ιδιαίτερα παραγωγική. Οι δύο χώρες συνδέονται παραδοσιακά με στενούς δεσμούς και κάθε χρόνο εργαζόμαστε ώστε αυτοί να γίνονται πιο ισχυροί και περισσότερο ουσιαστικοί. Ως πρόεδρος του Eurogroup, θα υπογράμμιζα ότι η Ευρώπη επιθυμεί να ενισχύσει την παρουσία της στον συγκεκριμένο διάλογο. Είναι σαφές πως ένα μεγάλο τμήμα του εξετάζεται σήμερα μέσα από τη διμερή σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.
Η Ευρώπη, όμως, οφείλει να έχει συμμετοχή στη διαδικασία των αποφάσεων. Όπως ανέφερα ήδη, ούτε η Κίνα ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δυνατόν να καθορίσουν μόνες τους το σύστημα διακυβέρνησης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Κανένα κράτος στον κόσμο δεν έχει αυτή τη δυνατότητα από μόνο του. Βεβαίως, η Ευρώπη δεν έχει φτάσει ακόμη στο στάδιο όπου αναδεικνύονται ευρωπαϊκοί πρωταθλητές στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Στον συγκεκριμένο τομέα, όμως, θα επιδιώξουμε ένα μεγάλο άλμα, καταβάλλοντας σε επίπεδο Ευρώπης κάθε δυνατή προσπάθεια για την τόνωση των επενδύσεων.
Αντιμετωπίζω με μεγάλη επιφύλαξη τη λογική «ας δημιουργήσουμε μια ευρωπαϊκή εκδοχή του οτιδήποτε». Προτού εισέλθω στην πολιτική, όταν άκουγα Ευρωπαίους υπεύθυνους πολιτικής να εκφράζονται με αυτόν τον τρόπο, η σκέψη μου ήταν: «τρέξτε προς την αντίθετη κατεύθυνση». Υπάρχουν, εντούτοις, συγκεκριμένα πεδία στα οποία η Ευρώπη κατόρθωσε να εξασφαλίσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αυτό συνέβη με την Airbus και επαναλήφθηκε με το Galileo. Πρέπει, κατά συνέπεια, να κατευθύνουμε επενδύσεις προς τους Ευρωπαίους πρωταθλητές της τεχνολογίας.
Η Ευρώπη, πάντως, δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να μείνει έξω από τη διαμόρφωση της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης. Μια γνωστή ρήση αναφέρει ότι πρέπει να είμαστε παρόντες ήδη από τη στιγμή της δημιουργίας. Γι’ αυτό η Ευρώπη θα αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητές της, ώστε να μην περιοριστεί σε έναν ρόλο απλού ρυθμιστή της τεχνολογίας. Δεν απορρίπτω τη ρύθμιση. Αντιθέτως, τη θεωρώ αναγκαία, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται ορθά και με ευφυή τρόπο. Στην ιδανική περίπτωση, όμως, η ευρωπαϊκή παρουσία πρέπει να εκφράζεται και μέσα από καινοτόμες εταιρείες. Ευτυχώς, στην Ευρώπη δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις οι οποίες, κατά την εκτίμησή μου, θα γνωρίσουν εξαιρετικά γρήγορη ανάπτυξη κατά τα επόμενα χρόνια.
