Ο Αλέξης Τσίπρας, πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, μίλησε στο γαλλικό περιοδικό «Marianne», έχοντας στο επίκεντρο της συνέντευξής του τόσο την ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα όσο και τις εξελίξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Κάνοντας αρχικά σύγκριση ανάμεσα στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων το 2019 και το σημερινό, ο πρώην πρωθυπουργός θυμίζει ότι πριν από επτά χρόνια η Ελλάδα είχε μόλις εξέλθει από τα μνημόνια και εκτιμά πως πλέον «η κατάσταση έχει επιδεινωθεί και οι ανισότητες έχουν διευρυνθεί. Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών κατατάξεων».

Παραθέτοντας συγκεκριμένα αριθμητικά δεδομένα, σημειώνει ότι «το 2019, ο μέσος ελληνικός μισθός ήταν κατά 83% υψηλότερος από τον βουλγαρικό* σήμερα είναι υψηλότερος μόλις κατά 17%. Το 2019, δεν δαπανούσαμε το 40% του εισοδήματός σας για το ενοίκιο. Το κόστος ζωής, που είναι τρομακτικό, επιδεινώνεται σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας των καρτέλ που κυριαρχούν σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία. Ο πληθωρισμός είναι από τους υψηλότερους στην ΕΕ. Οι τιμές στα σούπερ μάρκετ είναι αντίστοιχες, αν όχι υψηλότερες, από τις τιμές στη Γαλλία. Η χώρα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης».

Παράλληλα, τονίζει πως «ένας μέσος Έλληνας πρέπει να κάνει δύο δουλειές ή να εργάζεται δώδεκα ώρες την ημέρα για να τα βγάλει πέρα. Με λίγα λόγια, έχουμε βουλγαρικούς μισθούς, γαλλικές τιμές και κινεζικές συνθήκες εργασίας. Είναι σαν η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να επιβάλλει ένα νέο μνημόνιο στον ελληνικό λαό».

Το σχέδιο Τσίπρα για την παραγωγική ανασυγκρότηση

Ο Αλ. Τσίπρας δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε όσα χαρακτηρίζει χαμένες ευκαιρίες, αναφέροντας ως ενδεικτική περίπτωση το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Όπως συμπεραίνει, «Η Ελλάδα θα μπορούσε να τις είχε αξιοποιήσει (σ.σ. τις ευκαιρίες) για να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από τα άλλα κράτη της ΕΕ. Αλλά δεν το έκανε!».

Ως προς τις προτάσεις της Συμπαράταξης, επικαλείται το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης που παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη, με κεντρικό μήνυμα: «Παράγουμε περισσότερα, αναδιανέμουμε δικαιότερα, ζούμε καλύτερα». Κατά τον Αλ. Τσίπρα, «το σχέδιο αυτό, απαραίτητο για να αποφύγουμε μια νέα κρίση, χαράζει μια προοπτική δίκαιης ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της χώρας, προϋπόθεση για μια βιώσιμη οικονομία που θα ωφελεί κάθε νοικοκυριό».

Παρουσιάζοντας τη δική του προσέγγιση, υποστηρίζει επίσης ότι «αντί να αναπτύσσουμε αποκλειστικά τον τουρισμό και τα ακίνητα, τομείς ιδιαίτερα ευάλωτους στις οικονομικές διακυμάνσεις, πρέπει να επενδύσουμε στους τομείς στους οποίους η χώρα μας διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: στην ποιοτική αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία -μεταποίηση, φαρμακοβιομηχανία κ.ά.- και στην καινοτομία. Και η Ελλάδα διαθέτει πραγματικό ανθρώπινο κεφάλαιο».

Ακολούθως αναφέρεται στην εισήγηση της ΕΛΑΣ για τη σύσταση Εθνικού Ταμείου Σύγκλισης, επισημαίνοντας: «Θα αποτελέσει βασικό εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και για τη δημιουργία της βιώσιμης ανάπτυξης που απαιτείται για τη στήριξη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους. Αυτή είναι η βάση ενός νέου κοινωνικού και οικονομικού πατριωτισμού».

