Η αγορά ακινήτων βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα εντονότερη απόκλιση ανάμεσα στις αντικειμενικές και τις εμπορικές αξίες, επαναφέροντας στο επίκεντρο το ζήτημα του χρόνου και της διαδικασίας για την επόμενη αναθεώρηση των Τιμών Ζώνης σε ολόκληρη τη χώρα.
Η διατήρηση των τιμών στην αγορά κατοικίας σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα ενισχύει τη συζήτηση για το ενδεχόμενο να αρχίσει μέσα στο 2027 η τεχνική προετοιμασία των νέων Τιμών Ζώνης, ώστε να εφαρμοστούν από το 2028.
Τον Ιούνιο του 2021 πραγματοποιήθηκε η πιο πρόσφατη αναπροσαρμογή, η οποία έφερε και αλλαγές στον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ, με στόχο να περιοριστούν οι επιβαρύνσεις για τις μικρές και μεσαίες ιδιοκτησίες. Έκτοτε, ωστόσο, η άνοδος των εμπορικών τιμών έχει μεγαλώσει σημαντικά την «ψαλίδα».
Ενδεικτικά, στο Περιστέρι η ανώτατη Τιμή Ζώνης ανέρχεται σε 1.550 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι ζητούμενες τιμές διαμορφώνονται από 2.120 έως 2.750 ευρώ. Στο Χαλάνδρι, η μέγιστη αντικειμενική αξία είναι 2.100 ευρώ, την ώρα που οι εμπορικές τιμές υπερβαίνουν τα 4.000 ευρώ ανά τετραγωνικό. Στη Θεσσαλονίκη, εκτός από την παραλιακή περιοχή κοντά στην πλατεία Αριστοτέλους, η υψηλότερη Τιμή Ζώνης φτάνει τα 2.100 ευρώ, ενώ οι τιμές της αγοράς αγγίζουν έως και τα 3.100 ευρώ το τετραγωνικό.
Η συγκεκριμένη απόσταση συνιστά το κύριο επιχείρημα εκείνων που ζητούν την ταχύτερη προσέγγιση των αντικειμενικών με τις εμπορικές αξίες. Κατά την άποψή τους, όταν η αξία που εμφανίζεται στα συμβόλαια υπολείπεται της πραγματικής τιμής της συναλλαγής, διευρύνονται τα περιθώρια για αδήλωτες καταβολές και κυκλοφορία «μαύρου» χρήματος.
Από την άλλη πλευρά, μια μεγάλη και ξαφνική άνοδος των αντικειμενικών αξιών ενδέχεται να οδηγήσει σε διαδοχικές επιβαρύνσεις, ενώ η στεγαστική κρίση εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα έντονη. Μια αναπροσαρμογή ακόμη και κατά 50% θα επηρέαζε, πέρα από τους φόρους μεταβίβασης, και μια σειρά άλλων επιβαρύνσεων οι οποίες συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τις Τιμές Ζώνης.
ΕΝΦΙΑ από το 2027: Η απαλλαγή για κατοικίες σε μικρούς οικισμούς
Από το 2027 απαλλάσσονται από τον ΕΝΦΙΑ τα φυσικά πρόσωπα που έχουν την κύρια κατοικία τους σε οικισμούς με πληθυσμό έως 2.000 κατοίκους, με εξαίρεση την Περιφέρεια Αττικής, πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων. Στη Δυτική Μακεδονία, το σχετικό πληθυσμιακό όριο διαμορφώνεται στους 2.200 κατοίκους. Η ρύθμιση επεκτείνεται σε 131 ακόμη οικισμούς και αφορά περίπου 62.000 ιδιοκτήτες, με τον συνολικό αριθμό των οικισμών που εντάσσονται στην απαλλαγή να φτάνει τους 12.855.
