Με σύνθημα «Δείτε τον κόσμο μέσα από τα μάτια τους» εορτάζεται σήμερα, 4 Οκτωβρίου, η Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων. Στο επίκεντρο της φετινής ημέρας βρίσκονται οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και της ανθρώπινης δραστηριότητας στην άγρια ζωή, καθώς επηρεάζονται η τροφή, οι μετακινήσεις, η αναπαραγωγή και, τελικά, η επιβίωση πολλών ειδών.
«Η σημερινή κλιματική αλλαγή πραγματοποιείται υπερβολικά γρήγορα και δεν είναι εύκολο για όλα τα είδη να προλάβουν να αλλάξουν στον ίδιο ρυθμό», τονίζει ο Τριαντάφυλλος Ακριώτης, καθηγητής στο Εργαστήριο Διαχείρισης Βιοποικιλότητας του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, εξηγεί ότι η θερμοκρασία και η βροχόπτωση, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονται μέσα στο έτος, διαμορφώνουν σε σημαντικό βαθμό τα οικοσυστήματα. Η βλάστηση εξαρτάται από αυτές τις συνθήκες και μαζί της, άμεσα ή έμμεσα, επηρεάζεται και η ζωή των ζώων. Έτσι, μια κλιματική μεταβολή μπορεί να αλλάξει συνολικά το περιβάλλον που είναι απαραίτητο για την επιβίωση ενός είδους.
Η περιορισμένη τροφή και ο ανταγωνισμός από άλλα είδη
Στην Αρκτική, οι πολικές αρκούδες χάνουν την επιφάνεια του θαλάσσιου πάγου όπου αναζητούν την τροφή τους, καθώς αυτός υποχωρεί. Αντίθετα, οι αρκτικές αλεπούδες εξακολουθούν να βρίσκουν τροφή, έχουν όμως να αντιμετωπίσουν την κοινή αλεπού, η οποία έχει μετακινηθεί σε περιοχές όπου παλαιότερα δεν μπορούσε να επιβιώσει.
Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν, κατά τον Τριαντάφυλλο Ακριώτη, ότι η κλιματική αλλαγή προκαλεί συνέπειες τόσο άμεσες, όπως η συρρίκνωση της περιόδου παρουσίας των πάγων, όσο και έμμεσες, όπως η εμφάνιση ανταγωνιστικών ειδών σε μια περιοχή όπου δεν υπήρχαν προηγουμένως.
Ανάλογες μεταβολές στην εξάπλωση των ειδών καταγράφονται και στις ελληνικές θάλασσες. Ψάρια που προέρχονται από τα θερμά νερά της Ερυθράς Θάλασσας κινούνται προς βορειότερα σημεία της Μεσογείου, με αποτέλεσμα η παρουσία τους στα ελληνικά νερά να μην θεωρείται πλέον ασυνήθιστη, σημειώνει ο καθηγητής.
Ωστόσο, όλα τα ζώα δεν έχουν την ίδια ικανότητα να μετακινηθούν ή να προσαρμοστούν. Ιδιαίτερα δύσκολη γίνεται η κατάσταση για όσα είδη είναι προσαρμοσμένα σε ψυχρά περιβάλλοντα ή επιβιώνουν αποκλειστικά σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο, καθώς η θερμοκρασία αυξάνεται.
Οι ευαίσθητοι βιότοποι στη βόρεια Ελλάδα
Ο Τριαντάφυλλος Ακριώτης επισημαίνει ότι τα είδη που συναντώνται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα είναι, κατά κανόνα, πιο ευάλωτα στις υψηλές θερμοκρασίες και στην καλοκαιρινή ξηρασία. Υπάρχουν φυτά και ζώα που περιορίζονται σε μεγάλα υψόμετρα και δεν μπορούν να αντέξουν όταν οι συνθήκες γίνονται θερμότερες.