Κοινωνική συνοχή και φόρος στο πλουσιότερο 1%

Ο ίδιος δηλώνει ακόμη ότι, κατά τη διαμόρφωση των προτάσεών του, εμπνέεται από τον Δημοκρατικό βουλευτή της Καλιφόρνιας Ρο Κάνα, τον Μπέρνι Σάντερς, καθώς και από τους οικονομολόγους Τομά Πικετί και Γκαμπριέλ Ζουκμάν. Όπως υπογραμμίζει, «η χώρα μας πρέπει να διαφυλάξει την κοινωνική της συνοχή. Αν όμως μια μικρή μειοψηφία συνεχίσει να συσσωρεύει τον πλούτο, οι κοινωνικές εντάσεις θα πολλαπλασιαστούν και θα διαλύσουν την κοινωνική συνοχή».

Εξειδικεύοντας την πρότασή του και επικαλούμενος λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, αναφέρει: «θα εισαγάγω φόρο περιουσίας για το πλουσιότερο 1% της χώρας, ύψους 1% επί της περιουσίας του. Ο Ζουκμάν προτείνει 2%, αλλά σε παγκόσμια κλίμακα, κάτι που προϋποθέτει συντονισμό όλων των κρατών, ομόφωνη συμφωνία στην ΕΕ και διακρατικές συμφωνίες εφαρμογής. Ας θεσπίσουμε, λοιπόν, στην Ελλάδα αυτόν τον πατριωτικό φόρο του πλουσιότερου 1% προς το υπόλοιπο 99%».

Όταν ερωτάται για τη δεύτερη θέση που καταλαμβάνει το κόμμα του στις δημοσκοπήσεις, απαντά ότι αποτελεί «ελπίδα για εμάς, αλλά κυρίως για την ελληνική κοινωνία! Οι πολίτες έχουν καταλάβει ότι η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης διευρύνει τις ανισότητες και βυθίζει τη χώρα στη διαφθορά. Επτά στους δέκα Έλληνες επιθυμούν πολιτική αλλαγή. Η κοινή γνώμη αντέδρασε πολύ θετικά στη δημιουργία του κόμματος.

Βεβαίως, δεν έχουμε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ούτε κρατική χρηματοδότηση. Έχουμε όμως προγραμματικές προτάσεις, πολιτικό λόγο και, πάνω απ’ όλα, γνωρίζουμε προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να οδηγήσουμε τη χώρα. Θέλουμε να εκφράσουμε τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας, της παραγωγής και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων», προσθέτει.

Αναφερόμενος στις συμμαχίες, ο Αλέξης Τσίπρας, πρόεδρος της ΕΛΑΣ, ξεκαθαρίζει ότι «η συζήτηση δεν θα πρέπει να αφορά τον βαθμό ριζοσπαστισμού, αλλά την ικανότητα να αποτελέσουμε μια αξιόπιστη εναλλακτική που θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των κοινωνικών τάξεων που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε και θα μπορεί να πείσει την κοινωνία».

Παράλληλα, επικαλείται όσα προβλέπει η ιδρυτική διακήρυξη και τονίζει: «στην ιδρυτική μας διακήρυξη αναφερόμαστε σε τρία πολιτικά ρεύματα της Αριστεράς: τη ριζοσπαστική Αριστερά, τη Σοσιαλδημοκρατία και την πολιτική Οικολογία. Απέναντι στην ολιγαρχία που κατέχει τον πλούτο, όλοι θέλουμε να υπερασπιστούμε την κοινωνική πλειοψηφία, εφαρμόζοντας πολιτικές αναδιανομής, κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης. Στην Ευρώπη, σε μια περίοδο κατακερματισμού της Αριστεράς, είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε και με τα τρία αυτά ρεύματα», διαβεβαιώνει.

