Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου αναφέρθηκε στις πολιτικές, στις παρεμβάσεις και στις προκλήσεις του συστήματος κοινωνικής προστασίας της Ελλάδας, μιλώντας στην ημερίδα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), με τίτλο «Παιδική κακοποίηση. Από την αναγνώριση στην προστασία».

Στο επίκεντρο της τοποθέτησής της βρέθηκαν η έγκαιρη παρέμβαση και η προστασία μέσω του εντοπισμού ενδείξεων κακοποίησης, καθώς και η διαχείριση νεότερων εκφάνσεων της βίας, μεταξύ των οποίων ο εκφοβισμός σε κάθε μορφή του. Παράλληλα, επισήμανε ότι πρέπει να προστατεύεται συνολικά η σχολική κοινότητα και να συνεργάζονται οι συναρμόδιες υπηρεσίες και οι φορείς.

Η κυρία Μιχαηλίδου επισήμανε ότι η συλλογική ευθύνη προηγείται της υποβολής μιας καταγγελίας: αφετηρία της είναι η πρόληψη, η ενίσχυση της οικογένειας και η παρουσία ενηλίκων που μπορούν να αντιληφθούν μια διαφοροποίηση στη συμπεριφορά, μια απουσία ή έναν επίμονο φόβο.

Από την αναγνώριση της κακοποίησης στην παρέμβαση

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διαχείριση κάθε υπόθεσης, ξεκινώντας από μια μεταβολή στη συμπεριφορά του παιδιού, την οποία ενδέχεται, για παράδειγμα, να παρατηρήσει ένας εκπαιδευτικός. Υπογράμμισε επίσης πόσο κρίσιμο είναι να διαβιβάζονται οι σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να κινητοποιηθούν όπως απαιτείται.

Διευκρίνισε, πάντως, ότι πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία, επισημαίνοντας: «κάθε απόφαση για την επόμενη μέρα ενός παιδιού απαιτεί κρίση, συνεργασία και διαθέσιμες υπηρεσίες».

Αναφερόμενη στην αποϊδρυματοποίηση, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας σημείωσε ότι το 2019 δεν υπήρχε καμία εικόνα «για το πόσα παιδιά διαβιούν σε ιδρύματα» ούτε «καμία αποτύπωση της οικογενειακής κατάστασης».

Η αποϊδρυματοποίηση και η περίπτωση της Αννούλας

Σε αυτό το πλαίσιο, ανέφερε ότι δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ την Αννούλα, την οποία γνώρισε κατά τη θητεία της στο Υπουργείο Εργασίας, όταν επισκέφθηκε μια δομή. Ήταν φοιτήτρια και παρέμενε στο ίδρυμα από την ηλικία των 2 ετών. Η ίδια διερωτήθηκε: «όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι τα 23 της δεν βρέθηκε μία οικογένεια;».

Με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε, για το 2019 υπολογιζόταν ότι περίπου 2.200 παιδιά βρίσκονταν σε ιδρύματα. Σήμερα, ο αριθμός των ανηλίκων που φιλοξενούνται σε μονάδες παιδικής προστασίας ανέρχεται περίπου σε 1.017.

Για τους εφήβους και τους νέους ηλικίας άνω των 15 ετών, οι οποίοι χρειάζεται να προετοιμαστούν για μια αυτόνομη ζωή, ανέφερε ότι δημιουργήθηκαν οι Μονάδες Ημιαυτόνομης Διαβίωσης, στις οποίες έχουν ενταχθεί περίπου 200 άτομα.

Αναδοχή και Μονάδες Ημιαυτόνομης Διαβίωσης

Η υπουργός κάλεσε, στο ίδιο σημείο, τους πολίτες να αναζητούν ενημέρωση και να στηρίζουν τον θεσμό της αναδοχής, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα μεγαλύτερα παιδιά και στα ΑμεΑ.

Για το ΕΚΚΑ ανέφερε ότι «είναι ο πυρήνας της παιδικής προστασίας». Παράλληλα, επισήμανε πως είναι αναγκαία η εμπειρία όλων των υπηρεσιών που συμμετέχουν και ότι η έως τώρα καταγεγραμμένη πρόοδος κατέστη δυνατή μέσα από τη μεταξύ τους συνεργασία.

Ολοκληρώνοντας με ιδιαίτερη αναφορά στην πρόληψη, η κυρία Μιχαηλίδου υπογράμμισε πως «το παιδί που δεν μιλά χρειάζεται κάποιον να προσέξει. Το παιδί που ζει με τον φόβο χρειάζεται έναν ασφαλή τρόπο να ακουστεί. Και το παιδί που απομακρύνεται από το σπίτι του χρειάζεται, από την πρώτη ημέρα, φροντίδα με διάρκεια και προοπτική».