Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χαμήλωσε αισθητά τους τόνους στα ελληνοτουρκικά, δηλώνοντας ότι η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας, σε μια κίνηση που συνδέεται κυρίως με τις επιδιώξεις της Άγκυρας απέναντι στις ΗΠΑ, το ζήτημα των F-35 και τον ρόλο της στη Μέση Ανατολή. Παρά τη ρητορική αποκλιμάκωση, οι τουρκικές διεκδικήσεις σε νησιά, θαλάσσιες ζώνες και το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου παραμένουν αμετάβλητες, γι’ αυτό και η Αθήνα κρατά επιφυλακτική στάση, περιμένοντας να δει αν η αλλαγή ύφους θα συνοδευτεί και από ουσιαστική μετατόπιση στην πράξη.
Πιο αναλυτικά
Η φράση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από το κεντρικό κτίριο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας αλλά φίλος και σύμμαχος» ήρθε ύστερα από αρκετές εβδομάδες κατά τις οποίες η Άγκυρα είχε επαναφέρει τις διεκδικήσεις της για τα νησιά και τις θαλάσσιες ζώνες. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Τούρκος πρόεδρος σημείωσε παράλληλα πως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι πολύ σημαντικές για να εργαλειοποιούνται στην προεκλογική αντιπαράθεση. Η αλλαγή στον τόνο του είναι αν μη τι άλλο εμφανής, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με όσα έχουν προηγηθεί.
Στην Αθήνα, πάντως, οι δηλώσεις αυτές αντιμετωπίζονται με προσοχή. Η ελληνική κυβέρνηση βλέπει θετικά την υποχώρηση της έντασης, αλλά γνωρίζει ότι οι διαφορές παραμένουν και ότι σύντομα μπορεί να δοκιμαστούν ξανά στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ενδιαφέρον, επομένως, στρέφεται στους λόγους για τους οποίους ο Ερντογάν επέλεξε αυτή τη στιγμή να μιλήσει πιο ήπια, καθώς και στο εάν η επιλογή του θα επηρεάσει τη στάση της Άγκυρας όταν επανέλθει στο προσκήνιο η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου.
Τα F-35 και η σχέση με τον Τραμπ
Ένας από τους σημαντικότερους λόγους βρίσκεται στις σχέσεις της Άγκυρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία επιδιώκει να επιστρέψει στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, από το οποίο απομακρύνθηκε μετά την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400. Ο Ερντογάν δήλωσε στη Νέα Υόρκη ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει θετική διάθεση και ότι περιμένει πλέον αυτή η στάση να αποτυπωθεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Ωστόσο, οι δηλώσεις καλής πρόθεσης δεν αρκούν για να λυθεί το πρόβλημα. Το ζήτημα των S-400 εξακολουθεί να δημιουργεί νομικά και πολιτικά εμπόδια στην Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, παραδέχθηκε ότι η αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων θα χρειαστεί χρόνο.
Για την τουρκική ηγεσία, συνεπώς, αρχίζει μια περίοδος διαπραγματεύσεων στην οποία θέλει να προβάλλει τον στρατηγικό ρόλο της χώρας της μέσα στο ΝΑΤΟ. Μια νέα κρίση με την Ελλάδα, επίσης μέλος της Συμμαχίας, θα μπορούσε να περιπλέξει αυτή την προσπάθεια. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια πιθανή εξήγηση για τη χρονική στιγμή της δήλωσης Ερντογάν, χωρίς να σημαίνει ότι υπάρχει κάποια συμφωνία για τα F-35 ή ότι η αποκλιμάκωση τέθηκε ως αμερικανικός όρος.
Η Άγκυρα έχει, άλλωστε, λόγους να παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Αθήνας στον αμυντικό τομέα. Η Ελλάδα έχει ήδη δρομολογήσει την απόκτηση των δικών της F-35 και αναπτύσσει τη συνεργασία της με το Ισραήλ, εξέλιξη που προκαλεί έντονη δυσφορία στην τουρκική πλευρά. Ο Ερντογάν επιδιώκει να αποτρέψει τη διεύρυνση αυτής της απόστασης σε ό,τι αφορά τις αεροπορικές δυνατότητες των δύο χωρών. Για να πετύχει όμως πρόοδο με τις ΗΠΑ, τον εξυπηρετεί να εμφανίζεται ως συνομιλητής που συμβάλλει στη σταθερότητα της περιοχής.