Στη συνέντευξή του, ο πρώην πρωθυπουργός γνωστοποιεί ακόμη ότι βρίσκεται σε διάλογο με τις δυνάμεις του γαλλικού προοδευτικού χώρου και, συγκεκριμένα, με την Ανυπότακτη Γαλλία (LFI), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) και το Κομμουνιστικό Κόμμα (PC)… «Η γαλλική Αριστερά έχει την σημαντική ευθύνη να εμποδίσει την άνοδο της Ακροδεξιάς. Η μάχη αυτή αφορά, ευρύτερα, ολόκληρο τον δημοκρατικό και προοδευτικό κόσμο της Γαλλίας», επισημαίνει, πριν συμπληρώσει:

Η συνεργασία με τους προοδευτικούς ηγέτες της Γαλλίας

«Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, βλέπουμε μια κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς. Οι εκλογές στη Γαλλία θα είναι κρίσιμες για την εξέλιξη της Ευρώπης συνολικά». Παρά τις όποιες πιθανές διαφωνίες, δηλώνει επίσης πρόθυμος να συνεργαστεί με κάθε προοδευτικό ηγέτη στη Γαλλία. Όπως υπενθυμίζει, «όταν ήμουν πρωθυπουργός, συνεργάστηκα ακόμη και με τον Πρόεδρο Τραμπ, παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές. Σε κάθε περίπτωση, μια νίκη της Αριστεράς θα ήταν μια θετική εξέλιξη τόσο για τη Γαλλία όσο και για την Ελλάδα».

Κληθείς να τοποθετηθεί σχετικά με το ενδεχόμενο ενός “Frexit”, απαντά: «Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι ένας Γάλλος θα μου έκανε αυτή την ερώτηση. Δεν μπορώ να φανταστώ την ΕΕ χωρίς τη Γαλλία, η οποία αποτελεί έναν από τους πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αν όμως η ΕΕ συνεχίσει να εφαρμόζει πολιτικές λιτότητας, διεύρυνσης των ανισοτήτων, απόκλισης μεταξύ των κρατών-μελών και παραγωγικής παρακμής, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποσύνθεσής της. Υπάρχουν, λοιπόν, οικονομικοί και κοινωνικοί κίνδυνοι».

Στο ίδιο σημείο, ο Έλληνας πολιτικός κατονομάζει ακόμη έναν κίνδυνο που διακρίνει: «εκείνον μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης που θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη Γαλλία. Μια νίκη της Ακροδεξιάς στις επόμενες εκλογές θα αποτελούσε ισχυρό πλήγμα στην καρδιά της Ευρώπης. Θα υπονόμευε τη συνοχή της. Αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ο κυριότερος κίνδυνος. Και έπειτα έρχεται ο κίνδυνος του Frexit που αναφέρατε».

Η άνοδος της Ακροδεξιάς σε Γερμανία και Γαλλία

Εκφράζοντας ανοιχτά τον προβληματισμό του για τη συνολικότερη ενίσχυση της Άκρας Δεξιάς, υπογραμμίζει ότι «ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός. Στη Γερμανία ανεβαίνει το AfD* στη Γαλλία ενισχύεται το RN… Η Ιστορία δείχνει ότι η Ακροδεξιά είναι η πιο συστημική δύναμη που υπάρχει. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χίτλερ έφτασε στην εξουσία με τη στήριξη συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων στη Γερμανία.

Σήμερα, η ακροδεξιά ενδύεται έναν αντισυστημικό μανδύα για να προσελκύσει την ψήφο των λαϊκών τάξεων. Αν όμως αναλάβει την εξουσία, θα αποκαλύψει γρήγορα τον πραγματικό της χαρακτήρα ως δύναμης υπεράσπισης του συστήματος».

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, επισημαίνει: «η Αριστερά, λοιπόν, πρέπει να είναι έτοιμη να αποτελέσει την εναλλακτική, χωρίς να χάσει την πυξίδα της: τις αξίες της και την υπεράσπιση των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων απέναντι στη χρηματοπιστωτική ολιγαρχία».