Η Άλμα κατοικούσε επί πολλά χρόνια στην Ελλάδα μαζί με τα τρία παιδιά της. Μετά τον χωρισμό της, τα μεγάλωνε μόνη, έχοντας κοντά της και το μικρό εγγονάκι της.
Μία ακόμη γυναικοκτονία είχε σημειωθεί στην Ελλάδα εκείνη την ημέρα. Στη δουλειά, οι συνάδελφοι συζητούσαμε με ανησυχία για την υπόθεση. Η Άλμα κατά κανόνα δεν συμμετείχε στις συζητήσεις μας. Εκείνη τη φορά, όμως, είπε κάτι που έδειξε ότι το ενδεχόμενο μιας τέτοιας φρίκης τη φόβιζε και την ίδια. Καθώς η κουβέντα προχώρησε, εξομολογήθηκε πως ο πρώην σύζυγός της την παρακολουθεί και ότι φοβάται για τη ζωή της.
Είχε ήδη υποβάλει καταγγελία, η υπόθεση είχε οδηγηθεί στα δικαστήρια και είχαν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα. Παρ’ όλα αυτά, ο φόβος παρέμενε. Γνώριζε πως παρακολουθούσε κάθε της βήμα, καθώς δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι εκείνη θα συνέχιζε τη ζωή της χωρίς αυτόν. Στο τέλος, η Άλμα αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα και να πάει στην Ιταλία, όπου ζούσε ο αδερφός της, ώστε η ίδια και τα παιδιά της να αισθανθούν επιτέλους ασφαλείς.
Πώς είναι δυνατόν, τελικά, να διασφαλιστεί μια γυναίκα απέναντι σε έναν πρώην σύντροφο ή σύζυγο που την απειλεί συνεχώς; Με ποιον τρόπο μπορεί να προστατευτεί; Κάποιος θα αναφέρει το panic button, τους περιοριστικούς όρους ή τη δυνατότητα φιλοξενίας σε ξενώνα. Είναι όμως αρκετά; Για την Άλμα, η μοναδική διέξοδος φάνηκε να είναι η μετακόμιση σε άλλη χώρα, προκειμένου να γλιτώσει.
Σκέφτομαι πιθανές λύσεις που ίσως θα μπορούσαν να προσφέρουν βοήθεια. Για παράδειγμα, συσκευές που θα φορούσαν και τα δύο πρόσωπα, ώστε όταν ο πρώην σύντροφος ή σύζυγος πλησιάζει τη γυναίκα που απειλεί σε μια καθορισμένη, κρίσιμη απόσταση, να ενεργοποιείται συναγερμός, να ενημερώνονται οι Αρχές και να σπεύδει αμέσως αστυνομική δύναμη προς τον εν δυνάμει δράστη. Δεν γνωρίζω αν ακόμη και αυτό θα μπορούσε να αποδώσει και είμαι βέβαιη ότι κάθε λύση που μπορώ να σκεφτώ την έχει ήδη σκεφτεί κάποιος άλλος. Άλλωστε, δεν είμαι εγώ η αρμόδια να βρω τις λύσεις.
Αυτό που μπορώ να υποστηρίξω με απόλυτη βεβαιότητα είναι ότι πρέπει να γίνει κάτι. Δεν γίνεται να πεθαίνουν με αυτόν τον τρόπο γυναίκες που έχουν ζητήσει ξανά και ξανά βοήθεια. Μαζί τους χάνουν κάθε ελπίδα και τόσες άλλες γυναίκες που δεν έχουν ακόμη τολμήσει να μιλήσουν.
