Για τον Θεσσαλονικιό Κωνσταντίνο Σταφυλίδη, η υποχρεωτική γνωριμία με το τραγούδι σε ηλικία 19 ετών αποτέλεσε την αφετηρία ώστε, πέντε χρόνια μετά, να κερδίσει έναν διεθνή λυρικό διαγωνισμό, έχοντας ήδη αρχίσει τη διαδρομή του ως τραγουδιστής όπερας. Ο δρόμος του 24χρονου βαρύτονου προς τη διεθνή λυρική σκηνή δεν ήταν εξαρχής καθορισμένος, αλλά διαμορφώθηκε μέσα από επιμονή, συνεχή αναζήτηση και αποφάσεις που ανέτρεπαν τα δεδομένα.

Ο νεαρός από τη Θεσσαλονίκη διανύει σήμερα τη δεύτερη και καταληκτική χρονιά του στην ακαδημία νέων τραγουδιστών του Teatro di San Carlo, στη Νάπολη. Στον 25ο Διεθνή Λυρικό Διαγωνισμό «Ottavio Ziino» τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο των 10.000 ευρώ, ενώ έλαβε επιπλέον το βραβείο ανερχόμενης φωνής (Emerging Voice), αξίας 1.000 ευρώ, το οποίο απευθύνεται σε τραγουδιστές ηλικίας κάτω των 25 ετών. Η διοργάνωση φιλοξενήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου στο Auditorium Parco della Musica της Ρώμης. Στην 11μελή κριτική επιτροπή βρίσκονταν στελέχη και καλλιτεχνικοί διευθυντές σημαντικών ευρωπαϊκών θεάτρων και φεστιβάλ, όπως το Teatro di San Carlo της Νάπολης, το Bregenz Festival, το Savonlinna Opera Festival, το Salzburg Festival και η Académie de l’Opéra National de Paris. «Δεν συμμετείχα για να κερδίσω, αλλά για να καταφέρω να μείνει το όνομά μου στο αυτί αυτής της επιτροπής», δηλώνει μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Κωνσταντίνος Σταφυλίδης. Φαίνεται πως πέτυχε τον στόχο του, καθώς, πέρα από τις δύο βραβεύσεις, η παρουσία του στον «Ottavio Ziino» άνοιξε για εκείνον επαγγελματικές προοπτικές. Σε αυτές περιλαμβάνονται μία ακρόαση στην Opéra Bastille του Παρισιού και άλλη μία στο Salzburg Festival, το επόμενο καλοκαίρι.

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες που ακολούθησαν τη βράβευσή του, ο νεαρός βαρύτονος άρχισε να μετακινείται διαρκώς από τη μία χώρα στην άλλη. Η επικοινωνία μαζί του έγινε ενώ βρισκόταν στη Βενετία και κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο, με προορισμό το Παρίσι, έχοντας μόλις γυρίσει από τη Σόφια.

Η πρώτη συμμετοχή και τα δύο βραβεία των 11.000 ευρώ

Για να λάβει μέρος στον «Ottavio Ziino», υπέβαλε ηλεκτρονικά το βιογραφικό του μαζί με βίντεο στο οποίο τραγουδούσε. Καθώς προχωρούσαν τα διαδοχικά στάδια αξιολόγησης, ο αριθμός των υποψηφίων μειωνόταν, ώσπου προέκυψε η τελική σύνθεση των φιναλίστ. «Φέτος, αντί για 12 ήταν 13, γιατί εκτίμησαν ότι το επίπεδο ήταν τόσο υψηλό, που ήθελαν να κρατήσουν περισσότερους», εξηγεί ο κ. Σταφυλίδης.

Για τον Κωνσταντίνο Σταφυλίδη, αυτή ήταν η παρθενική συμμετοχή του σε διαγωνισμό φωνής. «Στον χώρο είναι μια δεδομένη διαδικασία: αφού ολοκληρώσεις τις σπουδές σου και θεωρείσαι σχεδόν έτοιμος να βγεις στη σκηνή, κάνεις ακροάσεις και συμμετέχεις σε διαγωνισμούς. Εκεί σε ακούν άνθρωποι που είτε σε καλούν στους χώρους που διαχειρίζονται είτε είναι σε θέση να σε προτείνουν για διανομές», σημειώνει.

Η πρώτη αυτή προσπάθεια τού απέφερε τόσο το πρώτο βραβείο, που συνοδευόταν από 10.000 ευρώ, όσο και τη διάκριση ανερχόμενης φωνής, με έπαθλο 1.000 ευρώ. Όπως υπογραμμίζει, τα χρηματικά ποσά έχουν ξεχωριστή πρακτική σημασία για έναν τραγουδιστή που βρίσκεται στην αρχή της πορείας του, επειδή το επάγγελμα προϋποθέτει διαρκείς μετακινήσεις, οι οποίες συχνά κοστίζουν ακριβά. «Αυτή η δουλειά έχει πάρα πολλά ταξίδια. Ακούγεται πολύ όμορφο, όμως στην πραγματικότητα ξοδεύω πολλά χρήματα για πτήσεις και διαμονή. Επιλέγω κάτι οικονομικό για να μείνω, πηγαίνω στο εκάστοτε θέατρο, τραγουδάω και φεύγω κατευθείαν. Δεν υπάρχει δυνατότητα να κάνεις ούτε τουρισμό ούτε να περάσεις ιδιαίτερα καλά», λέει.

