Η εκπρόσωπος της Κομισιόν για θέματα Ενέργειας, Άννα-Κάισα Ίτκονεν, προειδοποίησε για έναν «πολύ δύσκολο χειμώνα» ως προς τις τιμές της ενέργειας, ενώ χαιρέτισε την απόφαση των G7 για την απελευθέρωση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης πετρελαίου, η οποία ανακοινώθηκε την Παρασκευή.
Ερωτηθείσα για τις ποσότητες πετρελαίου και ντίζελ που θα κληθεί να διαθέσει κάθε χώρα, αλλά και για το εάν η αποδέσμευση των αποθεμάτων θα είναι υποχρεωτική ή εθελοντική, δήλωσε: «Καλωσορίζουμε αυτή τη δήλωση και την απόφαση που ελήφθη, καθώς και τη δέσμευση των ηγετών της G7 την Παρασκευή για την απελευθέρωση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης».
Η κ. Ίτκονεν επισήμανε ότι η Κομισιόν υποδέχεται θετικά την απόφαση, καθώς καταγράφηκε «σαφής δέσμευση για την αντίθεση σε απαγορεύσεις εξαγωγών, οι οποίες θα μπορούσαν να επιδεινώσουν περαιτέρω την ήδη περιορισμένη προσφορά. Η προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από απότομες αυξήσεις των τιμών παραμένει προτεραιότητά μας», πρόσθεσε, όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις συνέπειες που αναμένεται να έχει η αποδέσμευση των αποθεμάτων τόσο στην πετρελαϊκή αγορά όσο και στις ενεργειακές τιμές.
Σύμφωνα με την ίδια, «ήταν ένα αναγκαίο και θετικό βήμα προς τα εμπρός και έχουμε εμπιστοσύνη ότι η απόφαση που ελήφθη και οι επακόλουθες ενέργειες στις οποίες αναφερθήκατε θα έχουν θετικό αντίκτυπο στην αγορά πετρελαίου και στις τιμές του πετρελαίου για τα κράτη μέλη, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές».
Ωστόσο, η κ. Ίτκονεν διευκρίνισε πως η απόφαση για την απελευθέρωση των αποθεμάτων, καθώς και η οργάνωση οποιασδήποτε σχετικής διαδικασίας, ανήκουν στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
«Από την πλευρά μας, είμαστε έτοιμοι να συγκαλέσουμε την Ομάδα Συντονισμού για το Πετρέλαιο ή, εφόσον χρειαστεί, μια συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας της ΕΕ για την Ενεργειακή Ασφάλεια, προκειμένου να συντονιστούμε περαιτέρω μεταξύ μας και να αξιολογήσουμε εκ νέου την κατάσταση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η εκπρόσωπος της Κομισιόν δεν θέλησε να τοποθετηθεί για τις ποσότητες και τους όγκους αποθεμάτων που μπορεί να αποδεσμευθούν, υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