Ερώτηση: Κύριε υπουργέ, πώς αντιλαμβάνεστε τις προειδοποιήσεις που διατυπώνουν ο Bill Gates και ο Dario Amodei; Θεωρείτε ότι, επειδή πρόκειται για ανθρώπους με βαθύτερη γνώση της τεχνολογίας από οποιονδήποτε άλλο, οφείλουμε να επανεξετάσουμε την κατεύθυνσή μας και να μειώσουμε ταχύτητα; Ή πιστεύετε ότι πρέπει να ακούμε αυτές τις προειδοποιήσεις κρατώντας ορισμένες επιφυλάξεις;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Όπως εξήγησα, χρειαζόμαστε προσέγγιση δύο κατευθύνσεων. Αυτή η διττή στάση συναντάται ακόμη και στους ιδρυτές των ίδιων των εταιρειών. Από τη μία, ο Dario Amodei προειδοποιεί για τους κινδύνους και, από την άλλη, επιδιώκει να εισαγάγει την εταιρεία του στο χρηματιστήριο. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η διπλή φύση της Τεχνητής Νοημοσύνης: στη μία πλευρά βρίσκονται οι τεράστιες προοπτικές και στην άλλη οι κίνδυνοι.
Ακούγοντας προηγουμένως τον Τομ Φρίντμαν, θα επαναλάβω μια προγενέστερη παρατήρησή μου, ώστε να καταστεί απολύτως κατανοητή η έκταση της πρόκλησης. Ζητούμε από όσους σχεδιάζουν πολιτικές σε όλο τον κόσμο να εξοικειωθούν ακόμη και με το λεξιλόγιο αυτής της μεταβολής, ενώ στον διάλογο συμμετέχουν χώρες όπου δεν είναι δυνατόν ούτε η ανανέωση της άδειας οδήγησης να πραγματοποιηθεί ψηφιακά. Αυτό εννοούσα λέγοντας ότι προηγείται η ολοκλήρωση της ψηφιακής μετάβασης, μέσα από την οποία θα αντιληφθούμε όσα μπορεί να μας προσφέρει η τεχνολογία. Η μετάβαση αυτή πρέπει να έχει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και να τοποθετεί τον πολίτη στον πυρήνα της. Συνοπτικά, χρειάζεται να ανεβάσουμε τον πήχη.
Πιστεύω ότι θα το κάνουμε. Το Eurogroup διεύρυνε πρόσφατα το αντικείμενο των εργασιών του. Κατά παράδοση, οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών —όπως γνωρίζουμε και από όσα έζησε η Ελλάδα πριν από 10 ή 15 χρόνια— επικέντρωναν τις συζητήσεις τους κυρίως στους προϋπολογισμούς και στα δημοσιονομικά θέματα. Σήμερα, ένας υπουργός Οικονομικών που δεν ασχολείται με την άμυνα, την Τεχνητή Νοημοσύνη και την ενέργεια δεν εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του. Όλοι μας το έχουμε αντιληφθεί. Γνωρίζουμε πως η λειτουργία της κυβέρνησης απαιτεί οριζόντια προσέγγιση και αντίληψη.
Συντονιστής: Αρκετοί Αμερικανοί διερωτώνται κατά πόσο τα μέλη του Κογκρέσου και οι γερουσιαστές έχουν την αναγκαία πληροφόρηση και τεχνογνωσία σχετικά με τον ανταγωνισμό, την Τεχνητή Νοημοσύνη και την τεχνολογία, ώστε να αποφασίζουν ορθά για τη ρύθμισή τους. Το θέμα σχετίζεται επίσης με τη σύγκριση δημοκρατικών και αυταρχικών καθεστώτων. Πόσο σίγουρος είστε ότι οι ηγεσίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών μπορούν να θεσπίσουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις και να αξιολογήσουν σωστά κινδύνους και οφέλη; Έχουν, τελικά, την απαραίτητη τεχνογνωσία;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Θα χαρακτήριζα το συγκεκριμένο ζήτημα πρόκληση για μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που χαράσσουν πολιτική. Βρισκόμαστε στην Αθήνα και συμμετέχουμε στο Athens Democracy Forum. Αν περιοριζόμασταν στην απαισιοδοξία, ποιος θα ήταν ο σκοπός; Αυτό που απαιτείται είναι να κινηθούμε μπροστά, να κατανοήσουμε το ζήτημα και να βελτιώσουμε το επίπεδό μας. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, η δυσκολία είναι ακόμη πιο σύνθετη. Θυμίζει όσα αναφέρει ο Κλάουζεβιτς στο «Περί Πολέμου»: πριν εισέλθεις στη μάχη χρειάζεσαι σχέδιο, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ποτέ δεν θα εφαρμοστεί ακριβώς όπως το κατάρτισες και έχοντας την απαιτούμενη αντοχή και τα κατάλληλα αντανακλαστικά. Το ουσιαστικό στοιχείο δεν είναι το σχέδιο καθαυτό, αλλά η διαδικασία μέσω της οποίας σχεδιάζεις.
Χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική ψηφιακού μετασχηματισμού, η κυβέρνησή μας δεν θα είχε καταφέρει να ανταποκριθεί στην πανδημία της COVID-19. Είχαμε εκπονήσει νωρίτερα σχέδιο ειδικά για μια παγκόσμια πανδημία; Όχι. Διαθέταμε, όμως, την ευελιξία και την ετοιμότητα που ήταν απαραίτητες για να αντιδράσουμε. Αντίστοιχες ικανότητες πρέπει να καλλιεργήσουμε και σήμερα. Πρωτίστως, το θέμα αφορά το εάν οι άνθρωποι που λαμβάνουν τις αποφάσεις έχουν σωστή ενημέρωση. Δεν είναι λογικό να απαιτούμε από τους πολιτικούς εξειδίκευση σε κάθε γνωστικό πεδίο. Όποιος εμφανίζεται ως ειδικός σε όλα, ουσιαστικά δεν είναι ειδικός σε κανένα.
Το πραγματικό ζητούμενο βρίσκεται αλλού: Μπορείς να αποκτάς νέες γνώσεις; Έχεις πραγματική δίψα να μάθεις και να κατανοήσεις σε βάθος; Απευθύνεις τα κατάλληλα ερωτήματα; Λαμβάνεις ενημέρωση από τους σωστούς ανθρώπους; Σε αυτά τα χαρακτηριστικά οφείλουμε να δώσουμε βάρος. Δεν θα ισχυριστώ ότι έχουμε ήδη πετύχει τον στόχο. Δεν θα πω, όμως, ούτε ότι αδυνατούμε να ανταποκριθούμε. Δεν βρισκόμαστε ακόμη στο επιθυμητό σημείο, αλλά ελπίζω ότι θα φτάσουμε σε αυτό.
Συντονιστής: Θεωρώ ότι η παρατήρηση αυτή είναι απολύτως ορθή. Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο τη δημοσιογραφία των New York Times. Άλλοι διαφωνούν, ορισμένοι εκφράζουν ανησυχία και κάποιοι θυμώνουν έντονα. Από τη δική μου εμπειρία, μεγαλύτερη σημασία δεν έχει να απαντά κανείς ασταμάτητα στην κριτική, αλλά να την ακούει και να επιδιώκει να βελτιωθεί μέσα από αυτή. Κύριε υπουργέ, διαθέτουμε λίγα ακόμη λεπτά και θα ήθελα να μεταφέρουμε τη συζήτηση από την ταπείνωση στην ταπεινότητα. Δεν είναι χαρακτηριστικό που αποδίδουμε πάντοτε στους Προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών ή στους επικεφαλής κυβερνήσεων: μιλώ για την ταπεινότητα που επιτρέπει σε κάποιον να ακούει και να μαθαίνει, όπως επισήμανε νωρίτερα και ο Τομ.
