Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν για τα πληρώματα των δεξαμενόπλοιων μια διαδρομή με διαρκή κίνδυνο από πυραύλους και drones. Προκειμένου να εξασφαλίσουν καπετάνιους πρόθυμους να αναλάβουν αυτό το ρίσκο, οι πλοιοκτήτες δίνουν αμοιβές που αγγίζουν τα 100.000 δολάρια τον μήνα και επιπλέον μπόνους 50.000 δολαρίων ανά διέλευση.

Όπως αναφέρουν οι Financial Times, με αυτά τα υψηλά ποσά οι πλοιοκτήτες επιχειρούν να κρατήσουν ενεργές τις μεταφορές από το κομβικό θαλάσσιο πέρασμα, εν μέσω κλιμάκωσης των ιρανικών επιθέσεων. Πρόκειται για αποδοχές πολλαπλάσιες του συνήθους μισθού ενός καπετάνιου, οι οποίες όμως συνεπάγονται αδιάκοπη έκθεση σε κίνδυνο.

Από 15.000 σε 100.000 δολάρια οι μισθοί καπετάνιων

Σε κανονικές συνθήκες, οι μηνιαίες αποδοχές ενός καπετάνιου δεξαμενόπλοιου διαμορφώνονται περίπου στα 15.000 δολάρια. Αντίθετα, ένας ναυτικός στις χαμηλότερες μισθολογικές βαθμίδες μπορεί να λαμβάνει μόλις 1.500 δολάρια.

Τα δεδομένα αλλάζουν θεαματικά όταν το πλοίο περνά από το Ορμούζ. Για τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος, η αμοιβή στη διάρκεια της διέλευσης μπορεί να είναι τετραπλάσια έως εξαπλάσια από τις συνηθισμένες αποδοχές τους.

Αρκετά δεξαμενόπλοια εκτελούν διαδοχικά δρομολόγια για τη μεταφορά φορτίων εκτός του Κόλπου. Έτσι, τα πληρώματα μπορούν να εισπράττουν επί μήνες τις προσαυξημένες αμοιβές, την ίδια στιγμή όμως επιστρέφουν επανειλημμένα στην ίδια επικίνδυνη διαδρομή.

Υψηλές αμοιβές και το ζήτημα επιλογής των πληρωμάτων

Οι ιδιαίτερα υψηλοί μισθοί συνοδεύονται από ένα δύσκολο δίλημμα, τόσο για τους ίδιους τους ναυτικούς όσο και για τις οικογένειές τους.

Μιλώντας στους FT, ο Μανότζ Γιαντάβ, γενικός γραμματέας της ινδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης Forward Seamen’s Union of India, ανέφερε ότι, παρά τα ισχυρά οικονομικά κίνητρα, σε κάποιες περιπτώσεις μέλη πληρωμάτων δέχονται πιέσεις όταν αρνούνται να ταξιδέψουν στην επικίνδυνη ζώνη.

Τα περιστατικά επιβεβαιώνουν ότι ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Από τις 28 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 5 Οκτωβρίου καταγράφηκαν στην περιοχή του Ορμούζ τουλάχιστον 12 επιθέσεις εναντίον δεξαμενόπλοιων πετρελαίου, LNG και LPG. Παράλληλα, το ινδικό υπουργείο Εξωτερικών γνωστοποίησε ότι τραυματίστηκαν 12 ναυτικοί, όταν άγνωστο βλήμα χτύπησε το δεξαμενόπλοιο On Peace ενώ πραγματοποιούσε τη διέλευση.

Στα 1,3 εκατ. δολάρια ημερησίως εκτινάχθηκαν οι ναύλοι

Οι πληρωμές προς τα πληρώματα αποτελούν μόνο μία πλευρά του συνολικού κόστους.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι ημερήσιοι ναύλοι για δρομολόγια μέσω του Ορμούζ έχουν ανέλθει περίπου σε 1,3 εκατ. δολάρια, όταν πέρυσι κυμαίνονταν μεταξύ 20.000 και 50.000 δολαρίων.

Ένα μεγάλο πλοίο μεταφοράς αργού πετρελαίου έχει δυνατότητα φόρτωσης περίπου δύο εκατομμυρίων βαρελιών και μπορεί να διαθέτει πλήρωμα έως 35 ατόμων. Για την είσοδο στον Κόλπο, τη διαδικασία φόρτωσης και την έξοδο χρειάζονται κατά κανόνα περίπου τέσσερις ημέρες.

Καθώς λιγοστεύουν τα πλοία που δέχονται να εκτελέσουν τη διαδρομή, ορισμένα μεταφέρουν το πετρέλαιο σε θαλάσσιες ζώνες ανοικτά της Φουτζάιρα, στον Κόλπο του Ομάν. Σε εκείνο το σημείο το φορτίο περνά σε άλλα πλοία, τα οποία αναλαμβάνουν να το οδηγήσουν στον τελικό προορισμό.

Έως 20 εκατ. δολάρια η ασφάλιση ενός ταξιδιού

Ιδιαίτερα υψηλό είναι επίσης το κόστος για την ασφαλιστική κάλυψη πολεμικού κινδύνου. Μεσίτες του ασφαλιστικού κλάδου, τους οποίους επικαλούνται οι FT, τοποθετούν τα ασφάλιστρα μεταξύ 6% και 10% επί της αξίας του πλοίου. Στην περίπτωση ενός υπερδεξαμενόπλοιου, η χρέωση για ένα μόνο ταξίδι στον Κόλπο μπορεί να φτάσει τα 20 εκατ. δολάρια.

Ανοδικά κινούνται και οι τιμές των καυσίμων. Βάσει των στοιχείων της Argus, το ναυτιλιακό καύσιμο που χρησιμοποιείται συνήθως από τα υπερδεξαμενόπλοια κόστιζε τη Δευτέρα στη Φουτζάιρα 686 δολάρια τον τόνο, τιμή αυξημένη κατά 67% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.

Οι ροές πετρελαίου συνεχίζονται με πολύ υψηλότερο κόστος

Οι πετρελαϊκές εξαγωγές του Κόλπου έχουν επανέλθει κοντά στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, όπως προκύπτει από τα δεδομένα της Kpler. Παρ’ όλα αυτά, ένα μέρος των ποσοτήτων διοχετεύεται μέσω άλλων διαδρομών, ενώ οι ροές που περνούν από το ίδιο το Ορμούζ εξακολουθούν να είναι περίπου κατά ένα τρίτο μειωμένες.

Το πετρέλαιο συνεχίζει, συνεπώς, να διοχετεύεται στις αγορές, όμως το κόστος της μεταφοράς του έχει αυξηθεί σημαντικά. Οποιαδήποτε νέα επίθεση μπορεί να μειώσει περαιτέρω τον αριθμό των διαθέσιμων πλοίων και πληρωμάτων, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τον λογαριασμό προτού το φορτίο φτάσει στον προορισμό του.