Οι εκτάσεις στις κορυφές των βουνών είναι περιορισμένες, ενώ οι πληθυσμοί των ειδών αυτών είναι συχνά μικροί και απομονωμένοι από άλλους πληθυσμούς του ίδιου είδους. Για τον λόγο αυτόν αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εξαφάνισης. Πολλά από αυτά τα είδη εκτιμάται ότι κατά τις παγετώδεις περιόδους είχαν μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση. Όταν οι πάγοι υποχώρησαν και η θερμοκρασία ανέβηκε, διατηρήθηκαν είτε στα ελληνικά βουνά είτε σε βορειότερες περιοχές.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Ροδόπης. Εκεί η ερυθρελάτη, μαζί με άλλα είδη που προτιμούν το ψύχος, δημιουργεί δασικά οικοσυστήματα όπου βρίσκουν καταφύγιο ζώα των ψυχρών περιοχών. Σε αυτά περιλαμβάνονται ο αγριόκουρκος και η σπουργιτόγλαυκα, καθώς η περιοχή αποτελεί το νοτιότερο όριο της φυσικής εξάπλωσής τους.
«Είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα, σαν ένα κομμάτι από τη βόρεια Ευρώπη πάνω στη Ροδόπη», αναφέρει ο καθηγητής, προειδοποιώντας για τις επιπτώσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η περιοχή, καθώς η κλιματική αλλαγή συνεχίζεται και γίνεται εντονότερη.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η βασική πρόβλεψη είναι ότι σταδιακά θα υποχωρούν τα είδη με βόρεια κατανομή, ενώ θα ευνοούνται εκείνα που αντέχουν σε πιο θερμές και ξηρές συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, η μετακίνηση χερσαίων ειδών από τη Βόρεια Αφρική προς την Ελλάδα εμποδίζεται από τη Μεσόγειο.
«Δηλαδή μπορεί να χάσουμε περισσότερα είδη απ’ αυτά που θα κερδίσουμε», προειδοποιεί.
Η κλιματική αλλαγή διαταράσσει τον κύκλο της ζωής
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται μόνο στην εξάπλωση ή στην τροφή, αλλά επηρεάζουν και τον χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιούνται κρίσιμες λειτουργίες των ζώων, όπως η αναπαραγωγή, η μετανάστευση και η χειμέρια νάρκη. Οι οργανισμοί αντιδρούν στα εποχικά σήματα του περιβάλλοντος μέσω ειδικών μηχανισμών. Ο χρονισμός αυτών των διαδικασιών, αντικείμενο της φαινολογίας, έχει διαμορφωθεί μέσα από πολλές γενιές εξέλιξης.
Για παράδειγμα, η είσοδος ενός ζώου σε χειμέρια νάρκη δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή. Ερεθίσματα όπως η μεταβολή στη διάρκεια της ημέρας προκαλούν ορμονικές αλλαγές, οι οποίες το ωθούν να προετοιμαστεί: συγκεντρώνει αποθέματα, κατασκευάζει φωλιά ή αποθηκεύει τροφή.
Η πρόωρη έναρξη της νάρκης μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση των αποθεμάτων πριν ολοκληρωθεί ο χειμώνας, ενώ η καθυστερημένη έναρξη ίσως δεν αφήσει αρκετό χρόνο για την προετοιμασία. Κατά συνέπεια, η επιβίωση του ζώου κρίνεται από το κατά πόσο ο βιολογικός του κύκλος συμβαδίζει με τις περιβαλλοντικές συνθήκες που θα αντιμετωπίσει.
Οι μηχανισμοί αυτοί διαμορφώθηκαν από τη φυσική επιλογή μέσα σε μεγάλες χρονικές περιόδους και μέσω βαθμιαίων μεταβολών. Η σημερινή κλιματική αλλαγή εξελίσσεται με ρυθμό που καθιστά δύσκολη την προσαρμογή. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, μικροοργανισμοί και μικρότερα είδη, μεταξύ τους τα έντομα, είναι πιθανό να ανταποκριθούν ταχύτερα. Για τα ζώα μεγαλύτερου μεγέθους, η διαδικασία αυτή είναι σαφώς δυσκολότερη.