Ποιες ικανότητες και ποιες αρετές πρέπει να διαθέτουν οι σημερινοί ηγέτες, αλλά και οι νέοι που βρίσκονται τώρα σε αυτή την αίθουσα και θα ηγηθούν στο μέλλον, ώστε να πετύχουν στον 21ο αιώνα, είτε βρεθούν αντιμέτωποι με την Τεχνητή Νοημοσύνη είτε με οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πρόκληση;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Έχω προβληματιστεί εκτενώς γύρω από το συγκεκριμένο ερώτημα, εξετάζοντάς το και σε ευρύτερο πλαίσιο. Ανάμεσα στη θητεία μου στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και στη σημερινή θέση μου ως υπουργού Οικονομικών, υπηρέτησα ως υπουργός Παιδείας. Με δεδομένη την τεχνολογική μεταβολή που βρίσκεται σε εξέλιξη, οι υπουργοί Παιδείας παγκοσμίως πρέπει να απαντήσουν στο ερώτημα του ενός εκατομμυρίου: με ποιον τρόπο σχεδιάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα για έναν κόσμο ο οποίος δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί; Τι δεξιότητες πρέπει να έχει κατακτήσει έως τα 18 του ένα παιδί που μπαίνει σήμερα στο σχολείο σε ηλικία τεσσάρων ή πέντε ετών;
Δύο ισχυρές τάσεις εξελίσσονται μπροστά μας. Η πρώτη αφορά την τεχνολογική μεταβολή, δηλαδή την καινοτομία και την επιτάχυνση με την οποία προχωρά η τεχνολογία. Η δεύτερη, την οποία θα ξεχώριζα παρότι σχετίζεται με την πρώτη, είναι η άνοδος του προσδόκιμου ζωής. Όταν η δική μου γενιά φοιτούσε στο σχολείο, ήταν αναγκαίο να αποκτήσει ένα μεταπτυχιακό. Για τη γενιά των γονιών μου, με βάση το προσδόκιμο ζωής εκείνης της περιόδου, ένα πτυχίο πανεπιστημίου μπορούσε στην πράξη να καλύψει ολόκληρη την επαγγελματική διαδρομή. Η γενιά των παιδιών μου θα κινηθεί σε περισσότερες από μία επαγγελματικές κατευθύνσεις. Στη διάρκεια της ζωής της θα χρειαστεί επανειλημμένα να εκπαιδευτεί ξανά και να αποκτήσει καινούργιες δεξιότητες. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να παρέχουμε εξαρχής στα παιδιά κάποιες βασικές ικανότητες.
Οι ίδιες θεμελιώδεις ικανότητες είναι, ουσιαστικά, απαραίτητες και για έναν αποτελεσματικό ηγέτη. Πρέπει να γνωρίζει πώς να συνεργάζεται μέσα σε ομάδες και να έχει την ικανότητα να ακούει. Η αλγοριθμική σκέψη είναι εξίσου αναγκαία με τις επικοινωνιακές και κοινωνικές δεξιότητες. Επειδή έχω σπουδάσει πληροφορική, δέχομαι συχνά το ερώτημα αν τα παιδιά χρειάζεται να διδάσκονται προγραμματισμό. Η δική μου απάντηση είναι η εξής: ποιος είναι ο λόγος να μάθουν μόνο μία ορισμένη γλώσσα προγραμματισμού, η οποία πιθανόν να θεωρείται ξεπερασμένη έπειτα από πέντε ή έξι χρόνια; Ασφαλώς πρέπει να διδαχθούν μία γλώσσα, όμως ο σκοπός είναι να καλλιεργήσουν μέσω αυτής την αλγοριθμική τους σκέψη και όχι απλώς να απομνημονεύσουν την ίδια τη γλώσσα.
Χρειαζόμαστε, συνεπώς, έναν συνδυασμό λογικής, αλγορίθμων και αλγοριθμικής σκέψης με τη φαντασία και τις κοινωνικές ικανότητες. Είναι απαραίτητο να μπορεί κάποιος να παρουσιάζει τις ιδέες του, να στηρίζει με επιχειρήματα τη θέση του και συγχρόνως να συνεργάζεται με άλλους. Για να υπάρξει αυτή η συνεργασία, απαιτείται ακριβώς εκείνο που μόλις περιγράψατε: η ικανότητα να ακούει κανείς και να επιδεικνύει ταπεινότητα.