Η μετάβαση από τη σύνθεση στο λυρικό τραγούδι

Η κατεύθυνσή του προς την όπερα προέκυψε με τρόπο μάλλον απροσδόκητο. Όταν ήταν μαθητής, δεν είχε καταλήξει σε κάποια συγκεκριμένη επιλογή για το επαγγελματικό του μέλλον. Η σχέση του με τη μουσική περιοριζόταν αρχικά στην ηλεκτρική κιθάρα, την οποία άρχισε να παίζει μόνος του στα 16, ενώ αργότερα επέλεξε τις σπουδές Μουσικολογίας και Σύνθεσης στο ΑΠΘ. «Στο λύκειο δεν διάβαζα ιδιαίτερα και περνούσα ίσα-ίσα. Στις Πανελλήνιες, όμως, έγραψα πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, επειδή ήθελα πάρα πολύ να περάσω στο Μουσικών Σπουδών. Δεν έβρισκα κάποια άλλη κατεύθυνση που να με ενέπνεε», θυμάται.

Η σύνθεση, εντούτοις, δεν εξελίχθηκε τελικά στο επάγγελμα που θα ακολουθούσε. Μάλιστα, αποχώρησε από το ΑΠΘ ενώ απέμενε μόλις ένα εξάμηνο για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. «Έως τα 19 μου δεν είχα τραγουδήσει ποτέ στη ζωή μου. Στο πλαίσιο του υποχρεωτικού μαθήματος χορωδίας στο πανεπιστήμιο, γνώρισα το τραγούδι και μου άρεσε τόσο πολύ, που άρχισα να αναζητώ το σολιστικό του κομμάτι. Μετά άρχισα να σπουδάζω παράλληλα μονωδία στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και σιγά-σιγά όλα τα άλλα άρχισαν να μην έχουν τόση σημασία. Δηλαδή σκεφτόμουν περισσότερο να μελετήσω ρεπερτόριο για σολίστ παρά να γράψω τη διπλωματική μου στη σύνθεση», αναφέρει.

Η καθοριστική επιλογή που άλλαξε τη διαδρομή του

Η φοίτησή του στο Κρατικό Ωδείο δεν έφτασε επίσης στην ολοκλήρωσή της. Αιτία υπήρξε η ακρόαση για μια οπερατική παραγωγή στην Καβάλα, σε παραγωγή της διεθνούς σοπράνο Αλεξίας Βουλγαρίδου. Για να συμμετάσχει, έπρεπε να λείψει από το Ωδείο πάνω από έναν μήνα, γεγονός που, όπως του είχε διευκρινιστεί, δεν θα του επέτρεπε να ολοκληρώσει κανονικά το ακαδημαϊκό έτος.

Έπρεπε, επομένως, να αποφασίσει αν θα συνέχιζε στο Ωδείο για να τελειώσει τις σπουδές του ή αν θα αξιοποιούσε μια επαγγελματική πρόταση, την οποία έκρινε εξαιρετικά σημαντική για το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν τότε. Τελικά προτίμησε τη δεύτερη επιλογή. «Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αφήσω τελείως το Κρατικό Ωδείο. Αν είχα μείνει, θα έπαιρνα το δίπλωμα φωνής, κλασικού τραγουδιού, σε έναν χρόνο από τώρα. Δηλαδή, ό,τι έχω κάνει μέχρι σήμερα θα είχα ξεκινήσει να το κάνω πολύ αργότερα και συγκεκριμένα θα είχα μείνει πίσω περίπου τρία χρόνια», υπογραμμίζει.

Αφού έκανε το ντεμπούτο του στην Καβάλα, ταξίδεψε για πρώτη φορά εκτός Ελλάδας σε ηλικία 21 ετών, δίνοντας ακροάσεις στην Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Έγινε δεκτός σε ακαδημία της Martina Franca, στην Απουλία, όπου έμεινε για περίπου τρεις μήνες. Στην πορεία αυτή, ωστόσο, κατάλαβε πως η καλλιτεχνική του εξέλιξη βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. «Ακόμη δεν ήξερα να τραγουδάω. Δεν θα μπορούσα να βγω στη σκηνή και να θεωρηθώ ολοκληρωμένο προϊόν. Ήμουν ακόμη υπό διαμόρφωση. Ήμουν απλώς ένας υποσχόμενος τραγουδιστής», λέει με ειλικρίνεια.

Στη συνέχεια γύρισε στην Ελλάδα και εξακολούθησε να δουλεύει μόνος του, αντλώντας σε μεγάλο βαθμό υλικό για τη μελέτη του από παλαιές ηχογραφήσεις των δεκαετιών του 1920, του 1930 και του 1940.