Στον αποσυντονισμό συντελούν επίσης ασυνήθιστες καιρικές συνθήκες, οι οποίες εκδηλώνονται σε περίοδο όπου τα ζώα θα έβρισκαν υπό κανονικές συνθήκες ένα διαφορετικό περιβάλλον. Ο Τριαντάφυλλος Ακριώτης θυμάται ένα συμβάν πριν από λίγα χρόνια: στις αρχές Μαρτίου, παρατεταμένο κρύο και βροχές κράτησαν στο έδαφος χιλιάδες χελιδόνια, μεταξύ άλλων στην Πελοπόννησο. Είχαν φτάσει από την Αφρική, όμως επί πολλές διαδοχικές ημέρες δεν έβρισκαν τα ιπτάμενα έντομα που αποτελούν την τροφή τους.
Κατά την εξήγησή του, η επιβίωσή τους ίσως ευνοούνταν από μια καθυστερημένη άφιξη, όμως αυτό θα σήμαινε αναγκαστικά και μετατόπιση της αναπαραγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ένας καύσωνας που θα ερχόταν νωρίς θα μπορούσε να περιορίσει την τροφή που είναι διαθέσιμη και να προκαλέσει έναν νέο κίνδυνο για τους νεοσσούς. Επομένως, η προσαρμογή απέναντι σε έναν κίνδυνο δεν συνεπάγεται προστασία από εκείνον που ακολουθεί.
«Είμαστε ακόμα στην αρχή και δεν μπορούμε να δούμε ακόμη τις πολύπλευρες επιπτώσεις σε όλη τους την ένταση», τονίζει ο Τριαντάφυλλος Ακριώτης. Όπως προσθέτει, οι συνέπειες αυτές εκτιμάται ότι θα επιδρούν επιβαρυντικά μαζί με τις υπόλοιπες απειλές που ήδη έχουν απέναντί τους τα ζώα.
Η ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στα ζώα και το κλίμα
Οι σχέσεις αλληλεξάρτησης στα οικοσυστήματα φέρνουν σε σύνδεση τις συνέπειες για τα ζώα με εκείνες που αφορούν τον άνθρωπο. Σε αυτή τη διάσταση εστιάζει ο Ευάγγελος Δ. Πρωτοπαπαδάκης, καθηγητής Εφαρμοσμένης Ηθικής και Βιοηθικής του ΕΚΠΑ και διευθυντής του ΔΠΜΣ «Ζώα: Ηθική, Δίκαιο, Ευζωία».
«Η κλιματική αλλαγή έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ευζωία ημών των ανθρώπων και των ζώων», σημειώνει και παραπέμπει στο παράδειγμα της ανθοφορίας και των μελισσών. Η διαταραχή στη διαδοχή των εποχών επηρεάζει πρώτα την ανθοφορία, έπειτα τις μέλισσες και την επικονίαση. Οι συνέπειες είναι δυνατόν να επεκταθούν μέχρι τη διαθεσιμότητα των φυτών με τα οποία τρέφονται τα ζώα.
Κατά τον ίδιο, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι ηθική υποχρέωση, παρότι αναγνωρίζει πόσο δύσκολο είναι να μεταβληθούν οι συνήθειες και οι δραστηριότητες που συμβάλλουν σε αυτήν.
«Η δική μας υποχρέωση είναι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σταματήσει αυτή η διαδικασία, που έχει ξεκινήσει με δική μας υπαιτιότητα», υπογραμμίζει. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμά πως οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να αποχωριστούν τις ανέσεις οι οποίες συνδέονται με αυτές τις δραστηριότητες.
Για τον Ευάγγελο Πρωτοπαπαδάκη, η προσπάθεια πρέπει να προσανατολιστεί στην ανάπτυξη μεθόδων παραγωγής ενέργειας, οι οποίες δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον προκαλώντας κλιματική αλλαγή.
Αυτή η υποχρέωση απευθύνεται στους ανθρώπους του σήμερα, αλλά και στις γενιές που θα ακολουθήσουν. «Πιο πολύ το οφείλουμε στα παιδιά μας», αναφέρει και επικαλείται τη «διαγενεακή δικαιοσύνη»: «Όπως εμείς παραλάβαμε ένα βιώσιμο περιβάλλον από τους προγόνους μας, οφείλουμε κι εμείς να αφήσουμε στους επιγόνους μας ένα εξίσου βιώσιμο περιβάλλον. Αν όχι καλύτερο, τουλάχιστον όχι χειρότερο».