Η Μέση Ανατολή και τα διαφορετικά ακροατήρια
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η θέση που διεκδικεί η Τουρκία στη Μέση Ανατολή. Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο πρόεδρος της γείτονος έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη Γάζα και χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα εναντίον του Ισραήλ. Με αυτή τη στάση απευθύνεται στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και σε ένα ευρύτερο αραβικό και μουσουλμανικό ακροατήριο. Ταυτόχρονα θέλει η Ουάσιγκτον να θεωρεί την Άγκυρα αναγκαίο συνομιλητή για τις εξελίξεις στην περιοχή. Σε μια τέτοια συγκυρία, η ταυτόχρονη όξυνση με τη χώρα μας θα πρόσθετε ακόμη ένα πρόβλημα στην τουρκική εξωτερική πολιτική.
Η Αθήνα διατηρεί δικές της ισχυρές σχέσεις με χώρες της Μέσης Ανατολής, ενώ η συνεργασία της με το Ισραήλ έχει και αμυντική διάσταση. Η εκτίμηση ότι ο Ερντογάν επιλέγει να μετριάσει την ένταση με την Ελλάδα για να διαχειριστεί ευκολότερα τις υπόλοιπες επιδιώξεις του είναι εύλογη. Παραμένει, όμως, ερμηνεία των κινήσεών του και όχι αλλαγή πολιτικής την οποία έχει ανακοινώσει η Άγκυρα.
Το μήνυμα του υπουργείου Άμυνας
Η προσεκτική στάση της Αθήνας εξηγείται, όμως, και από όσα λέγονται την ίδια ώρα στην Τουρκία. Σχεδόν παράλληλα με τις δηλώσεις Ερντογάν περί καλής γειτονίας, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέφερε τις θέσεις της Άγκυρας για το καθεστώς των ελληνικών νησιών. Επανέλαβε επίσης τις αξιώσεις της σχετικά με την πόντιση υποθαλάσσιων καλωδίων σε περιοχές που η Τουρκία θεωρεί ότι ανήκουν στη δική της υφαλοκρηπίδα. Πρόκειται για ζητήματα στα οποία οι θέσεις των δύο χωρών εξακολουθούν να απέχουν πολύ.
Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος, εξάλλου, φρόντισε να θέσει τα όρια του ανοίγματός του. Μαζί με την αναφορά ότι η Ελλάδα δεν είναι εχθρός, είπε πως η Άγκυρα εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για όσα θεωρεί δικαιώματα και ζητήματα ασφάλειάς της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διάκριση έχει σημασία: η τουρκική κυβέρνηση μπορεί να επιδιώκει ηρεμία στις δημόσιες τοποθετήσεις, διατηρώντας ακέραιες τις διεκδικήσεις που προβάλλει όταν προκύπτει ένα συγκεκριμένο ζήτημα.
Το καλώδιο θα δείξει πόσο αντέχει η αποκλιμάκωση
Ένα τέτοιο ζήτημα είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Η επανέναρξη των εργασιών αναμένεται να φέρει ξανά στην επιφάνεια τη διαφωνία για τις θαλάσσιες περιοχές από τις οποίες θα περάσει το καλώδιο. Η ελληνική πλευρά απορρίπτει την απαίτηση να ζητήσει άδεια από την Τουρκία, ενώ η Άγκυρα προειδοποιεί ότι δεν αποδέχεται δραστηριότητες που θεωρεί ότι παραβιάζουν τα δικαιώματά της. Εδώ οι δηλώσεις θα συναντήσουν τις πραγματικές κινήσεις των δύο πλευρών στη θάλασσα.
Οι χαμηλοί τόνοι πριν από αυτή τη δοκιμασία αφήνουν περισσότερο χώρο για συνεννόηση, ακόμη και αν προκύψει νέα διαφωνία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ένδειξη ότι Αθήνα και Άγκυρα έχουν συμφωνήσει πώς θα εξελιχθούν οι εργασίες. Η εμπειρία της Κάσου το 2024 έχει δείξει πόσο γρήγορα μια επιχείρηση έρευνας μπορεί να αποκτήσει διπλωματική και στρατιωτική διάσταση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Τουρκία θα περιοριστεί στην προβολή των θέσεών της ή θα επιχειρήσει να επηρεάσει τις εργασίες επί του πεδίου.
Από την πλευρά του πάντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατήρησε στην ομιλία του στον ΟΗΕ ανοιχτή την προοπτική του διαλόγου, επαναλαμβάνοντας όμως ότι ουσιαστική πρόοδος δεν μπορεί να υπάρξει με μονομερείς ενέργειες και απειλές πολέμου. Ανώτατη κυβερνητική πηγή χαρακτήρισε τις δηλώσεις Ερντογάν διαφορετικές από όσα είχαν ακουστεί πρόσφατα, θέτοντας ως άμεση προτεραιότητα να πέσει η ένταση. Η Αθήνα καταγράφει, λοιπόν, τη μεταβολή στον τόνο, αλλά περιμένει να δει αν θα έχει συνέχεια. Μένει να φανεί…