«Η φωνή πρέπει να μάθει να ζει πάνω στη σκηνή»

Πλέον βρίσκεται στο δεύτερο και τελευταίο έτος της Accademia του Teatro di San Carlo, στη Νάπολη, και αποδίδει ιδιαίτερη αξία στην παρουσία του στην Ιταλία, αφού ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το ιταλικό ρεπερτόριο. «Για μένα είναι απαραίτητο να βρίσκομαι εδώ, γιατί ασχολούμαι κυρίως με το ιταλικό ρεπερτόριο. Το σημαντικό είναι ότι ένας τραγουδιστής βρίσκεται μέσα σε ένα θέατρο, βλέπει καθημερινά πώς λειτουργεί, δουλεύει με τη χορωδία και την ορχήστρα, γνωρίζει τους μαέστρους και αποκτά εικόνα για όλη αυτή την εσωτερική λειτουργία», σημειώνει.

Κατά τον ίδιο, αυτή η διαδικασία δεν περιορίζεται στη γνωριμία με το επάγγελμα, αλλά επηρεάζει άμεσα και την τεχνική του ερμηνευτή. «Είναι πολύ σημαντικό να έχεις πρόσβαση σε μια πραγματική θεατρική σκηνή και να καταλάβεις πώς λειτουργεί η φωνή εκεί, σε μια διαφορετική ακουστική από αυτήν ενός σπιτιού ή ενός ωδείου. Η κλασική φωνή είναι φτιαγμένη για να υπάρχει ακουστικά πάνω σε μια θεατρική σκηνή. Αν δεν έχεις πρόσβαση στη σκηνή, σου λείπει ένα βασικό σημείο αναφοράς για το πώς αναπτύσσεται η τεχνική σου. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, συχνά υποτιμάται», αναφέρει.

«Η ηλικία δεν πρέπει να καθορίζει τη φωνή»

Στην ηλικία των 24 ετών, ο Κωνσταντίνος Σταφυλίδης καλείται να διαχειριστεί και ένα ειδικό ζήτημα, που αφορά τη σύνδεση της ηλικίας του τραγουδιστή με το ρεπερτόριο που προτείνεται για εκείνον. Εκτιμά ότι ένας ρόλος ο οποίος περιγράφεται δραματουργικά ως «ώριμος» δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και φωνή αντίστοιχης ωριμότητας. «Ως φωνή και ως καλλιτέχνης, σίγουρα θα έχω έναν διχασμό όσον αφορά την ηλικία. Υπάρχει ρεπερτόριο που συνήθως το προσεγγίζει κάποιος στα 30 ή στα 35, για λόγους που μπορεί να είναι σωστοί ή και να βασίζονται στην παράδοση. Δεν είναι όμως πάντα δεδομένο ότι αυτό συνδέεται με την υγεία της φωνής», τονίζει.

Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι η ανάθεση ρόλων δεν πρέπει να εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από την εξωτερική εμφάνιση του τραγουδιστή. «Πολλές φορές η αντίληψη για το ρεπερτόριο βασίζεται στην εμφάνιση και στο αν κάποιος ταιριάζει εξωτερικά σε έναν ρόλο, ενώ η φωνή γίνεται δευτερεύον στοιχείο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε λάθος επιλογές. Η φωνή που είναι κατάλληλη για έναν συγκεκριμένο ρόλο στα 25 σου δεν παύει να είναι κατάλληλη για τον ίδιο ρόλο στα 30 ή στα 50 σου», εκτιμά.

Ο ίδιος αναζητά, όπως αναφέρει, τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε ένα ρεπερτόριο που ταιριάζει στην ηλικία του και σε έργα τα οποία αναδεικνύουν ουσιαστικά τις δυνατότητες της φωνής του. «Θα ήθελα να συνεργαστώ με ένα πρακτορείο που να καταλαβαίνει τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω και να ξέρει πώς να με παρουσιάσει, ώστε να εμπνέω εμπιστοσύνη σε εκείνον που με προσλαμβάνει. Δεν θέλω να με βλέπουν ως τον πιτσιρικά που κέρδισε ένα βραβείο και νομίζει ότι μπορεί να τα κάνει όλα», δηλώνει.

Όπως διευκρινίζει, η σεμνότητα δεν σημαίνει ότι κάποιος μειώνει τον εαυτό του. Παρότι γνωρίζει πως η συγκεκριμένη επαγγελματική πορεία δεν εξασφαλίζει εύκολα οικονομική σταθερότητα, έχει επιλέξει ήδη να την ακολουθήσει. «Αν μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου να κάνει κάποια άλλη δουλειά, ίσως είναι καλύτερα να κάνεις την άλλη δουλειά! Αν θέλεις να ασχοληθείς με την όπερα, πιστεύω ότι αξίζει μόνο αν πραγματικά το έχεις ζωτική ανάγκη. Ως επάγγελμα θα σου φέρει πολλές δυσκολίες και όχι εύκολα χρήματα. Όταν, όμως, μπορείς να βιοπορίζεσαι από κάτι που αγαπάς τόσο πολύ, η ικανοποίηση και η χαρά είναι τόσο μεγάλη, που στο τέλος λες ότι άξιζαν όλα», επισημαίνει κλείνοντας.

*Τις φωτογραφίες παραχώρησε ο κ. Σταφυλίδης