Για ακόμη έναν μήνα θα συνεχίσουν να βρίσκονται στην Αραβική Χερσόνησο η πυροβολαρχία Patriot και τα στελέχη της Ελληνικής Δύναμης Σαουδικής Αραβίας (ΕΛΔΥΣΑ), καθώς η Αθήνα αποφάσισε σε αυτή τη συγκυρία να διατηρήσει την αποστολή. Η επόμενη αξιολόγηση της παρουσίας τους μεταφέρεται για τα τέλη Οκτωβρίου, έπειτα από απόφαση του ΚΥΣΕΑ στη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Κεντρικός λόγος για τη νέα παράταση είναι η εικόνα ασφαλείας που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Η Ελληνική Δύναμη Σαουδικής Αραβίας, έχοντας ως βασικό της στοιχείο την πυροβολαρχία Patriot της Πολεμικής Αεροπορίας, βρίσκεται από το 2021 στην περιοχή του Γιανμπού, στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, με αποστολή την προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών. Η περιοχή έχει ξεχωριστή στρατηγική αξία, καθώς εκεί καταλήγει ο αγωγός Ανατολής–Δύσης της Σαουδικής Αραβίας. Μέσω αυτού, το Ριάντ διοχετεύει σημαντικές ποσότητες πετρελαίου από το ανατολικό τμήμα της χώρας προς την Ερυθρά Θάλασσα, αποφεύγοντας τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.
Τα περιστατικά των τελευταίων εβδομάδων κατέδειξαν καθαρά ότι η αποστολή μας στη συγκεκριμένη περιοχή δεν έχει απλώς τυπικό χαρακτήρα. Στις 11 Σεπτεμβρίου, drone έπληξε τον αγωγό Ανατολής–Δύσης, γνωστό και ως Petroline, με αποτέλεσμα να διακοπεί προσωρινά η λειτουργία του και να προκληθούν δυσχέρειες στις εξαγωγές από το Γιανμπού. Λίγες ημέρες μετά, στις 24 Σεπτεμβρίου, το ελληνικό σύστημα Patriot αναχαίτισε στην ευρύτερη περιοχή έναν βαλλιστικό πύραυλο και ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Η πυροβολαρχία είχε ενεργοποιηθεί και σε επιθέσεις που σημειώθηκαν νωρίτερα μέσα στο ίδιο έτος, έχοντας πλέον αποκτήσει ουσιαστική επιχειρησιακή εμπειρία σε περιβάλλον υψηλής έντασης.
Γιατί η αποστολή των Patriot ανανεώνεται μήνα προς μήνα
Η μονομηνιαία παράταση που ενέκρινε το ΚΥΣΕΑ δεν προδικάζει ότι έχει αποφασιστεί η επιστροφή της πυροβολαρχίας. Εδώ και αρκετούς μήνες, η Αθήνα έχει αντικαταστήσει την ετήσια ανανέωση της αποστολής με διαδοχικές μηνιαίες αποφάσεις, ώστε να εξετάζει εκ νέου τα δεδομένα μέσα σε ένα ιδιαίτερα ευμετάβλητο περιβάλλον. Την εισήγηση είχε καταθέσει ήδη τον περασμένο Μάρτιο ο Νίκος Δένδιας, σε συνεννόηση με το Μέγαρο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών, πριν ακόμη υπογραφεί η μεταγενέστερη αμυντική Συμφωνία της Μέκκας. Τον Αύγουστο, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν υπέγραψαν τη συμφωνία, η οποία προβλέπει αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή και εισάγει νέα δεδομένα στους ελληνικούς σχεδιασμούς. Σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον ενός από τα τρία κράτη, αυτή θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση και κατά των τριών. Έτσι, η Άγκυρα αποκτά θεσμικά κατοχυρωμένη θέση στη διαμορφούμενη αρχιτεκτονική ασφαλείας του Ριάντ, ενώ η Αθήνα εξετάζει προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει στην πράξη η νέα συνεργασία. Η εξέλιξη δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα απομακρύνεται από τη Σαουδική Αραβία, καθιστά όμως ακόμη πιο αναγκαία την τακτική επανεκτίμηση των όρων και της χρησιμότητας της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας.
Οι «ανοιχτοί λογαριασμοί» της Αθήνας με το Ριάντ
Παράλληλα, η υπόθεση έχει σαφή στρατιωτική αλλά και οικονομική πλευρά. Το τελευταίο διάστημα Αθήνα και Ριάντ εξετάζουν θέματα που αφορούν τη συντήρηση και την αναβάθμιση των ελληνικών Patriot, όπως και την αναπλήρωση των πυραύλων που χρησιμοποιήθηκαν σε πραγματικές αναχαιτίσεις στη Σαουδική Αραβία. Στις συζητήσεις περιλαμβάνεται η αναβάθμιση των έξι ελληνικών πυροβολαρχιών Patriot, ένα πρόγραμμα με ιδιαίτερα μεγάλο κόστος, ενώ παραμένουν ανοιχτές επιμέρους εκκρεμότητες για τα πυρομαχικά και το οικονομικό μέρος της αποστολής. Επόμενος κομβικός σταθμός θεωρείται πλέον η 24η Οκτωβρίου, ημερομηνία κατά την οποία θα φιλοξενηθεί στη Σαουδική Αραβία η δεύτερη Σύνοδος Κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης–Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να ταξιδέψει στο Ριάντ και, βάσει των μέχρι τώρα πληροφοριών, να συναντηθεί διμερώς με τον διάδοχο του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Στη συζήτηση αναμένεται να τεθούν η παραμονή των Patriot, η αναπλήρωση των πυρομαχικών και η πορεία της αμυντικής συνεργασίας Αθήνας–Ριάντ. Κατόπιν, το ΚΥΣΕΑ θα κληθεί εκ νέου να αποφασίσει εάν η ελληνική πυροβολαρχία θα παραμείνει στο Γιανμπού ή εάν θα ξεκινήσει η διαδικασία ενδεχόμενης επιστροφής της στην Ελλάδα.
